Ο Γιώργος Χελάκης καταγράφει τους λόγους για τους οποίους η επιλογή Ομπράντοβιτς ήταν περίπου μονόδρομος και καταθέτει μια επιφύλαξη
Η επιστροφή του Ζέλικο Ομπράντοβιτς στον Παναθηναϊκό αποτελεί, θεωρητικά τουλάχιστον, την καλύτερη δυνατή επιλογή που θα μπορούσε να κάνει ο σύλλογος αυτή τη στιγμή. Υπάρχει, ωστόσο, μια σοβαρή επιφύλαξη που δεν μπορεί να αγνοηθεί: κατά πόσο είναι εφικτή η αρμονική συνεργασία δύο προσωπικοτήτων με έντονα χαρακτηριστικά, ισχυρό εγωισμό και συγκρουσιακή διάθεση. Η σχέση διοίκησης και προπονητή θα αποτελέσει ίσως τον σημαντικότερο παράγοντα επιτυχίας ή αποτυχίας του εγχειρήματος.
Από εκεί και πέρα, οι λόγοι που καθιστούν τον Ομπράντοβιτς αυτονόητη λύση είναι προφανείς. Πρόκειται για τον πιο επιτυχημένο και επιδραστικό προπονητή που έχει εμφανιστεί στο ευρωπαϊκό μπάσκετ τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Το ειδικό του βάρος, η προσωπικότητα και η ιστορία του στον Παναθηναϊκό δημιουργούν αυτομάτως ένα διαφορετικό κλίμα. Η αποδοχή του από τον κόσμο είναι καθολική, η ψυχολογία του οργανισμού αλλάζει από την πρώτη ημέρα και η παρουσία του προσδίδει κύρος και σταθερότητα.
Διαβάστε επίσης: «Στην πόρτα της εξόδου ο Χεζόνια από τη Ρεάλ»
Ένα ακόμη στοιχείο που μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα σημαντικό είναι η δυνατότητά του να λειτουργήσει ως παράγοντας εξισορρόπησης μέσα σε έναν οργανισμό που τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίστηκε από υπερβολές και ακραίες αντιδράσεις, τόσο στις επιτυχίες όσο και στις αποτυχίες. Η ελληνική μπασκετική πραγματικότητα δεν αντέχει να ζει κάθε Ιούνιο την ίδια τοξική παράνοια. Ειδικά τώρα που το άθλημα δείχνει να εισέρχεται σε μια νέα, ιδιαίτερα ελπιδοφόρα περίοδο, υπάρχει ανάγκη να περιοριστούν οι εντάσεις και να επιστρέψει η συζήτηση στο ίδιο το παιχνίδι. Δεν είναι βέβαιος ότι αυτό θα συμβεί εύκολα. Η τοξικότητα έχει πλέον ριζώσει σε σημαντικό τμήμα του κοινού και συχνά αναπαράγεται ανεξάρτητα από τα πρόσωπα που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή. Παρ’ όλα αυτά, η παρουσία του Ομπράντοβιτς, σε συνδυασμό με τη συμβολή όλων των εμπλεκομένων, μπορεί να βοηθήσει ώστε να αλλάξει σταδιακά το κλίμα.
Σε αγωνιστικό επίπεδο, πάντως, τα δύσκολα τώρα αρχίζουν. Οι πανηγυρισμοί και τα αναθέματα που κυριαρχούν τις τελευταίες ημέρες δεν έχουν ιδιαίτερο νόημα. Ο Παναθηναϊκός έχει συγκεκριμένα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν και τα οποία συχνά πέρασαν σε δεύτερη μοίρα εξαιτίας της έντασης της επικαιρότητας. Η ομάδα χρειάζεται έναν αξιόπιστο πόιντ γκαρντ, ικανό να προσφέρει όσα δεν κατάφεραν να δώσουν με συνέπεια ο Λορέντζο Μπράουν και ο Τι Τζέι Σορτς. Χρειάζεται επίσης έναν ακόμη ποιοτικό αμυντικό στην περιφέρεια, καθώς ο Τζέριαν Γκραντ έδειξε σημάδια κόπωσης. Παράλληλα, πρέπει να βρεθεί ο σωστός τρόπος διαχείρισης του Κώστα Σλούκα, ο οποίος παραμένει σπουδαίος παίκτης, αλλά βρίσκεται σε διαφορετική φάση της καριέρας του.
Στη ρακέτα απαιτούνται τουλάχιστον δύο νέοι σέντερ, ενώ ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στο ζήτημα των Ελλήνων παικτών. Μετά και την αποχώρηση του Σαμοντούροφ, ο Παναθηναϊκός καλείται να καλύψει σημαντικά κενά ώστε να ανταποκριθεί και στις απαιτήσεις του ελληνικού πρωταθλήματος. Ουσιαστικά, ο Παναθηναϊκός καλείται να χτίσει μια νέα ομάδα. Όχι από το μηδέν, καθώς διαθέτει ήδη έναν ισχυρό κορμό έξι ή επτά παικτών υψηλότατου επιπέδου, αλλά σίγουρα με αρκετές και ουσιαστικές προσθήκες.
Μέχρι τότε, φίλοι και αντίπαλοι του Παναθηναϊκού καλό είναι να θυμούνται κάτι: ο Ομπράντοβιτς δεν είναι ο Ομπράντοβιτς της δεκαετίας του 2000. Δεν είναι ξεπερασμένος — θα ήταν υπερβολικά αλαζονικό να υποστηρίξει κανείς κάτι τέτοιο για το κορυφαίο προπονητικό όνομα της Ευρώπης. Από την άλλη, δεν είναι και θαυματοποιός. Οι τελευταίες χρονιές του στη Φενέρμπαχτσε δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένες, ενώ από τις τέσσερις σεζόν του στην Παρτίζαν μόνο εκείνη του 2023 μπορεί να χαρακτηριστεί πραγματικά εξαιρετική. Η αξία του παραμένει τεράστια, αλλά η επιτυχία του νέου εγχειρήματος θα εξαρτηθεί από πολύ περισσότερα πράγματα από ένα και μόνο όνομα στον πάγκο.