Η Κάτια Δανδουλάκη δεν υπήρξε ποτέ μια γυναίκα που αναζήτησε την εφήμερη επιβεβαίωση
Η Κάτια Δανδουλάκη αποτελεί μια σπάνια περίπτωση στην ελληνική καλλιτεχνική πραγματικότητα. Είναι η γυναίκα που κατάφερε να συνδυάσει την απόλυτη αστική ευγένεια με το λαϊκό έρεισμα, την εμπορική επιτυχία της «Λάμψης» με το δέος του Θεάτρου Τέχνης, και την προσωπική αξιοπρέπεια με την ειλικρίνεια των μεγάλων αποκαλύψεων. Όμως, πίσω από τα φώτα της ράμπας και τους εμβληματικούς ρόλους, κρύβεται μια ζωή γεμάτη πάθος, διλήμματα, μεγάλους έρωτες και μια αφοσίωση που σπάνια συναντά κανείς στον εφήμερο κόσμο του θεάματος.
Στο κεφάλαιο των ανδρών και των σχέσεων, η Κάτια Δανδουλάκη δεν υπήρξε ποτέ μια γυναίκα που αναζήτησε την εφήμερη επιβεβαίωση. Αντίθετα, κάθε άνδρας που πέρασε από τη ζωή της άφησε ένα διακριτό αποτύπωμα, διαμορφώνοντας την προσωπικότητα που θα γινόταν αργότερα η «απόλυτη κυρία» του θεάτρου μας.
Τα πρώτα χρόνια: Οι ρίζες και το ρίσκο της υποκριτικής
Η ιστορία της ξεκινά στη Θεσσαλονίκη, αλλά οι ρίζες της απλώνονται από τη Σητεία της Κρήτης μέχρι τη Μικρά Ασία. Αυτή η καταγωγή της έδωσε μια εσωτερική δύναμη και μια αρχοντιά που φαινόταν ακόμα και όταν ήταν μικρό κορίτσι. Η μητέρα της, μια γυναίκα με τεράστια κλίση στις τέχνες, υπήρξε η πρώτη που τη μύησε στον κόσμο του θεάτρου, παρόλο που η ίδια δεν είχε καταφέρει να ακολουθήσει το όνειρό της λόγω των αυστηρών κοινωνικών επιταγών της εποχής.
Όταν η Κάτια ανακοίνωσε στον πατέρα της ότι θα έδινε εξετάσεις στο Θέατρο Τέχνης, εκείνος αντέδρασε με πόνο. «Ο πατέρας μου έκλαψε πικρά», έχει εξομολογηθεί η ίδια. Ωστόσο, η δέσμευση που της ζήτησε —να εγκαταλείψει αν έβλεπε ότι δεν «κάνει» για τη δουλειά— ήταν η πρώτη της επαφή με την έννοια της ευθύνης απέναντι στον εαυτό της και την τέχνη της. Αυτή η πειθαρχία ήταν που την έκανε αργότερα να σταθεί επάξια δίπλα στους μεγαλύτερους άνδρες του ελληνικού κινηματογράφου.
Οι πρώτοι μεγάλοι έρωτες: Δημήτρης Παπαμιχαήλ και Νίκος Γαλανός
Στη δεκαετία του ’70, η Κάτια Δανδουλάκη ήταν μια πανέμορφη νεαρή ηθοποιός που ξεκινούσε την πορεία της. Το 1971, στα γυρίσματα της επικής ταινίας «Παπαφλέσσας», η ζωή αντέγραψε το σενάριο. Στην ταινία υποδυόταν την Κατερινιώ, την κοπέλα που ήταν κρυφά ερωτευμένη με τον Παπαφλέσσα (Δημήτρη Παπαμιχαήλ). Σύντομα, η κινηματογραφική έλξη μετατράπηκε σε μια πραγματική, θυελλώδη σχέση.
Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ, ένας άνδρας με εκρηκτικό ταπεραμέντο και αδιαμφισβήτητη γοητεία, ήταν τότε ο απόλυτος σταρ. Η Κάτια, αν και νέα στον χώρο, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην προσωπικότητά του. Παρόλο που η σχέση τους δεν κράτησε πολύ, ο ίδιος ο Παπαμιχαήλ την κατέγραψε με τρυφερότητα στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο, αναγνωρίζοντας το ήθος και την ομορφιά της.
Λίγο αργότερα, ένας άλλος ζεν πρεμιέ της εποχής μπήκε στη ζωή της. Ο Νίκος Γαλανός. Οι δυο τους υπήρξαν ένα από τα πιο όμορφα ζευγάρια της εποχής, φτάνοντας μάλιστα μέχρι τον αρραβώνα. Η σχέση τους ήταν σοβαρή και βαθιά, όμως η μοίρα είχε άλλα σχέδια για την Κάτια. Όπως έχει παραδεχτεί η ίδια σε συνεντεύξεις της, εκείνη την εποχή έψαχνε ακόμα την ταυτότητά της, και παρόλο που οι σχέσεις αυτές της πρόσφεραν συγκινήσεις, δεν ήταν εκείνες που θα σφράγιζαν οριστικά το «είναι» της.
Ο Μάριος Πλωρίτης: Ο δάσκαλος, ο σύζυγος, ο άνθρωπός της
Η συνάντηση με τον Μάριο Πλωρίτη ήταν η στιγμή που η ζωή της Κάτιας Δανδουλάκη άλλαξε τροχιά. Ο Πλωρίτης ήταν ο δάσκαλός της στη Σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Ένας άνθρωπος του πνεύματος, ένας λόγιος, μεταφραστής και διανοούμενος, που διέθετε μια γοητεία που δεν βασιζόταν στην εμφάνιση, αλλά στο πνεύμα και την καλλιέργεια.
«Ένιωσα ότι θα σφραγίσει τη ζωή μου με αόριστο τρόπο αυτός ο άνθρωπος», είχε πει η ίδια για την πρώτη τους επαφή. Και έτσι έγινε. Ο Μάριος Πλωρίτης έγινε το λιμάνι της, ο άνθρωπος που τη διαμόρφωσε καλλιτεχνικά και την στήριξε σε κάθε της βήμα. Για την Κάτια, ο Μάριος δεν ήταν απλώς ένας σύζυγος, ήταν ο πνευματικός της καθοδηγητής.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Πλωρίτης είχε υπάρξει ένας από τους πιο τυχερούς άνδρες της εποχής του, έχοντας συνάψει σχέσεις με τις ωραιότερες και σημαντικότερες γυναίκες, όπως η Έλλη Λαμπέτη και η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Η Κάτια Δανδουλάκη, με την αφοπλιστική της ειλικρίνεια και χωρίς ίχνος ζήλειας, έχει δηλώσει: «Είχε τις ωραιότερες γυναίκες… Όλες ήταν φίλες μου». Αυτή η δήλωση δείχνει την ανωτερότητα μιας γυναίκας που ένιωθε απόλυτη ασφάλεια δίπλα στον άνδρα της.
Παντρεύτηκαν το 1996, αν και η σχέση τους μετρούσε ήδη δεκαετίες. Ο Μάριος Πλωρίτης ήταν εκείνος που προσαρμοζε τα θεατρικά έργα ειδικά για εκείνη, δημιουργώντας ένα καλλιτεχνικό δίδυμο που άφησε εποχή. Η απώλειά του το 2006 ήταν το μεγαλύτερο πλήγμα που δέχτηκε ποτέ.
Η μάχη με την κατάθλιψη και η απουσία ενός παιδιού
Μετά τον θάνατο του Πλωρίτη, η Κάτια Δανδουλάκη βίωσε το «σκοτάδι». Όπως έχει εξομολογηθεί, έπαθε βαριά κατάθλιψη και υπερκόπωση. «Κόντεψα να χάσω την ψυχή μου», αναφέρει χαρακτηριστικά. Χρειάστηκαν 5-6 χρόνια θεραπείας, χάπια και αυτογνωσία για να μπορέσει να χαμογελάσει ξανά. Η εικόνα τους να περπατούν πάντα «χέρι-χέρι» είναι αυτή που τη στοιχειώνει και τη συντροφεύει ακόμα και σήμερα.
Στο πλαίσιο αυτής της σχέσης, η Κάτια Δανδουλάκη ήθελε πάρα πολύ να αποκτήσει ένα παιδί. Όμως, η επιθυμία της δεν ήταν γενική. «Ήθελα ένα παιδί με αυτόν τον άντρα», έχει δηλώσει. Μια εγκυμοσύνη που δεν προχώρησε και οι δύσκολες συνθήκες την οδήγησαν στο να μην γίνει μητέρα. Ωστόσο, η ίδια δεν αισθάνεται ελλιπής. Θεωρεί ότι το «κάρμα» της ήταν να διοχετεύσει όλη αυτή την αγάπη στην τέχνη της και στους ανθρώπους γύρω της.
Οι προϋποθέσεις στον έρωτα και η φιλοσοφία ζωής
Η Κάτια Δανδουλάκη δεν υπήρξε ποτέ οπαδός των εφήμερων σχέσεων ή των πειραματισμών με μικρότερους άνδρες. Η φιλοσοφία της για τον έρωτα βασιζόταν πάντα στην ασφάλεια. «Ένας μικρότερος άνδρας θα σου πει κάποια στιγμή: “Και τώρα θέλω να ζήσω τη ζωή μου!”. Αυτό θα με έκανε να νιώσω ανασφάλεια. Δεν τα αντέχω τα αντίο».
Για εκείνη, ο άνδρας έπρεπε να είναι το στήριγμα, ο άνθρωπος που θα την έκανε να νιώθει κορίτσι και προστατευόμενη, ακόμα και όταν η ίδια ηγείτο ολόκληρων θιάσων. Αυτή η ανάγκη για πνευματική επικοινωνία ήταν που την κράτησε μακριά από επιφανειακές επιλογές και την οδήγησε στην αγκαλιά του Μάριου Πλωρίτη.
Η Κάτια σήμερα: Η χαρά ως επιλογή
Σήμερα, η Κάτια Δανδουλάκη συνεχίζει να εργάζεται με το ίδιο πάθος. Παρά τις απώλειες και τις δυσκολίες, επιλέγει τη χαρά. Έχει συμφιλιωθεί με το παρελθόν της, μιλάει για τους έρωτές της με τρυφερότητα και για τον Μάριο της με δέος. Ακόμα και ο εθισμός της στη σοκολάτα, τον οποίο έκοψε «μαχαίρι», αποτελεί μια απόδειξη της σιδερένιας πειθαρχίας που εφαρμόζει σε κάθε πτυχή της ζωής της.
Είναι μια γυναίκα που αγάπησε πολύ και αγαπήθηκε ακόμα περισσότερο. Μέσα από τις σχέσεις της, την είδαμε να εξελίσσεται από το νεαρό «Κατερινιώ» στην εμβληματική «Βίρνα Δράκου» και τελικά στην «Ανέτ Ρουσσώ». Όμως, στην καρδιά της, παραμένει πάντα η Κάτια που έπαιζε ρόλους με τον εαυτό της ως παιδί, αναζητώντας πάντα την αλήθεια —στο θέατρο και στην αγάπη.
Πηγή: Athensmagazine.gr