Το Nevermind των Nirvana συνεχίζει την επέλαση του ανεβαίνοντας ακόμα πιο ψηλά στη λίστα με τα πιο εμπορικά άλμπουμ μουσικής όλων των εποχών.
Η εμβληματική μπάντα Nirvana συνεχίζει να ορίζει τον χάρτη της μουσικής ιστορίας στα δύο με το άλμπουμ ορόσημο Nevermind που κουβαλάει ωμή ενέργεια και αδιαπραγμάτευτη αυθεντικότητα αλώβητη μέσα στο χρόνο.
Όπως ανακοινώθηκε από το Chartmasters, λαμβάνοντας υπόψη τις φυσικές πωλήσεις, τα ψηφιακά downloads και το streaming, το θρυλικό άλμπουμ που κυκλοφόρησε το 1991, ξεπέρασε το κλασικό Back In Black των AC/DC και αναδείχθηκε ως το έκτο άλμπουμ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις παγκοσμίως όλων των εποχών, αφήνοντας πίσω του ακόμη και το εμβληματικό The Dark Side Of The Moon των Pink Floyd.
Η εταιρεία ανάλυσης δεδομένων συνδυάζει τις φυσικές πωλήσεις, τα ψηφιακά downloads και τις ροές streaming για να υπολογίσει το συνολικό μέγεθος των Ισοδύναμων Πωλήσεων Άλμπουμ (Equivalent Album Sales – EAS).
Στη μέθοδο αυτή συνυπολογίζονται επίσης οι πωλήσεις σινγκλ και μεμονωμένων τραγουδιών από αυτά τα άλμπουμ που έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογές και δίσκους με τις μεγαλύτερες επιτυχίες.
«Το Nevermind δεν κατέστρεψε απλώς το μουσικό κατεστημένο της εποχής. Λειτούργησε ως μια βίαιη υπενθύμιση ότι το ροκ εν ρολ ανήκει ξανά στους περιθωριακούς, στα παιδιά που δεν χωρούσαν στα στερεότυπα της επιτυχίας»
Σύμφωνα με τη λίστα της Chartmasters, παρόλο που το Back In Black διατηρεί υψηλότερες φυσικές πωλήσεις σε βινύλιο (37 εκατομμύρια αντίτυπα έναντι 30 εκατομμυρίων του Nevermind), οι υπόλοιποι παράγοντες —όπως τα κομμάτια που περιλαμβάνονται σε άλλες κυκλοφορίες, τα φυσικά και ψηφιακά σινγκλ, καθώς και τα streams— ήταν αρκετοί για να ωθήσουν το Nevermind πάνω από την μπάντα του Άνγκους Γιανγκ στη γενική κατάταξη.
Το Nevermind καταγράφει πλέον EAS 66.832.000 αντιτύπων, με το σύνολο του Back In Black να βρίσκεται σε ελάχιστη απόσταση στα 66.831.000.
Την ίδια στιγμή, το The Dark Side Of The Moon των Pink Floyd, το οποίο κυκλοφόρησε 18 ολόκληρα χρόνια πριν από το Nevermind, συγκεντρώνει EAS 63.623.000.
Αναλυτικά η πρώτη δεκάδα των άλμπουμ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών σύμφωνα με τα δεδομένα της Chartmasters αποτυπώνεται ως εξής:
- Michael Jackson – Thriller (EAS 131.253.000)
- Eagles – Hotel California (74.695.000)
- Bee Gees & Various Artists – Saturday Night Fever OST (73.267.000)
- Fleetwood Mac – Rumours (73.108.000)
- Michael Jackson – Bad (70.196.000)
- Nirvana – Nevermind (66.832.000)
- AC/DC – Back in Black (66.831.000)
- Pink Floyd – The Dark Side of the Moon (63.623.000)
- The Beatles – Abbey Road (61.075.000)
- Led Zeppelin – Led Zeppelin IV (60.696.000)
Μοιραία σχέση
Ο αείμνηστος frontman των Nirvana, Κερτ Κομπέιν, είχε δηλώσει κάποτε ότι είχε κάνει μαθήματα κιθάρας για μόλις δύο ημέρες στην όγδοη τάξη προκειμένου να μάθει να παίζει το ομώνυμο κομμάτι του Back In Black.
Ωστόσο, ο μάνατζερ του συγκροτήματος, Ντάνι Γκόλντμπεργκ, είχε υποστηρίξει αργότερα ότι παρόλο που ο Κομπέιν συμπαθούσε τη μουσική των AC/DC, δεν ένιωθε ποτέ άνετα με τους στίχους τους.
Από την πλευρά τους, οι AC/DC δεν έκρυψαν ποτέ μια κάποια ροκ αδιαφορία για τη νέα γενιά της εναλλακτικής μουσικής.
Χαρακτηριστική είναι η απάντηση που είχε δώσει το 1992 ο αείμνηστος ηγέτης των AC/DC, Μάλκομ Γιανγκ, όταν ο Μαρκ Μπλέικ του περιοδικού Classic Rock τον ρώτησε τη γνώμη του για τους Nirvana: «Ο τραγουδιστής είναι ένας ξανθός τύπος. Λίγο πόζερ».
Πώς το Nevermind έκαψε το κατεστημένο
Η τεράστια εμπορική του επιτυχία και η πρόσφατη αναρρίχησή του στην έκτη θέση όλων των εποχών, αφήνοντας πίσω του τιτάνες του κλασικού ροκ, δεν εξηγούνται από τα σκληρά νούμερα των πωλήσεων και των streams αλλά από την πρωτοφανή πολιτιστική και αισθητική τομή που επέφερε το άλμπουμ 35 χρόνια πριν.
Το φθινόπωρο του 1991 ένας δίσκος ηχογραφημένος με ελάχιστο προϋπολογισμό από μια μπάντα του περιθωρίου κατέκτησε την παγκόσμια κορυφή και έγινε φαινόμενο. Όπως εύστοχα σημείωνε ο εμβληματικός μουσικοκριτικός του Rolling Stone, Άιρα Ρόμπινς, αναλύοντας το αποτύπωμα του δίσκου:
«Το Nevermind δεν κατέστρεψε απλώς το μουσικό κατεστημένο της εποχής. Λειτούργησε ως μια βίαιη υπενθύμιση ότι το ροκ εν ρολ ανήκει ξανά στους περιθωριακούς, στα παιδιά που δεν χωρούσαν στα στερεότυπα της επιτυχίας».
«Το Nevermind έδωσε φωνή σε όσους ένιωθαν αόρατοι και απογοητευμένοι. Ήταν η στιγμή που η αμφιβολία, η αυτοκαταστροφικότητα και η ειλικρινής θλίψη έγιναν το πιο cool πράγμα στον πλανήτη, αποδεικνύοντας ότι η μουσική μπορούσε να είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλή διασκέδαση ή εμπορικό προϊόν»
https://www.youtube.com/watch?v=iXkUK3m9na0&time_continue=8&source_ve_path=MjM4NTE&embeds_referring_euri=https%3A%2F%2Fwww.in.gr%2F
Η βαθύτερη δύναμη του άλμπουμ έγκειται στην απόλυτη αυθεντικότητα και στην ωμή, ασυμβίβαστη ενέργεια με την οποία ο Κερτ Κομπέιν κατάφερε να εκφράσει την υπαρξιακή αγωνία, την αποξένωση και την οργή μιας ολόκληρης γενιάς που ένιωθε προδομένη από το αμερικανικό όνειρο.
Ο θρυλικός κριτικός του Village Voice, Ρόμπερτ Κριστγκόου, είχε επισημάνει αναλύοντας την ιδιοφυΐα του τραγουδιστή των Nirvana.
«Ο Κομπέιν κατάφερε να παντρέψει τη μελωδική ευαισθησία των Beatles και την ποπ αμεσότητα με την ανελέητη οργή του hardcore πανκ, δημιουργώντας έναν ήχο που ήταν ταυτόχρονα προσβάσιμος και επικίνδυνα ακατέργαστος» σημείωσε ο Κριστγκόου.
Ήταν ακριβώς αυτή η μοναδική ικανότητα να περνά από την ψιθυριστή, βασανισμένη μελαγχολία στην εκρηκτική λύτρωση των κιθαρών που έκανε τα τραγούδια να ηχούν σαν προσωπικές κραυγές για εκατομμύρια εφήβους σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Ο συνδυασμός μελωδίας και λυτρωτικού θορύβου ήταν που έσπασε τα τείχη του εμπορικού ραδιοφώνου, γκρεμίζοντας τη πομπώδη, αποστειρωμένη και υπερβολικά λαμπερή αισθητική του hair metal που κυριαρχούσε στα charts εκείνη την εποχή.
Σύμφωνα με τον καταξιωμένο Βρετανό μουσικοκριτικό του NME, Έβερετ Τρου, ο οποίος έζησε από κοντά τη γέννηση και την έκρηξη του grunge κινήματος «το Nevermind έδωσε φωνή σε όσους ένιωθαν αόρατοι και απογοητευμένοι. Ήταν η στιγμή που η αμφιβολία, η αυτοκαταστροφικότητα και η ειλικρινής θλίψη έγιναν το πιο cool πράγμα στον πλανήτη, αποδεικνύοντας ότι η μουσική μπορούσε να είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλή διασκέδαση ή εμπορικό προϊόν».
Παρά τις δεκαετίες που έχουν περάσει, ο δίσκος συνεχίζει να γοητεύει νέες γενιές ακροατών που δεν είχαν γεννηθεί καν το 1991.
Η διαχρονικότητα του Nevermind οφείλεται στο ότι δεν προσπάθησε ποτέ να είναι αρεστό. Αντίθετα, η ακατέργαστη ειλικρίνειά του το μετέτρεψε σε έναν αθάνατο καθρέφτη των ανθρώπινων αδυναμιών.
Όπως συνοψίζουν οι αναλυτές της μουσικής ιστορίας, όταν η βιομηχανία προσπαθεί να μετρήσει την αξία ενός δίσκου με αλγοριθμικά streams και ισοδύναμες πωλήσεις, η μόνιμη θέση αυτού του άλμπουμ στην κορυφή αποτελεί την απόλυτη δικαίωση.
Το grunge μπορεί να γεννήθηκε στις λασπωμένες γωνιές του Αμπερντίν, αλλά η αλήθεια του αποδείχθηκε αρκετά ισχυρή για να κυβερνήσει τον κόσμο.
35 χρόνια Nevermind
Το δεύτερο στούντιο άλμπουμ των Nirvana κυκλοφόρησε στις 24 Σεπτεμβρίου 1991 και ήταν η πρώτη κυκλοφορία του συγκροτήματος για μεγάλη δισκογραφική εταιρεία, την DGC Records με τον Κερτ Κομπέιν και την μπάντα να σπάνε τα περιοριστικά όρια της grunge σκηνής του Σιάτλ, αντλώντας επιρροές από συγκροτήματα όπως οι Pixies. Είναι επίσης το πρώτο άλμπουμ του γκρουπ με τον Ντέιβ Γκρολ στη θέση του ντράμερ.
Παρά τις χαμηλές εμπορικές προσδοκίες από το συγκρότημα και τη δισκογραφική εταιρεία, το Nevermind έγινε επιτυχία-έκπληξη στα τέλη του 1991, κυρίως λόγω της δημοτικότητας του πρώτου του single, Smells Like Teen Spirit και μέχρι τον Ιανουάριο του 1992, είχε αντικαταστήσει το άλμπουμ του Μάικλ Τζάκσον, Dangerous στο νούμερο ένα του Billboard 200.
«Στο τέλος της ημέρας, τα τραγούδια στο Nevermind δεν είναι τίποτα περισσότερο από προσωπικές κραυγές απελπισίας που έτυχε να τραγουδηθούν δυνατά»
https://www.youtube.com/watch?v=vabnZ9-ex7o&time_continue=0&source_ve_path=MjE0Mjgz&embeds_referring_euri=https%3A%2F%2Fwww.in.gr%2F
Το SLTS ακολούθησαν τρία ακόμη επιτυχημένα single από το άλμπουμ. Τα Come as You Are, Lithium και In Bloom έδωσαν ακόμη περισσότερη ορμή στην μπάντα με το Nevermind να συμβάλλει εντυπωσιακά στη δημοτικότητα του εναλλακτικού ροκ στο mainstream κοινό.
Η καταχώρηση του στις λίστες με τα σημαντικότερα άλμπουμ όλων των εποχών, από εκδόσεις όπως το Rolling Stone και το Time, είναι δεδομένη, επαναλαμβανόμενη και δίκαιη.
«Δεν με νοιάζει πραγματικά αν ο κόσμος παρερμηνεύει τους στίχους μου, αρκεί να νιώθει την οργή και την ειλικρίνεια πίσω από αυτούς» είχε πει ο Κομπέιν για το άλμπουμ ορόσημο μιας γενιάς που αρνείται να καεί.
«Στο τέλος της ημέρας, τα τραγούδια στο Nevermind δεν είναι τίποτα περισσότερο από προσωπικές κραυγές απελπισίας που έτυχε να τραγουδηθούν δυνατά».