Γιατί η Μέριλιν Μονρόε παραμένει η απόλυτη «ξανθιά βόμβα» της ποπ κουλτούρας

Εβδομήντα χρόνια μετά την κορύφωση της καριέρας της, η Μέριλιν Μονρόε εξακολουθεί να αποτελεί το πρότυπο το οποίο μιμούνται όλες οι ξανθιές σταρ.

Περισσότερα από 70 χρόνια μετά την εποχή που η Μέριλιν Μονρόε κατέκτησε το Χόλιγουντ, το πρότυπο της «ξανθιάς βόμβας» εξακολουθεί να καθορίζει τη βιομηχανία της ψυχαγωγίας. Από τη Μαντόνα και την Πάμελα Άντερσον μέχρι τη Σαμπρίνα Κάρπεντερ και τη Σίντνεϊ Σουίνι, κάθε γενιά αποκτά τη δική της ξανθιά σταρ, αποδεικνύοντας ότι το συγκεκριμένο αρχέτυπο δεν αποτελεί απλώς αισθητική επιλογή αλλά ένα από τα ισχυρότερα πολιτισμικά σύμβολα του τελευταίου αιώνα.

Πολύ πριν το Barbie ή το Legally Blonde αναδείξουν μια πιο σύγχρονη εκδοχή της ξανθιάς γυναίκας, το Χόλιγουντ είχε ήδη διαμορφώσει αυτό το πρότυπο μέσα από ταινίες όπως το Gentlemen Prefer Blondes και το How to Marry a Millionaire. Και στις δύο πρωταγωνιστούσε η Μέριλιν Μονρόε, η γυναίκα που έμελλε να ταυτιστεί όσο καμία άλλη με την εικόνα της απόλυτης ξανθιάς σταρ.

Ωστόσο, η ιστορία της ξανθιάς ως πολιτισμικού συμβόλου ξεκινά πολύ νωρίτερα. Σύμφωνα με την ιστορικό τέχνης Λίντα Νιντ, η εικόνα της ξανθιάς γυναίκας εξελίχθηκε μέσα στους αιώνες, από τις θρησκευτικές απεικονίσεις αγίων μέχρι τη διαφήμιση και τη μαζική καταναλωτική κουλτούρα του 20ού αιώνα.

Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, το ξανθό χρώμα συνδέθηκε έντονα με την αμερικανική ιδέα της ομορφιάς, αλλά και με αντιλήψεις που συνέδεαν τη λευκή εμφάνιση με την ανωτερότητα. Την ίδια περίοδο, οι βαφές μαλλιών γνώρισαν τεράστια άνθηση, με τις διαφημίσεις να υπόσχονται στις γυναίκες ότι μπορούσαν να αποκτήσουν τη λάμψη και τη γοητεία των σταρ του Χόλιγουντ.

Το εμβληματικό φόρεμα που φόρεσε η Μέριλιν Μονρόε όταν τραγούδησε το «Happy Birthday» στον Τζον Φ. Κένεντι πωλήθηκε σε δημοπρασία του Christie’s στη Νέα Υόρκη έναντι 1,267 εκατ. δολαρίων, καταρρίπτοντας τότε το ρεκόρ για το ακριβότερο φόρεμα που είχε πωληθεί ποτέ σε δημοπρασία. REUTERS/Peter Morgan

Η γυναίκα που έγινε σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής

Η Μέριλιν Μονρόε δεν ήταν βέβαια η πρώτη διάσημη ξανθιά του κινηματογράφου. Είχαν προηγηθεί η Τζιν Χάρλοου, η Βερόνικα Λέικ και η Ρίτα Χέιγουορθ, ενώ τη δεκαετία του 1950 εμφανίστηκαν επίσης η Τζέιν Μάνσφιλντ και η Μέιμι Βαν Ντόρεν, οι οποίες μαζί με τη Μονρό αποκαλούνταν από τον Τύπο οι Three Ms.

Παρ’ όλα αυτά, καμία δεν απέκτησε την επιρροή της Μονρόε.

Όπως επισημαίνει ο θεωρητικός του κινηματογράφου Ρίτσαρντ Ντάιερ, η δύναμή της δεν βρισκόταν μόνο στην εξωτερική της εμφάνιση. Η εικόνα της εξέφραζε ιδανικά τη νέα αντίληψη για τη γυναικεία σεξουαλικότητα που διαμορφωνόταν στην Αμερική της δεκαετίας του 1950.

Καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η μετατροπή της σε pin-up icon. Όταν αποκαλύφθηκαν γυμνές φωτογραφίες που είχε τραβήξει στα πρώτα χρόνια της καριέρας της ως μοντέλο, το γεγονός προκάλεσε τεράστια δημοσιότητα.

Το λεγόμενο «σκάνδαλο του γυμνού ημερολογίου» όχι μόνο δεν έβλαψε την καριέρα της, αλλά συνέβαλε στη δημιουργία του μύθου της. Λίγο αργότερα, το πρώτο τεύχος του Playboy κυκλοφόρησε με τη Μονρόε στο εξώφυλλο, ενώ δημοσίευσε και παλαιότερες γυμνές φωτογραφίες της χωρίς τη συγκατάθεσή της.

Έτσι γεννήθηκε η εικόνα της blonde bombshell, της «ξανθιάς βόμβας», που συνδύαζε τη λάμψη του Χόλιγουντ με τη σεξουαλική απελευθέρωση μιας εποχής η οποία παρέμενε, κατά τα άλλα, ιδιαίτερα συντηρητική.

Επισκέπτης παρατηρεί γυμνές φωτογραφίες της Μέριλιν Μονρόε, έργο του φωτογράφου Τομ Κέλεϊ, στην έκθεση που ήταν αφιερωμένη στη ζωή, την εικόνα και την καλλιτεχνική κληρονομιά της στα Kunsthaus Hamburg, στο Αμβούργο. EPA/KAY NIETFELD

Η ποπ τέχνη έκανε τη Μέριλιν αθάνατη

Μετά τον θάνατό της το 1962, η Μέριλιν Μονρόε πέρασε από τη μεγάλη οθόνη στην ιστορία της τέχνης.

Τα πολύχρωμα πορτρέτα του Άντι Γουόρχολ δεν λειτούργησαν μόνο ως φόρος τιμής στη διάσημη ηθοποιό. Συνέβαλαν αποφασιστικά ώστε η εικόνα της να μετατραπεί σε παγκόσμιο πολιτισμικό σύμβολο και να παραμείνει αναγνωρίσιμη ακόμη και από ανθρώπους που δεν έχουν δει ποτέ τις ταινίες της.

Η αισθητική του Γουόρχολ επηρέασε αργότερα καλλιτέχνες όπως ο Κιθ Χάρινγκ, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ακόμη και ο Banksy χρησιμοποίησε την ίδια εικαστική γλώσσα, αντικαθιστώντας τη Μέριλιν με το πρόσωπο της Κέιτ Μος.

Όταν οι νέες σταρ «δανείζονται» τη λάμψη της Μονρό

Η επίδραση της Μονρό δεν περιορίστηκε στις εικαστικές τέχνες. Η μουσική βιομηχανία αξιοποίησε επίσης την εικόνα της.

Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί η Μαντόνα, η οποία στο βιντεοκλίπ του Material Girl αναπαρήγαγε σχεδόν καρέ-καρέ τη θρυλική σκηνή του τραγουδιού Diamonds Are a Girl’s Best Friend από την ταινία Gentlemen Prefer Blondes.

Οι μελετητές της κουλτούρας των διασημοτήτων ονομάζουν αυτή την πρακτική fame-bridging: ένας νεότερος σταρ «πατά» πάνω στην εικόνα ενός ήδη μυθικού προσώπου, δανειζόμενος στοιχεία από το ύφος και τον συμβολισμό του για να ενισχύσει τη δική του δημόσια ταυτότητα.

Με αυτόν τον τρόπο η Μαντόνα εμφανίστηκε ως η νέα ξανθιά σταρ της δεκαετίας του 1980, ενώ το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται σήμερα με τη Σαμπρίνα Κάρπεντερ.

Η τραγουδίστρια υιοθετεί πλατινέ μπούκλες, pin-up αισθητική και εμφανίσεις που παραπέμπουν ευθέως στη Μονρό, επιχειρώντας να αφήσει πίσω την εικόνα της παιδικής σταρ του Disney Channel και να καθιερωθεί ως ώριμο σύμβολο της pop μουσικής.

Ακόμη και στο φετινό Met Gala, εμφανίστηκε με δημιουργία της Versace διακοσμημένη με τα διάσημα πορτρέτα της Μέριλιν από τον Άντι Γουόρχολ.

Η Μέριλιν Μονρόε χαλαρώνει σε καναπέ στο ξενοδοχείο Beverly Carlton, περίπου το 1951, διαβάζοντας ένα αντίτυπο του βιβλίου The Poetry and Prose of Heinrich Heine.

Το βάρος του μύθου

Η εικόνα της «ξανθιάς βόμβας» δεν συνοδεύεται μόνο από δόξα και διαχρονική αναγνωρισιμότητα. Από τη δεκαετία του 1950 μέχρι σήμερα, οι γυναίκες που ενσαρκώνουν αυτό το πρότυπο βρίσκονται συχνά αντιμέτωπες με την υπερβολική έκθεση, τη σεξουαλικοποίηση και τη διαρκή δημόσια κριτική.

Η Πάμελα Άντερσον και η Πάρις Χίλτον αποτέλεσαν χαρακτηριστικά παραδείγματα τις δεκαετίες του 1990 και του 2000. Όπως είχε συμβεί νωρίτερα με τις γυμνές φωτογραφίες της Μέριλιν Μονρό, έτσι και οι ίδιες είδαν προσωπικό υλικό να δημοσιοποιείται χωρίς τη συγκατάθεσή τους, μετατρέποντας την ιδιωτική τους ζωή σε δημόσιο θέαμα. Και οι δύο έχουν μιλήσει αργότερα για τις ψυχολογικές συνέπειες αυτής της εμπειρίας.

Από τη Μέριλιν Μονρόε μέχρι τη Μαντόνα, την Πάμελα Άντερσον, την Πάρις Χίλτον και τη Σαμπρίνα Κάρπεντερ, το ξανθό δεν αποτελεί απλώς ένα χρώμα μαλλιών. Είναι ένα πολιτισμικό σύμβολο που αλλάζει μορφή ανάλογα με την εποχή, αλλά εξακολουθεί να κουβαλά τις ίδιες αντιφάσεις: λάμψη και πίεση, θαυμασμό και αντικειμενοποίηση, δύναμη και στερεότυπα. Ίσως γι’ αυτό η Μέριλιν Μονρόε παραμένει, περισσότερες από επτά δεκαετίες μετά την κορύφωση της καριέρας της, το μέτρο με το οποίο εξακολουθούν να συγκρίνονται όλες οι ξανθιές σταρ που ακολουθούν.

*Με πληροφορίες από: The Conversation

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις αθλητικές ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Αθλητικές Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από