Θα κάνει πολιτική ο Τσίπρας ή θα κατασκευάζει «εχθρούς»

Αντιμέτωπη με τις πραγματικές δυσκολίες της «μεταμνημονιακής» πραγματικότητας, η κυβέρνηση καλείται να επιλέξει εάν θα μιλήσει στην κοινωνία με ειλικρίνεια για τις προκλήσεις που είναι μπροστά και τα πραγματικά διλήμματα, ή εάν θα συνεχίσει να συγκαλύπτει τις αντιφάσεις της πίσω από την αναζήτηση «εχθρών».

Θα κάνει πολιτική ο Τσίπρας ή θα κατασκευάζει «εχθρούς» | to10.gr

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η υπόθεση «έξοδος από τα μνημόνια» εξελίσσεται σε πολύ πιο δύσκολη περιπέτεια για την κυβέρνηση από ό,τι ίσως υπολόγιζε. Η λογική που έλεγε ότι περνάμε «με έναν πόνο» όλα τα προαπαιτούμενα, ολοκληρώνουμε το πρόγραμμα και μετά ταυτόχρονα «βγαίνουμε στις αγορές» και «κάνουμε φιλολαϊκή πολιτική», αποδεικνύεται ότι δεν μπορεί εύκολα να περπατήσει.

Για να είμαστε δίκαιοι, αυτό δεν είναι μόνο ευθύνη της κυβέρνησης αλλά και των δανειστών. Η βαθιά πολιτική κρίση στην Ευρώπη, κορυφαίο παράδειγμα το πόσο άργησε να σχηματιστεί κυβέρνηση στη Γερμανία, και η άνοδος λαϊκίστικων ρευμάτων, κάνει τις κυβερνήσεις να θέλουν ταυτόχρονα να ξεμπερδεύουν με το πρόγραμμα αλλά και να μη «δώσουν δικαίωμα» να κατηγορηθούν ότι «χαρίστηκαν» στην Ελλάδα.

Το αποτέλεσμα είναι να μην προχωρούν με την αναγκαία γενναιότητα στην αναδιάρθρωση του χρέους (παρότι γνωρίζουν πολύ καλά ότι μεσοπρόθεσμα θα πρέπει να το κάνουν) αλλά να προσπαθούν να αποσπάσουν όσο το δυνατόν περισσότερες προκαταβολικές δεσμεύσεις για μελλοντικά μέτρα λιτότητας και να κάνουν σαφές ότι η Ελλάδα θα παραμείνει υπό επιτήρηση (κάτι που ούτως ή άλλως προβλέπεται για υπερχρεωμένες χώρες-μέλη της ΕΕ).

Όμως, υπάρχει και μια ευθύνη της κυβέρνησης ως προς το ότι κάποτε θα πρέπει να μιλήσει με ειλικρίνεια για το πώς θα πάνε τα πράγματα από εδώ και πέρα. Όλα δείχνουν ότι τον Αύγουστο το πρόγραμμα θα ολοκληρωθεί και γιατί η Ελλάδα θα έχει υλοποιήσει τα προαπαιτούμενα και επειδή οι Ευρωπαίοι δεν θέλουν να αναλάβουν το κόστος ενός προγράμματος που δεν ολοκληρώθηκε. Το ερώτημα είναι ποια θα είναι η επόμενη μέρα.

Ξέρουμε ότι θα υπάρχει επιτήρηση όπως και ξέρουμε πώς επειδή η Ελλάδα θα πρέπει να καλύπτει ανάγκες δανειζόμενη από την ελεύθερη αγορά. Αυτό θα σημαίνει ότι οι Ευρωπαίοι και το ΔΝΤ θα συνεχίσουν να έχουν λόγο για το τι θα αποφασίζεται. Παρότι δεν θα έχουμε «αξιολόγηση», εφόσον δεν θα υπάρχουν άλλες δανειακές δόσεις, είναι σαφές ότι εάν οι εκπρόσωποι της ΕΕ και του ΔΝΤ πουν ότι στην Ελλάδα τα πράγματα δεν πάνε καλά, τότε τα spread θα εκτιναχθούν και η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει ξανά πρόβλημα.

Σε αυτό το τοπίο, η κυβέρνηση μπαίνει σε μια μακρά προεκλογική περίοδο – που θα ενταθεί μετά τον Αύγουστο – χωρίς να κάνει σαφές με ποιο τρόπο θα πάει. Από τη μια υπάρχουν οι φωνές του «ρεαλισμού», όπως αυτή του υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου, που πρακτικά είπε ότι και επιτήρηση θα υπάρξει και δεν θα μπορέσουμε να αποφύγουμε ορισμένα μέτρα όπως η μείωση των συντάξεων το 2019. Από την άλλη, είναι η λογική ότι εφόσον πάμε σε μια προεκλογική περίοδο, μπορούμε να λέμε και καμιά κουβέντα παραπάνω. Αυτή π.χ. ήταν η στάση της κ. Φωτίου που λίγο πολύ είπε στους συνταξιούχους ότι μπορεί και να μην εφαρμοστούν οι μειώσεις των συντάξεων.

Η ταλάντευση είναι πραγματική. Η κυβέρνηση είναι σίγουρο πώς θα ήθελε να πάει σε εκλογές έχοντας όχι μόνο φιλολαϊκές εξαγγελίες, αλλά και κάποια απτά παραδείγματα τέτοιων μέτρων. Τυπικά, όντως μετά το τέλος των μνημονίων η θεσμική της δέσμευση δεν είναι η ίδια και μπορεί να πάρει αποφάσεις πέραν της λογικής των μνημονίων. Όμως, την ίδια στιγμή ξέρει ότι κρίνεται κάθε στιγμή από τους δανειστές.

Κανονικά μια κυβέρνηση που σέβεται την κοινωνία, σε μια τέτοια περίπτωση δεν πηγαίνει με μισόλογα. Πηγαίνει στην κοινωνία και εξηγεί ποιες είναι οι δεσμεύσεις που δεν μπορούμε να αποφύγουμε, ποιες είναι οι απαντήσεις που δεν μπορούν να γίνουν δεκτές και ποιο το σχέδιο της. Δηλαδή, εξηγεί ποια μέτρα θα πάρουμε αναγκαστικά, σε ποια μέτρα πρέπει να επιδείξουμε «ανυπακοή» ώστε οι δανειστές να αναδιπλωθούν και με ποιο αναπτυξιακό σχέδιο όντως θα πάμε σε μια επόμενη μέρα, έτσι ώστε στη βάση αυτή να ζητήσει τη στράτευση της κοινωνίας και τη συμπόρευση της αντιπολίτευσης.

Αυτή, στην πραγματικότητα, είναι και η ευθύνη και η διέξοδος για τον Αλέξη Τσίπρα. Να κάνει ξανά πολιτική κοιτώντας την κοινωνία στα μάτια, αντί να προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε διαφορετικά μηνύματα που στέλνει η κυβέρνηση στο εσωτερικό και το εξωτερικό.

Αντ’ αυτού, φαίνεται ότι την κυβέρνηση φοβούνται να μιλήσουν τη γλώσσα της αλήθειας και προτιμούν είτε να κάνουν εύκολες υποσχέσεις, με την ελπίδα ότι δεν θα τους ακούσει η Τρόικα, είτε ακόμη χειρότερα να προσπαθούν να συγκαλύψουν το γεγονός ότι θα εφαρμόσουν σκληρά μέτρα, ακόμη και μέσα στην «προεκλογική περίοδο, μέσα από το να παίζουν το χαρτί της σύγκρουσης με τη «διαπλοκή» και το «μαύρο μέτωπο».

Δηλαδή, η κυβέρνηση, επειδή ακριβώς δεν έχει μια πολιτική διέξοδο για να την παρουσιάσει με ειλικρίνεια στην κοινωνία, ένα όραμα για την επόμενη μέρα, έρχεται ουσιαστικά να προσφέρει στην κοινωνία απλώς «ηθικό πλεονέκτημα». Ακόμη και εάν αυτό το έχει χάσει, μια που και αυτή επιχειρηματικά συμφέροντα εξυπηρετεί, πρώτα και κύρια των ξένων και Ελλήνων «επενδυτών» που παίρνουν τις ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις. Ακόμη και εάν το διεκδικεί «κατασκευάζοντας» αφηγήματα και «εχθρούς» όπως έκανε με τον Μαρινάκη, που τον βάφτισε «ηγέτη του μαύρου μετώπου» παρότι μια χαρά συνομιλούσε μαζί του.

Προφανώς και η κοινωνία θέλει πραγματικές υποθέσεις διαφθοράς της προηγούμενης περιόδου να διαλευκανθούν και να αποδοθούν πλήρως πολιτικές και ποινικές ευθύνες, πρώτα και κύρια μήπως και σταματήσουν να επαναλαμβάνονται τέτοια φαινόμενα. Εξίσου προφανές είναι ότι θέλει και να δει την κυβέρνηση να παίρνει αποφάσεις, να χαράσσει στρατηγική και να λέει πώς θα πάνε αλήθεια τα πράγματα από εδώ και πέρα. Το ίδιο ζητάει και από την αντιπολίτευση.

Αυτό που δεν θέλει η κοινωνία είναι να βλέπει να την αντιμετωπίζουν ως χαζή, κοινώς να θεωρούν ότι μπορούν αντί για επείγουσες πολιτικές αποφάσεις να της προσφέρουν διάφορους «εχθρούς» στην αρένα. Η συνταγή αυτή έχει κοντά ποδάρια.