Ο σύλλογος του Σπλιτ πληρώνει ακριβά τα επεισόδια στις εξέδρες, με τις οικονομικές απώλειες να αυξάνονται από τους αγώνες κεκλεισμένων των θυρών και τις νέες πιθανές κυρώσεις της UEFA.
Έναν ιδιαίτερα βαρύ οικονομικό λογαριασμό πληρώνει η Χάιντουκ Σπλιτ εξαιτίας της συμπεριφοράς των οπαδών της. Ο ιστορικός σύλλογος της Κροατίας έχει συγκεντρώσει πρόστιμα συνολικού ύψους 1.440.525 ευρώ από την περίοδο 2023-24 μέχρι σήμερα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η κροατική ιστοσελίδα Index. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό ποσό, το οποίο αποτυπώνει τις οικονομικές συνέπειες των επεισοδίων, της χρήσης πυροτεχνημάτων και άλλων παραβάσεων στους αγωνιστικούς χώρους.
Στις τρεις τελευταίες ολοκληρωμένες αγωνιστικές περιόδους, από το 2023 έως το καλοκαίρι του 2026, η Χάιντουκ κλήθηκε να καταβάλει συνολικά 1.240.850 ευρώ σε χρηματικές ποινές. Ο μέσος ετήσιος λογαριασμός ανέρχεται σε περίπου 413.617 ευρώ, ποσό που θα μπορούσε να καλύψει σημαντικές λειτουργικές ανάγκες ή να χρηματοδοτήσει επενδύσεις στις ακαδημίες και στις υποδομές του συλλόγου.
Διαβάστε επίσης: Πουλακίδας: Η συνάντηση του Μπαρτζώκα με τον ομογενή γκαρντ…
Η πιο… δαπανηρή χρονιά ήταν η περίοδος 2024-25, όταν τα πρόστιμα έφτασαν τις 549.500 ευρώ. Την προηγούμενη σεζόν, 2023-24, είχαν ανέλθει σε 370.000 ευρώ, ενώ την περίοδο 2025-26 διαμορφώθηκαν στις 321.350 ευρώ. Παρά τις διακυμάνσεις, το πρόβλημα παραμένει σταθερό, επιβαρύνοντας κάθε χρόνο τον προϋπολογισμό της ομάδας.
Η νέα αγωνιστική περίοδος δεν έχει ξεκινήσει καλύτερα. Μέχρι τις 16 Οκτωβρίου 2026, οι χρηματικές ποινές είχαν ήδη φτάσει τις 199.675 ευρώ, σχεδόν το μισό του μέσου ετήσιου κόστους των προηγούμενων τριών περιόδων, παρότι η σεζόν βρίσκεται ακόμη στο πρώτο της τρίμηνο.
Μάλιστα, στον συγκεκριμένο υπολογισμό δεν περιλαμβάνονται ενδεχόμενες κυρώσεις για όσα συνέβησαν στην ευρωπαϊκή αναμέτρηση με τον Άγιαξ, την περασμένη Πέμπτη (15/10). Η Χάιντουκ επικράτησε με 2-1, ωστόσο η αναμέτρηση σημαδεύτηκε από τη χρήση πυροτεχνημάτων στις εξέδρες, με αποτέλεσμα να διακοπεί για περίπου 12 λεπτά. Η διοίκηση του κροατικού συλλόγου προχώρησε σε δημόσια συγγνώμη, ενώ η υπόθεση ενδέχεται να οδηγήσει σε νέα πειθαρχική τιμωρία από την UEFA.
Το πραγματικό οικονομικό κόστος, πάντως, είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των προστίμων. Στις χρηματικές ποινές προστίθενται οι απώλειες από αγώνες που διεξάγονται κεκλεισμένων των θυρών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο σύλλογος στερείται εισπράξεις από εισιτήρια και άλλες δραστηριότητες που συνδέονται με την παρουσία των φιλάθλων στο γήπεδο.
Η συγκεκριμένη παράμετρος έχει ιδιαίτερη σημασία για τη Χάιντουκ. Η ομάδα του Σπλιτ διαθέτει μία από τις πιο παθιασμένες και πολυπληθείς οπαδικές βάσεις στα Βαλκάνια, με την ιστορική Τόρτσιντα να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητάς της. Το γήπεδο Πόλιουντ είναι γνωστό για την ατμόσφαιρά του και η μεγάλη προσέλευση των φιλάθλων αποτελεί σημαντικό οικονομικό και αγωνιστικό πλεονέκτημα.
Ωστόσο, η ίδια οπαδική δυναμική μετατρέπεται σε οικονομικό βάρος όταν συνοδεύεται από παραβατικές συμπεριφορές. Η χρήση πυροτεχνημάτων, οι διακοπές αγώνων και τα επεισόδια προκαλούν πειθαρχικές κυρώσεις που τελικά πληρώνονται από τα ταμεία της ομάδας.
Το ποσό των 1,44 εκατ. ευρώ αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς τις οικονομικές δυνατότητες ενός συλλόγου που αγωνίζεται στο κροατικό πρωτάθλημα. Σε αντίθεση με τις ομάδες των πέντε μεγαλύτερων ευρωπαϊκών λιγκών, η Χάιντουκ δεν διαθέτει αντίστοιχα τηλεοπτικά και εμπορικά έσοδα. Κάθε εκατοντάδα χιλιάδων ευρώ που χάνεται από πρόστιμα περιορίζει τους διαθέσιμους πόρους για την αγωνιστική ενίσχυση και τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξή της.
Η περίπτωση της Χάιντουκ αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Η οικονομική ζημιά από τις παραβατικές συμπεριφορές στις εξέδρες δεν περιορίζεται στις πειθαρχικές αποφάσεις. Επηρεάζει τη λειτουργία των συλλόγων, την εμπορική τους δραστηριότητα και, τελικά, την ανταγωνιστικότητά τους.
Για τη Χάιντουκ, το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πώς θα περιορίσει τα επεισόδια, αλλά και πώς θα σταματήσει μια διαρκή οικονομική αιμορραγία. Διότι τα 1,44 εκατ. ευρώ που έχουν χαθεί μέσα σε λίγο περισσότερο από τρεις αγωνιστικές περιόδους αντιπροσωπεύουν χρήματα που δεν επενδύθηκαν ποτέ στο ποδόσφαιρο.