Μαίρη Λίντα: Ο Χιώτης, η δολοφονία της μητέρας της, ο κακοποιητικός γάμος και το γηροκομείο

Ο μεγάλος έρωτας, η κόρη και η οικογενειακή τραγωδία της Μαίρης Λίντα

Ο θάνατος της Μαίρης Λίντα κλείνει ένα μεγάλο κεφάλαιο στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Η σπουδαία ερμηνεύτρια, με τη χαρακτηριστική φωνή, τη λάμψη και την ιδιαίτερη σκηνική παρουσία, ταύτισε το όνομά της με ορισμένες από τις πιο αγαπημένες στιγμές του ελληνικού πενταγράμμου και άφησε πίσω της τραγούδια που πέρασαν από γενιά σε γενιά.

Η καλλιτεχνική της πορεία υπήρξε εντυπωσιακή, όμως η προσωπική της ζωή είχε μεγάλες δοκιμασίες. Η δολοφονία της μητέρας της, ένας κακοποιητικός γάμος, η απόφαση να μεγαλώσει μόνη την κόρη της και η βαθιά μεταμέλειά της για τον χωρισμό από τον Μανώλη Χιώτη ήταν μερικά από τα γεγονότα που τη σημάδεψαν.

Διαβάστε επίσης: Για ποιον παίκτη έχει συλλέξει πληροφορίες ο Ολυμπιακός – Τα χαρακτηριστικά που θέλει ο Μπαρτζώκας (vids)

Πίσω από τη λαμπερή εικόνα της τραγουδίστριας κρυβόταν μία γυναίκα δυνατή, που βρήκε στήριγμα στη φωνή και στη δουλειά της και κατάφερε να συνεχίσει παρά τις δυσκολίες.

Η Μαίρη Λίντα γεννήθηκε ως Μαίρη Δημητροπούλου και καταγόταν από τον Πύργο Ηλείας. Σε ηλικία επτά ετών μετακόμισε με την οικογένειά της στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε στον Κολωνό. Το ταλέντο της φάνηκε από πολύ νωρίς. Ξεκίνησε από τα καλλιτεχνικά «ταλέντα» του Ορέστη Λάσκου και αργότερα εμφανίστηκε στα βαριετέ και τα καμπαρέ της εποχής.

Η δυνατή φωνή, το μπρίο και η αμεσότητά της με το κοινό την έκαναν γρήγορα να ξεχωρίσει. Η πρώτη της εμφάνιση στη δισκογραφία έγινε με το τραγούδι «Πικρό ποτήρι» του Κώστα Καπλάνη. Το 1961 γνώρισε ακόμη μία σημαντική επιτυχία, όταν κατέκτησε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης με την «Απαγωγή». Η μεγάλη καμπή στην πορεία της, ωστόσο, ήρθε όταν συνάντησε τον Μανώλη Χιώτη.

Η Μαίρη Λίντα και ο Μανώλης Χιώτης δημιούργησαν ένα από τα πιο δημοφιλή και επιδραστικά μουσικά δίδυμα του ελληνικού τραγουδιού. Η συνεργασία τους ξεπέρασε γρήγορα τα όρια της επαγγελματικής σχέσης, καθώς οι δυο τους ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν. Για περίπου μία δεκαετία μοιράστηκαν τη ζωή, τις πίστες και τις μεγάλες επιτυχίες. Εμφανίστηκαν μαζί σε ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, πραγματοποίησαν περιοδείες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και συνέδεσαν τις φωνές και τα ονόματά τους με μία ολόκληρη εποχή.

Η ίδια είχε μιλήσει πολλές φορές για τον μεγάλο έρωτα που ένιωσε για τον Χιώτη και για τη λύπη που της προκάλεσε ο χωρισμός τους. «Ο Χιώτης είναι ο άνθρωπος της ζωής μου. Το μεγάλο μου λάθος ήταν ότι χώρισα με τον Χιώτη. Δυστυχώς δεν μπορώ να γυρίσω τα χρόνια πίσω. Ακόμα και σήμερα, πονάω». Η γνωριμία τους είχε γίνει όταν εκείνη ήταν ακόμη πολύ μικρή. Περιγράφοντας την πρώτη φορά που τον είδε, είχε εξομολογηθεί:

«Εκεί που καθόμουν, λοιπόν, βλέπω και μπαίνει ένας άντρας με μια ρεπούμπλικα μπεζ, ένα παλτό καμηλό… – Ωραίος; Ένας θεός ήταν, τι ωραίος… Πράσινα μάτια, με κύκλους γκρι. Ήταν σαν να τα έβαφε τα μάτια του. Τον ερωτεύτηκα μόλις τον είδα. Με ξανθό μουστάκι. Τρελάθηκα». Παρά το τέλος του γάμου τους, ο Μανώλης Χιώτης παρέμεινε μέχρι το τέλος ένα από τα σημαντικότερα πρόσωπα της ζωής της.

Η δολοφονία της μητέρας της

Ένα από τα πιο τραυματικά γεγονότα στη ζωή της Μαίρης Λίντα ήταν η δολοφονία της μητέρας της, Βασιλικής Δημητροπούλου, τον Νοέμβριο του 1970. Η 70χρονη γυναίκα βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της στο Μπουρνάζι. Αρχικά θεωρήθηκε ότι είχε χάσει τη ζωή της από φωτιά που προκλήθηκε από αναμμένο τσιγάρο, το οποίο φέρεται να έπεσε στο μαξιλάρι της όταν αποκοιμήθηκε.

Η λεπτομερής έρευνα των αστυνομικών, ωστόσο, ανέτρεψε το αρχικό σενάριο. Στον χώρο εντοπίστηκαν στοιχεία που οδήγησαν τις Αρχές στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για εγκληματική ενέργεια. Σύμφωνα με την περιγραφή των ευρημάτων, «Επί του πτώματος της Δημητροπούλου υπήρχε ένα ξυπνητήρι με κηλίδες αίματος, πλησίον του πτώματος βρισκόταν μία άδεια από οινόπνευμα φιάλη, ενώ στο καμένο της πρόσωπο έφερε αμυχές». Λίγες ημέρες αργότερα, οι Αρχές κατέληξαν ότι η μητέρα της τραγουδίστριας είχε πέσει θύμα διαρρηκτών. Η τραγωδία αυτή σημάδεψε βαθιά τη Μαίρη Λίντα και αποτέλεσε μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ζωής της.

Η λεπτομερής έρευνα των αστυνομικών, ωστόσο, ανέτρεψε το αρχικό σενάριο. Στον χώρο εντοπίστηκαν στοιχεία που οδήγησαν τις Αρχές στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για εγκληματική ενέργεια. Σύμφωνα με την περιγραφή των ευρημάτων, «Επί του πτώματος της Δημητροπούλου υπήρχε ένα ξυπνητήρι με κηλίδες αίματος, πλησίον του πτώματος βρισκόταν μία άδεια από οινόπνευμα φιάλη, ενώ στο καμένο της πρόσωπο έφερε αμυχές». Λίγες ημέρες αργότερα, οι Αρχές κατέληξαν ότι η μητέρα της τραγουδίστριας είχε πέσει θύμα διαρρηκτών. Η τραγωδία αυτή σημάδεψε βαθιά τη Μαίρη Λίντα και αποτέλεσε μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ζωής της.

Η κόρη της και ο κακοποιητικός γάμος

Μετά τον Μανώλη Χιώτη, η Μαίρη Λίντα παντρεύτηκε τον Αλέξανδρο Θεοχάρη, με τον οποίο απέκτησε μία κόρη. Ο δεύτερος γάμος της, όμως, αποδείχθηκε ιδιαίτερα δύσκολος. Η ίδια είχε αποκαλύψει ότι υπέστη επανειλημμένη κακοποίηση και ότι τελικά βρήκε τη δύναμη να απομακρυνθεί από τη σχέση, προκειμένου να προστατεύσει τον εαυτό της και να μεγαλώσει το παιδί της με αξιοπρέπεια.

«Δεν άντεχα την πολύ κακή συμπεριφορά και το ξύλο. Έφυγα. Είχα τη δύναμη, όμως, γιατί είχα ένα ”χρυσό βραχιόλι” στο χέρι μου… τη δουλειά μου. Είπα ”δεν είναι ανάγκη. Γιατί να κάθομαι να δέχομαι αυτό τον εξευτελισμό; Δε γίνεται να τρως ξύλο για το τίποτα. Δεν είμαστε ζώα. Με κακοποιούσε κάθε τρεις και λίγο. Έφυγα και μεγάλωσα το παιδί μου με αξιοπρέπεια»».

Η κόρη της υπήρξε σταθερό σημείο αναφοράς στη ζωή της. Ακόμη και στα χρόνια που ζούσε στο Γηροκομείο Αθηνών, η Μαίρη Λίντα μιλούσε με αγάπη για εκείνη και για τη φροντίδα που της προσέφερε. Κατά την περίοδο της πανδημίας είχε περιγράψει με συγκίνηση τη δυσκολία του αποχωρισμού τους: «Σκεφτείτε ότι δεν μπορώ να δω ούτε την κόρη μου, το παιδί μου. Μου λείπουν απίστευτα οι δικοί μου άνθρωποι. Ούτε και εγώ επιτρέπεται να πάω σπίτι να δω την κόρη μου»!

Η Μαίρη Λίντα πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής της στο Γηροκομείο Αθηνών. Η ίδια είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν ένιωθε εγκαταλελειμμένη, αλλά θεωρούσε το ίδρυμα σπίτι της και μιλούσε με ευγνωμοσύνη για το προσωπικό. «Δεν το βλέπω ως γηροκομείο, αλλά σαν το σπίτι μου. Είναι εξαίρετοι όλοι οι άνθρωποι που μας φροντίζουν. Περνάω υπέροχα και θέλω να το πιστέψετε αυτό». Παρέμεινε μέχρι το τέλος μια γυναίκα με χιούμορ, αξιοπρέπεια και βαθιά αγάπη για το τραγούδι. Η ζωή της περιλάμβανε μεγάλες επιτυχίες, έρωτες, απώλειες και σκληρές δοκιμασίες, όμως η φωνή της δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί το «χρυσό βραχιόλι» που της έδινε δύναμη.

πηγή: athensmagazine.gr

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις αθλητικές ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Αθλητικές Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από