Και τώρα που η NOVA «φεύγει», ποιος κλαίει για τη Σούπερ Λίγκα;

Το συνδρομητικό επένδυσε πολλά στην «κεντρική διαχείριση». Τη στήριξε με κόστος και έριξε πολύ νερό στο κρασί του, πολλές φορές. Εισέπραξε πολύ λιγότερα απ’ όσα περίμενε. Η Σούπερ Λίγκα έρχεται πια προ των ευθυνών της…

Και τώρα που η NOVA «φεύγει», ποιος κλαίει για τη Σούπερ Λίγκα; | to10.gr

Κλαυθμούς και οδυρμούς, διαβάζω ότι προκαλεί η μάλλον ειλημμένη απόφαση της NOVA να δώσει εκείνη τέλος στην «κεντρική διαχείριση» των τηλεοπτικών δικαιωμάτων της Super League.  Όχι άδικα. Το «πακέτο» του συνδρομητικού αποτελεί κομβικής σημασίας και εύρους χορηγία της λίγκας και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την κυριότερη οικονομική ένεση ζωής για τις μικρότερες ομάδες του συνεταιρισμού που, κατά μόνας, θα είναι πλέον μάλλον αδύνατο να πετύχουν συμφωνία με αντίστοιχα έσοδα.

Για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, αυτή η απόφαση, δεν έρχεται πλέον ως έκπληξη. Η κεντρική διαχείριση, που, με την αποχώρηση από τη δημόσια τηλεόραση και τη συμμετοχή σ’ αυτήν και του Ολυμπιακού ξεκίνησε ουσιαστικά το καλοκαίρι του 2011, ήταν μια συμφωνία στην οποία και οι δύο πλευρές επένδυσαν, θεωρητικώς, πολλά. Στην πράξη όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά.

Για όσους είχαμε ζήσει μέσα από το συνδρομητικό κανάλι την πρότερη κατάσταση, η επιμονή της σχετικά φρέσκιας τότε νέας ιδιοκτησίας του, να πετύχει ωσάν να ήταν κάτι εκ των ων ουκ άνευ την «κεντρική διαχείριση με όλες τις ομάδες» (εννοώντας βασικά και με τους «ερυθρόλευκους») μέσα, έμοιαζε έτσι κι αλλιώς με δίκοπο μαχαίρι.
Οι εμπειρίες από την εποχή του βραχύβιου και με περίεργη διαδρομή Alpha Digital (αρχές της νέας χιλιετίας), αλλά και από το μεσοδιάστημα μέχρι το ‘11, εποχή που η Nova έπαιζε χωρίς ουσιαστικό αντίπαλο (αλλά δεν μπορούσε να βάλει στο μπουκέτο το βαρύ όνομα του Ολυμπιακού), μας έλεγαν, βλέπετε, το εξής:

Ότι το ελληνικό πρωτάθλημα στο σύνολό του θα ήταν βεβαίως μια πολύ σπουδαία και συμφέρουσα προσθήκη στο πρόγραμμα. Αλλά υπό τρεις βασικές προϋποθέσεις:

  1. Να αναβαθμιστεί σε ποιότητα, επίπεδο, ανταγωνιστικότητα και αξιοπιστία.
    2. Να αποκτήσει σύγχρονο τηλεοπτικό «προφίλ». (Συγκεκριμένες προδιαγραφές γηπέδων, αποδυτηρίων, αιθουσών συνεντεύξεων Τύπου και γενικά εγκαταστάσεων, συγκεκριμένες προδιαγραφές ασφαλείας, συγκεκριμένη μεταχείριση στον Τύπο κ.ο.κ.)
    3. Να αγοραστεί με αντίτιμο που δε θα ανάγκαζε το κανάλι να χάσει το υπόλοιπο, υψηλότατου επιπέδου, διεθνές αθλητικό προϊόν του. (Τότε, ακόμη, η NOVA ήταν αδιαμφισβήτητη κυρίαρχος, πρακτικώς μονοπώλιο σ’ αυτό το επίπεδο).

Στην πράξη, όσοι ήμασταν ήδη τότε αρκετά χρόνια στο επάγγελμα και στο κανάλι και γνωρίζαμε την ποδοσφαιρική πιάτσα, την ιστορία, το παρασκήνιο, τη νοοτροπία και τις πρακτικές του, ήμασταν σχεδόν βέβαιοι ότι μια τέτοια επιδίωξη ήταν περίπου χιμαιρική.
Ίσως ακόμη και τώρα να ισχύει, σίγουρα όμως τότε, δεν υπήρχε η παραμικρή κουλτούρα πραγματικής και ειλικρινούς συνεργασίας στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Ούτε καν στο επίπεδο των ελαχίστων αμοιβαίων υποχωρήσεων προκειμένου το «προϊόν» να προστατεύεται, να βελτιώνεται, να μπαίνει, εν τέλει, πάνω απ’ όλα και όλους.

Οι όποιες συμμαχίες και συμφωνίες κυρίων είχαν ήδη μια φορά «διαλυθεί στο πρώτο πέτσινο πέναλτι», καθώς είχε προφητεύσει ο Βίκτωρ -όχι ο Ουγκώ… Τίποτε απολύτως δε φαινόταν να τις εμποδίζει να διαλυθούν ξανά για μια αντίστοιχη αφορμή, όποια υπόσχεση κι αν θα είχε προηγηθεί προς το συνδρομητικό περί του αντιθέτου.

Απ’ την άλλη, για να ανταποκριθεί η Σούπερ Λίγκα στις δικές της υποχρεώσεις, θα έπρεπε να προχωρήσει σε σημαντικές επενδύσεις από την πλευρά της. Ακόμη κι αν έδειχναν τη σχετική διάθεση, πού θα έβρισκαν τα χρήματα τα περισσότερα μέλη της τα χρήματα για να κάνουν αυτές τις επενδύσεις; Τα έσοδα από τις υπόλοιπες χορηγίες, από τα εισιτήρια, από τις προωθητικές ενέργειες κ.λπ., δεν είναι έτσι κι αλλιώς υψηλά. Και τα ποσά από τα τηλεοπτικά δικαιώματα είναι σα μάννα εξ ουρανού για τις περισσότερες ομάδες, αλλά σε επίπεδο επιβίωσης, όχι συμπληρωματικό, ώστε να περισσεύουν κιόλας για τέτοιες «πολυτέλειες».

Επιπλέον όποιο και να ήταν το τηλεοπτικό αντίτιμο για τις ομάδες, εκ των πραγμάτων σίγουρα θα ωχριούσε μπροστά στα έσοδα από το Τσάμπιονς Λιγκ, γεγονός που δε θα αφαιρούσε a priori το βασικό κίνητρο για τυχόν… ομορφιές. («Όπλο» υπήρχε και θα υπάρχει πάντοτε για κάτι τέτοια και ευκαιρίες, αναρίθμητες…)

Τέλος, με δεδομένο ότι η διαπραγμάτευση ήταν τελείως ανισοβαρής σε επίπεδο, αν μη τι άλλο, εμπειρίας (και το αφήνω εδώ, προς το παρόν, αυτό), οι περισσότεροι φοβόμασταν ότι το αντίτιμο θα ήταν εν τέλει τέτοιο που θα αποδυνάμωνε τελείως το υπόλοιπο πρόγραμμα. Και, βέβαια, ότι τα εξωσυμβατικώς συμφωνηθέντα, θα ήταν όλα κομμένα και ραμμένα στα μέτρα της Λίγκας και όχι του καναλιού.

Οι φόβοι αποδείχθηκαν μάλλον βάσιμοι. Όταν, π.χ.,η NOVA άρχισε να «απεμπολεί» τις κορυφαίες ευρωπαϊκές διοργανώσεις μία-μία, προκειμένου, όπως όλα έδειχναν, να καταφέρει να χρυσοπληρώσει την «κεντρική διαχείριση» της Σούπερ Λίγκας, κάθε βράδυ στο Balla D’Air, τη ζωντανή εκπομπή επικοινωνίας του καναλιού, ένιωθα ότι αν μπορούσαν οι ενοχλημένοι συνδρομητές θα μου πετούσαν… βελάκια, όχι απλώς άβολες ερωτήσεις για τις συνεχιζόμενες απώλειες του καναλιού σε διαπιστωμένα«λαμπερό» ποδοσφαιρικό πρόγραμμα…

Το φαινομενικώς αναίτιο κόψιμο εκείνης της εκπομπής –που μέχρι και το φθινόπωρο του 2010 που ξέρω, είχε το υψηλότερο τιμολόγιο διαφημιστικού χρόνου στο κανάλι, αν λέει κάτι αυτό για την ανταπόκρισή της στους συνδρομητές- καθόλου δεν αποκλείαμε, μεταξύ μας στα γραφεία, να αποτέλεσε «προϋπόθεση» της «κεντρικής διαχείρισης».

Προσωπικά πιθανολογώ ότι μπορεί να συνέβη επειδή έδινε λόγο στο κοινό, live.
Και κανείς δε μπορούσε εκ των προτέρων να εξασφαλίσει ότι το κοινό θα έλεγε ομόφωνα και αναφανδόν: «Μπράβο, NOVA! Πολύ καλά έκανες που έχασες την Premier League, τη La Liga, τη Serie A κ.λπ. Μία δεν πιάνουν όλα αυτά μαζί μπροστά στο αποσβολωτικό υπερθέαμα της Σούπερ Λίγκας». (Κι αυτό είναι ένα παράδειγμα μόνον ως προς τι θα μπορούσε να πει…).

Μαζί μ’ αυτό, άλλωστε, έγινε ολοφάνερο στη συνέχεια ότι και πολλά άλλα ακόμη ίσως  να αποτελούσαν επίσης μέρος της εξωσυμβατικής συμφωνίας (αλλιώς θα ήταν μάλλον παράλογο, στα όρια της αυτοχειρίας για το κανάλι να αρχίσουν από δική του πρωτοβουλία να συμβαίνουν από τη μια μέρα στην άλλη). Δε θέλω να τα απαριθμήσω. Όλοι ξέρουμε τι άλλαξε ξαφνικά προκειμένου να μη «θίγεται» κατά κανένα τρόπο το προϊόν από πλευράς NOVA (έτσι όπως εννοεί το «θίξιμο» η Σούπερ Λίγκα δηλαδή).

Απ’ τη δική της πλευρά, όμως, η ίδια φρόντισε τόσο πολύ να μη «θίξει» αυτό το προϊόν, ώστε (εξαιτίας της, βασικά) έφτασε να τεθεί συνολικά το ελληνικό ποδόσφαιρο υπό διεθνή επιτήρηση και η ίδια να κόβει όσα εισιτήρια κόβει, στα γήπεδα που τα κόβει, υπό τις συνθήκες που τα κόβει. Στην πράξη, δεν έκανε απολύτως τίποτε, δηλαδή, για να αναβαθμίσει το θέαμα, την ποιότητα, την αξιοπιστία, το ενδιαφέρον. Αν έχει συμβεί ή πάει να συμβεί κάτι απ’ αυτά τώρα, είναι επειδή της έχει επιβληθεί άνωθεν, όχι επειδή το προσπάθησε ή το θέλησε καν η ίδια.

Η Σούπερ Λίγκα, με άλλα λόγια, πάτησε κάποτε πάνω στη ριψοκίνδυνη εκτίμηση, ας την πούμε έτσι (κι ας το αφήσουμε επίσης εδώ, προς το παρόν κι αυτό) της NOVA και έκανε μαζί της μια συμφωνία που πολλοί θα θεωρούσαν μάλλον επισφαλή, αν μη τι άλλο.

Στη νέα κατάσταση πραγμάτων, με χαμηλότερα κόστη παραγωγής κιόλας, η NOVA μπορεί βάσιμα να υποθέσει κανείς ότι θα ξοδέψει μάλλον λιγότερα από τα 30.000.000 ευρώ που ήταν η τελευταία πρότασή της προς τη Σούπερ Λίγκα -η οποία και δεν έγινε δεκτή, όπως άλλωστε και οι όποιες διαρθρωτικές τέτοιες έκανε, π.χ. για πρωτάθλημα με 14 ομάδες και play-offs που θα αναδεικνύουν πρωταθλητή.

Μ’ αυτά τα χρήματα η NOVA θα μπορεί να αποκτήσει με μεμονωμένες συμφωνίες προϊόν που θα ενδιαφέρει άμεσα, πρακτικώς το 85% (και ίσως λίγο λέω) των φιλάθλων της χώρας. Δε θα είναι το τέλειο, ίσως, αλλά οπωσδήποτε δε θα είναι δα και κακό.

Αντίθετα, το περίπου 1.000.000 ευρώ και ίσως παραπάνω, που αναλογούσε σε καθεμία από τις 12 «υπόλοιπες» ομάδες του συνεταιρισμού, είναι ποσόν που, στις μέρες μας, ούτε η… κάποτε ιδιαιτέρως γενναιόδωρη ΕΡΤ μπορεί έστω και να διανοηθεί να προσφέρει. Εφόσον διάθεση από πλευράς τους να κινηθούν με ενιαία γραμμή δε φαίνεται να υπάρχει, οι ομάδες αυτές θα βρεθούν πολύ στριμωγμένες, με όσα αυτό συνεπάγεται πρόσδεση σε «άρματα», μεγάλη εξάρτηση από τους ισχυρούς, επιβίωση με τόσους δανεισμούς παικτών που θα παραπέμπουν σε «θυγατρικές», αυξημένη αναξιοπιστία γενική και ειδικότερα στοιχηματική

Πλήρης επιστροφή στο παρελθόν δηλαδή. Τυπικά. Αλλά ουσιαστικά, ίσως όχι. Διότι τουλάχιστον η διάχυτη καχυποψία ότι τέτοια πράγματα εξακολουθούν και συμβαίνουν στον ένα ή τον άλλο βαθμό, δεν εξέλιπε κιόλας στα 12 χρόνια ύπαρξης της Λίγκας, έτσι δεν είναι; Ούτε από την «κεντρική διαχείριση» και μετά πιστεύω πως θεώρησε η μεγάλη πλειονότητα των ασχολούμενων με το ποδόσφαιρο ότι παρόμοια φαινόμενα αποτέλεσαν οριστικά και δια παντός μια «κακή παρένθεση», οσοδήποτε μεγάλη κι αν ήταν, στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Από τη μεριά της, εν κατακλείδι, η NOVA υπήρξε έως και υπέρ το δέον τυπική στις δικές της υποχρεώσεις της συμφωνίας που τώρα φαίνεται ότι σπάει. Έδειξε πιο καλή διάθεση κι απ’ όσο πιθανόν ήταν απαραίτητο, αποδέχθηκε συμβιβαστικές λύσεις όποτε απαιτήθηκε, έριξε νερό στο κρασί της, αλλά πήρε και πρωτοβουλίες όσο και όπου μπορούσε για να ξεπεραστούν εμπόδια ή να βελτιωθεί η κατάσταση. Η αποτίμηση αυτής της στάσης της, προφανώς, την οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η άλλη πλευρά, δεν έδειξε ανάλογη συμπεριφορά. Υπό αυτή την έννοια, όλα δείχνουν ότι  διορθώνει πλέον κάτι που, πιθανότατα, θεωρεί πλέον πως αποτέλεσε λάθος της.

Η Σούπερ Λίγκα μπορεί να κλάψει όσο θέλει γι’ αυτό. Λίγοι, νομίζω, τη λυπούνται. Και να διαλυθεί, επίσης σε λίγους θα λείψει. Σε όσους δεν τη θεωρούν ήδη αδειανό σακάκι. Μια προσχηματική συμμαχία που, στα μάτια των πολλών (όσων δεν είναι φανατικοί, δηλαδή), πολλούς σκοπούς μπορεί να είχε και να έχει, αλλά το να δούμε καμιά φορά στην Ελλάδα ό,τι σε άλλες χώρες απολαμβάνουν ακόμη και σε επίπεδο δικής τους Β΄, Γ’ ή και ερασιτεχνικής ακόμη κατηγορίας, μάλλον όχι…