Όταν η κυβέρνηση δεν μπορεί να προστατέψει τους επενδυτές της

Η απόφαση του διοικητικού εφετείου που επικύρωσε το πρόστιμο 38 εκατομμυρίων ευρώ στην καπνοβιομηχανία ΣΕΚΑΠ, συμφερόντων του Ιβάν Σαββίδη, ήρθε να θυμίσει ότι η κυβέρνηση ενίοτε δεν μπορεί να προστατεύσει ούτε καν τους επενδυτές που θεωρεί φιλικά προσκείμενους.

Όταν η κυβέρνηση δεν μπορεί να προστατέψει τους επενδυτές της | to10.gr

Όταν το Σάββατο 16 Δεκεμβρίου ο Ιβάν Σαββίδης συνάντησε τον Αλέκο Φλαμπουράρη στο Μέγαρο Μαξίμου, είμαστε βέβαιοι ο αρμόδιος επί των επενδύσεων υπουργός Επικρατείας σίγουρα τα άκουσε από τον Ελληνοπόντιο επιχειρηματία. Γιατί ο Ιβάν Σαββίδης τις περασμένες μέρες είχε ακούσει μόνο κακά νέα.

Το πρωί της Παρασκευής, την τελευταία στιγμή κυριολεκτικά, αναβλήθηκε η υπογραφή της σύμβασης για την πώληση του 67% των μετοχών του ΟΛΘ στην κοινοπραξία γαλλικών, κινεζικών και γερμανικών κεφαλαίων στην οποία συμμετέχει ο Ιβάν Σαββίδης, με αφορμή την εθνικοποίηση της ρωσικής τράπεζας που είχε δώσει την εγγυητική επιστολή. Είχαν προηγηθεί δημόσιες παρεμβάσεις του Αμερικανού πρέσβη στην Αθήνα που εμμέσως πλην σαφώς έθεσε ζήτημα ρωσικών κεφαλαίων αγνώστου προέλευσης στην κοινοπραξία που αγόρασε το λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Λίγο μετά ήρθαν και άλλα κακά μαντάτα. Το Διοικητικό Εφετείο Κομοτηνής επικύρωσε το πρόστιμο που είχε επιβληθεί στην καπνοβιομηχανία ΣΕΚΑΠ και αφορούσε τελωνειακές παραβάσεις. Το πρόστιμο, με τις απαραίτητες προσαυξήσεις, φτάνει τα 38 εκατομμύρια ευρώ. Η είδηση έπεσε λίγο σαν βόμβα, ιδίως στους εκατοντάδες εργαζομένους της καπνοβιομηχανίας ΣΕΚΑΠ που είδαν να έρχεται ξανά η αγωνία για τυχόν «λουκέτο» στην επιχείρηση.

Η υπόθεση αφορά τελωνειακές παραβάσεις του 2008. Είμαστε, δηλαδή, ακόμη στην περίοδο όπου η ΣΕΚΑΠ είναι υπό τον έλεγχο του δημοσίου και πριν περάσει στα χέρια του Ιβάν Σαββίδη. Όμως, ο τελικός καταλογισμός έγινε μερικά χρόνια αργότερα και αφού η επιχείρηση είχε ήδη πωληθεί.

Η πλευρά Σαββίδη πάντα επέμεινε ότι δεν είχε ενημέρωση για το πρόστιμο όταν αγόρασε την ΣΕΚΑΠ. Αυτό τυπικά ισχύει με την έννοια ότι δεν είχε γίνει ο σχετικός καταλογισμός. Όμως, μας φαίνεται δύσκολο ένας έμπειρος επιχειρηματίας, πέραν του ελέγχου που έκαναν οι ορκωτοί λογιστές, να μην είχε ζητήσει και πλήρη στοιχεία για όλες τις υποθέσεις που μπορεί και να ήταν μπλεγμένη η επιχείρηση την οποία επρόκειτο να αγοράσει.


Σε κάθε περίπτωση επειδή το πρόβλημα συνέχισε να υπάρχει, η νέα ιδιοκτησία της ΣΕΚΑΠ ζητούσε να υπάρξει ειδική νομοθετική ρύθμιση που να αντιμετωπίζει το πρόβλημα. Όντως, τον περασμένο Μάιο η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έφερε ειδική τροπολογία που αντιμετώπιζε τέτοιες περιπτώσεις. Ειδικότερα, η σχετική τροπολογία που συμπεριλήφθηκε στο νομοσχέδιο για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό αναφέρει
«Σε περίπτωση πώλησης κατόπιν διαγωνισμού του συνόλου ή μέρους των μετοχών ή του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων ή τμημάτων αυτών ή κλάδων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και πιστωτικών ιδρυμάτων στο μετοχικό κεφάλαιο των οποίων συμμετέχει με οποιοδήποτε ποσοστό το Δημόσιο, καθώς και ανωνύμων εταιρειών που είναι συνδεδεμένες με τα ως άνω νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και πιστωτικά ιδρύματα, η οποία πώληση διενεργείται στο πλαίσιο αποκρατικοποίησης, εξυγίανσης ή ειδικής εκκαθάρισης αυτών, για την καταβολή προστίμων, πολλαπλών τελών, δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων, που επιβάλλονται και καταλογίζονται σε βάρος των κυρίως υπαιτίων της παράβασης, δεν κηρύσσονται αλληλέγγυα συνυπεύθυνα αστικά τα ως άνω νομικά πρόσωπα υπό την προϋπόθεση ότι έως την ημερομηνία μεταβίβασης των μετοχών ή περιουσιακών στοιχείων δεν είχαν κοινοποιηθεί καταλογιστικές πράξεις και η συγκεκριμένη εκκρεμότητα δεν είχε γνωστοποιηθεί στους ενδιαφερόμενους επενδυτές κατά το κρίσιμο στάδιο της διενέργειας του σχετικού διαγωνισμού για τη μεταβίβαση αυτών των περιουσιακών στοιχείων».

Είναι προφανές ότι η τροπολογία ήταν σχεδόν «φωτογραφική» για τη ΣΕΚΑΠ, καθώς αναφερόταν σε πρόστιμα που αφορούσαν προηγούμενες περιόδους αλλά δεν είχαν καταλογιστεί κατά τη στιγμή της μεταβίβασης, ενώ έθετε και την προϋπόθεση ότι δε είχε γνωστοποιηθεί η εκκρεμότητα κατά τη φάση του διαγωνισμού.

Η αντιπολίτευση τότε είχε αντιδράσει με ιδιαίτερα έντονο τρόπο κατηγορώντας την κυβέρνηση για χαριστική μεταχείριση της ΣΕΚΑΠ και του Ιβάν Σαββίδη, ο οποίος από τη μεριά του με συνέντευξή του είχε επαινέσει τον πρωθυπουργό, είχε επικρίνει τον πρόεδρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης και είχε υπενθυμίσει ότι ήταν ο Αντώνης Σαμαράς που είχε επιμείνει ιδιαίτερα ώστε να έρθει και να πάρει τη ΣΕΚΑΠ.

Παρά τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν τότε, η τροπολογία ψηφίστηκε. Όμως, τελικά αποδείχτηκε δώρον άδωρον, καθώς δεν μπορούσε να εφαρμοστεί αναδρομικά. Η διατύπωση της τροπολογίας ήταν τέτοια που δεν περιλάμβανε αναδρομική ισχύ, ενώ την ίδια στιγμή, επειδή αφορά την αστική ευθύνη, δεν καλύπτεται από τη γενική ρύθμιση του Ποινικού Δικαίου που προβλέπει ότι επικρατεί μεταγενέστερος νόμος εφόσον είναι ευνοϊκότερος. Κοινώς η κυβέρνηση κατάφερε και να «καρφωθεί» ότι ήθελε να διευκολύνει τη ΣΕΚΑΠ και τον Σαββίδη και τη δουλειά να μην κάνει. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος θα αναγκαστεί να δηλώσει τότε ότι η κυβέρνηση δεν προτίθεται να φέρει νέα ρύθμιση.

Έτσι φτάσαμε στην απόφαση του δικαστηρίου που επικύρωσε το πρόστιμο. Εάν απορριφθεί και η νέα προσφυγή που θα κάνει η καπνοβιομηχανία, ο Ιβάν Σαββίδης θα βρεθεί να δώσει για το πρόστιμο περισσότερα από όσα έχει μέχρι στιγμής επενδύσει στην επιχείρηση. Για κάποιον που ορισμένες από τις επενδύσεις του είναι περισσότερο αποτέλεσμα πολιτικής απόφασης παρά επιχειρηματικής ευκαιρίας (Ο Σαββίδης ελέγχει το 9,5% της τεράστιας ρωσικής αγοράς τσιγάρων και δεν του χρειαζόταν μια σχετικά μικρή ελληνική καπνοβιομηχανία), είναι σαφές ότι η υπόθεση είναι αρκούντως εκνευριστική.

Ανικανότητα της κυβέρνησης να προστατέψει ακόμη τους επενδυτές στους οποίους… επενδύει, ή προσπάθεια να δείξει ότι δεν είναι «δεδομένη»; Σίγουρα, στις επόμενες μέρες θα δούμε εξελίξεις και –ίσως…– απαντήσεις.