Νέο άλμπουμ, παλιοί λογαριασμοί και ένα μεγάλο ερώτημα: Τι σκεφτόμαστε σήμερα όταν ακούμε τον Morrissey;

Αν απομονώσει κανείς τη μουσική από την εικόνα, εξακολουθεί ο Morrissey να γράφει τραγούδια που μένουν ή ο μύθος ζει πλέον μόνο από το παρελθόν του;

Η ανακοίνωση ενός νέου single και ενός νέου άλμπουμ του Morrissey με τον ίδιο τίτλο, Make-Up is a Lie, ήταν αρκετή για να αναζωπυρώσει μια συζήτηση που, στην πραγματικότητα, δεν έχει σταματήσει ποτέ. Κάθε νέα του κυκλοφορία λειτουργεί ως αφορμή για να επανέλθουν όλα όσα κάνουν τον Morrissey έναν από τους πιο αμφιλεγόμενους καλλιτέχνες της σύγχρονης ποπ κουλτούρας.

Λίγοι μουσικοί έχουν καταφέρει να διχάσουν τόσο έντονα όσο εκείνος. Για τους πιστούς θαυμαστές του, μια συναυλία του μοιάζει με τελετουργία – μια εμπειρία σχεδόν θρησκευτική. Για τους πολέμιούς του, όμως, αποτελεί σύμβολο απογοήτευσης, σε σημείο που στο διαδίκτυο υπάρχουν ομάδες με τίτλους όπως «Morrissey Hate Club». Η βασική αιτία αυτής της ρήξης είναι οι δημόσιες πολιτικές του τοποθετήσεις τα τελευταία χρόνια, κυρίως γύρω από τη μετανάστευση και τον εθνικισμό, οι οποίες μοιάζουν να συγκρούονται ευθέως με τον κοινωνικά ευαίσθητο και συχνά σοσιαλιστικό λόγο που χαρακτήριζε το πρώιμο έργο του.

Διαβάστε επίσης: Πώς ο Κωστούλας μπορεί να έφτασε τον… Κριστιάνο Ρονάλντο (vids)

Ο ίδιος ο Morrissey επιμένει ότι η στάση του αφορά τη βρετανική ταυτότητα και την υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου και όχι τον ρατσισμό. Έχει απορρίψει επανειλημμένα την κατηγορία ότι έχει απομακρυνθεί ιδεολογικά από το παρελθόν του, δηλώνοντας το 2018 με σαφήνεια: «Απεχθάνομαι τον ρατσισμό. Απεχθάνομαι τον φασισμό».

Η σχέση του με τα media είναι εξίσου φορτισμένη. Το 2007 κατηγόρησε δημόσια το NME ότι προσπάθησε συνειδητά να τον παρουσιάσει ως ρατσιστή, μέσω κειμένου που δημοσίευσε στο μουσικό blog του Guardian. Δώδεκα χρόνια αργότερα, η αντιπαράθεση είχε αντιστραφεί: αυτή τη φορά ήταν ο Morrissey που κατηγορούσε τον Guardian για «εκστρατεία μίσους», μετά από άρθρο που τον συνέδεε με ακροδεξιές ιδεολογίες.

Παρά —ή ίσως εξαιτίας— αυτής της μόνιμης έντασης, ο Morrissey εξακολουθεί να προκαλεί ακατάπαυστο ενδιαφέρον. Αυτός είναι και ο λόγος που σχεδόν ολόκληρος ο μουσικός Τύπος ασχολήθηκε με το Make-Up is a Lie, ακόμη κι αν ορισμένα μέσα, όπως το Spin, το έκαναν εμφανώς απρόθυμα.

Όπως είχε σημειώσει άρθρο του Guardian το 2019, «είναι δύσκολο – ακόμη και επώδυνο – να ξεχωρίσεις όσα αγαπάς στον Morrissey από όσα σε απωθούν». Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: όταν η συζήτηση μετατοπίζεται αποκλειστικά στη μουσική, καταφέρνει το έργο του να υπερκεράσει το βάρος της δημόσιας εικόνας του;

Οι τίτλοι ως υπόσχεση – και παγίδα

Προς το παρόν, πέρα από το ομότιτλο single, το κοινό γνωρίζει μόνο τους τίτλους των τραγουδιών του νέου άλμπουμ, οι οποίοι ανακοινώθηκαν μέσω social media ανήμερα τα Χριστούγεννα. Κι όμως, ακόμη κι αυτοί αρκούν για να σχηματιστεί μια πρώτη εικόνα.

Ο Morrissey παραμένει πιστός στην παράδοση των ιδιόρρυθμων και συχνά αλλόκοτων τίτλων: The Monsters of Pig Alley, Zoom Zoom the Little Boy, Many Icebergs Ago. Προστίθενται έτσι σε μια μακρά λίστα που περιλαμβάνει τίτλους όπως Don’t Make Fun of Daddy’s Voice, Kick the Bride Down the Aisle και Jim Jim Falls. Είναι τίτλοι που τραβούν την προσοχή, χωρίς όμως να εγγυώνται καλλιτεχνικό αποτέλεσμα – κάτι που έχει αποδειχθεί στο παρελθόν με τραγούδια όπως τα Julie in the Weeds και Never Again Will I Be a Twin.

Το 2024, απαντώντας σε αυτό που θεωρούσε απόπειρα των μέσων να τον αποκόψουν από την «ουσία» των The Smiths, ο Morrissey δήλωσε ότι ο ίδιος ήταν υπεύθυνος για το όνομα του συγκροτήματος, τους τίτλους των τραγουδιών και των άλμπουμ, τα εξώφυλλα, τις φωνητικές μελωδίες και το σύνολο της λυρικής κατεύθυνσης.

Από όλα αυτά, εκείνο που συχνά παραβλέπεται είναι η συμβολή του στη μελωδία. Η κριτική γύρω από τις στιχουργικές του δυνατότητες τείνει να περιορίζεται στους στίχους, αφήνοντας στο περιθώριο το γεγονός ότι οι βασικές φωνητικές γραμμές είναι δικές του.

Ακόμη κι αν συνεργάστηκε με εξαιρετικούς μουσικούς – από τον Τζόνι Μαρ μέχρι τους Αλέν Γουάιτ, Μποζ Μπούρερ, Τζέσι Τόμπιας ή, πιο πρόσφατα, την Καμίλα Γκρέι – η μελωδική ταυτότητα των τραγουδιών του φέρει ξεκάθαρα τη δική του σφραγίδα. Και όταν χιλιάδες άνθρωποι τραγουδούν μαζί του κομμάτια όπως το There Is a Light That Never Goes Out, δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί η ικανότητά του να γράφει μελωδίες που μένουν.

Το Make-Up is a Lie δεν δείχνει να διεκδικεί τον ρόλο ενός νέου ύμνου. Παρ’ όλα αυτά, το ρεφρέν του –με τις μελωδικές επαναλήψεις και τα άλματα– περιλαμβάνει βασικά στοιχεία αυτού που η επιστήμη αποκαλεί «earworm effect»: τη δύναμη ενός τραγουδιού να κολλάει στο μυαλό, ανεξάρτητα από το αν το επιθυμούμε.

Στίχος και ομοιοκαταληξία

Στην ακμή του, ο Morrissey χειριζόταν την ομοιοκαταληξία με εντυπωσιακή ευελιξία, αξιοποιώντας διαφορετικά είδη ώστε να διευρύνει το λεξιλόγιό του και να δημιουργεί στίχους ταυτόχρονα οικείους και απρόβλεπτους.

Τόσο στους The Smiths όσο και στη σόλο πορεία του, χρησιμοποίησε ασσονάνς, συμφωνικές και οικογενειακές ομοιοκαταληξίες σε τραγούδια όπως That Joke Isn’t Funny Anymore, Rubber Ring, Our Frank και Lifeguard Sleeping, Girl Drowning. Ακόμη και όταν επέλεγε «τέλειες» ομοιοκαταληξίες, το έκανε συχνά με ανατροπή, όπως στο We Hate It When Our Friends Become Successful, όπου το «northern» συναντά το «worse and».

Τα τελευταία χρόνια, όμως, η γραφή του δείχνει πιο προβλέψιμη, με απλές και άμεσες καταλήξεις: «place/face», «babies/rabies/scabies», «bus/fuss», «room/gloom», «sleuth/truth». Ανάμεσά τους ξεχωρίζει αρνητικά ο στίχος «there are explosive kegs between my legs» από το Dear God, Please Help Me, που συχνά αναφέρεται ως ένα από τα χαμηλότερα σημεία της στιχουργικής του πορείας.

Στο Make-Up is a Lie, πάντως, παρατηρείται μια επιστροφή σε πιο ευρηματικές επιλογές, όπως τα «reclusion/explosion] και «Paris/granite», με μόνο το «outburst/cloudburst» να θυμίζει τις πιο συμβατικές του συνήθειες.

Το αν το 2026 θα αποδειχθεί ακόμη μία δύσκολη χρονιά για τους φίλους του Morrissey δεν θα κριθεί μόνο από τη μουσική. Οι συνεντεύξεις και τα δημοσιεύματα θα συνεχίσουν να διαβάζονται με καχυποψία, ενώ οι έννοιες της «ακύρωσης» και της «διαμάχης» θα παραμένουν παρούσες. Ένα ισχυρό άλμπουμ, ωστόσο, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σημαντικό αντίβαρο για όσους εξακολουθούν να τον υπερασπίζονται σε αυτόν τον διαρκή, βαθιά διχαστικό δημόσιο διάλογο.

* Το άρθρο βασίζεται στη μουσικολογική και πολιτισμική ανάλυση του Glenn Fosbraey (Αναπληρωτή Κοσμήτορα Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Winchester) στο The Conversation, Kεντρική Φωτογραφία: Instagram @morrisseyofficial, @ryanlowry

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις αθλητικές ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Αθλητικές Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από