Ο Λούκα Γιόβιτς παραχώρησε μία πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη στη Σερβία όπου μίλησε για όλα όσα έγιναν τη φετινή σεζόν στην ΑΕΚ και για το πώς έζησε ο ίδιος αυτή την εμπειρία.
Μία μεγάλη συνέντευξη παραχώρησε ο Λούκα Γιόβιτς στο «Mozzart Sport» όπου αναφέρθηκε στην πρώτη του σεζόν στην ΑΕΚ και σε όσα έζησε φέτος με τους «κιτρινόμαυρους».
Ο Σέρβος φορ μίλησε στους συμπατριώτες του μεταξύ άλλων για το περιστατικό με τον Μάρκο Νίκολιτς που τον… ξύπνησε, για το μέλλον του, αλλά και για τον συμπαίκτη του που θαύμασε φέτος για τον επαγγελματισμό του.
Διαβάστε επίσης: «Ο Μοντέρο, ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ και ο Ολυμπιακός…»
Αναλυτικά όσα είπε ο Γιόβιτς:
«Ποτέ δεν μου άρεσε να μιλάω πολύ. Ειδικά όχι μετά τους αγώνες ή στις συνεντεύξεις Τύπου πριν από αυτούς, γιατί τότε δεν μπορείς να πεις όλα όσα σκέφτεσαι. Και όταν δεν μπορώ να πω όλα όσα σκέφτομαι, δεν θέλω ούτε να μιλάω. Ποτέ δεν με είδατε να κυνηγάω δηλώσεις. Από τότε που ήρθα στην Αθήνα, μίλησα μόνο μία φορά, μετά τα τέσσερα γκολ στον Παναθηναϊκό, γιατί με ανάγκασαν από τον σύλλογο — κυριολεκτικά έπρεπε. Δεν μου αρέσει να εμφανίζομαι δημόσια, γιατί όποιος κι αν βγει μπροστά στις κάμερες λέει τα ίδια πράγματα. Είχα δώσει μια συνέντευξη σε εσάς τον Νοέμβριο και τώρα ξανά. Προτιμώ να αφοσιώνομαι στο γήπεδο. Αντί να είμαι στο επίκεντρο, μου αρέσει να βρίσκομαι στην άκρη, σε μια γωνία, να κάθομαι, να παρακολουθώ, να απολαμβάνω. Στο τέλος της ημέρας, περισσότερη ζημιά μπορεί να προκαλέσει κάποιος μιλώντας παρά σιωπώντας. Τώρα έχουμε έναν όμορφο λόγο για να μιλάμε· αλλιώς δεν θα κάναμε αυτή τη συζήτηση.
Πάντα μιλούσα ειλικρινά, παρότι υπήρχαν πολλά πράγματα που ακούγονταν για μένα και δεν ήταν αληθινά. Δεν θέλω να επιστρέψω στο παρελθόν και σε όλα όσα συνέβησαν. Είναι πράγματα που δεν μπορείς να επηρεάσεις. Όσοι με γνωρίζουν ξέρουν ποιος είμαι και ότι απέχει πολύ από την εικόνα που παρουσιάστηκε δημόσια. Μου αρέσει πάντα να λέω ανοιχτά τι σκέφτομαι, είτε είναι καλό είτε κακό. Όταν φταίω, φταίω — βρίστε με, κατηγορήστε με, κάντε ό,τι θέλετε. Όταν όμως δεν φταίω και πιστεύω ότι κάποιος άλλος έχει άδικο, τότε θα το πω. Αυτό μου δημιούργησε προβλήματα και σε προηγούμενες ομάδες, ειδικά στη Φιορεντίνα με τον προπονητή. Απλώς έτσι είμαι. Δεν μπορώ να αλλάξω, ούτε θέλω να αλλάξω στα 28 μου χρόνια».
Για τη ζωή στην Αθήνα και το τι τον ρώτησε ο γιος του: «Μου αρέσει πολύ εδώ. Είμαστε πολλοί Βαλκάνιοι, το πρωί έχουμε προπόνηση και το απόγευμα πηγαίνουμε όλοι μαζί με τα παιδιά στην παιδική χαρά. Περνάμε πολύ χρόνο μαζί, οι γιοι μου νιώθουν όμορφα και χαίρομαι που μεγαλώνουν σε ένα ωραίο περιβάλλον, πηγαίνουν σε διεθνή σχολεία και βλέπω ότι αισθάνονται εξαιρετικά. Πρόσφατα ο γιος μου με ρώτησε: “Μπαμπά, γιατί υπέγραψες στην ΑΕΚ μόνο για δύο χρόνια; Γιατί δεν υπογράφεις μέχρι το τέλος της καριέρας σου;”. Σιγά-σιγά, γιε μου, θα δούμε. Πάντως στα παιδιά αρέσει πολύ εδώ.
Θα ήθελα να μείνω ακόμη έναν χρόνο στην Αθήνα, γιατί θεωρώ πως μπορώ να προσφέρω πολύ περισσότερα. Το πρώτο μισό της σεζόν ήταν προβληματικό επειδή δεν έκανα προετοιμασία, ενώ τον Φεβρουάριο τραυματίστηκα στον αστράγαλο και δυσκολεύτηκα πολύ. Αργότερα τραυμάτισα και το γόνατο. Γι’ αυτό πιστεύω ότι μετά την προετοιμασία, αν όλα πάνε καλά, τα πράγματα θα είναι πολύ καλύτερα. Θα ήθελα να μείνω, να επιβεβαιώσω την αξία μου και να ανεβάσω τα πάντα σε ακόμη υψηλότερο επίπεδο».
Για τον ρόλο του στην ΑΕΚ και τα γκολ που πέτυχε: «Νιώθω γεμάτος, αν και τόσο αγωνιστικά όσο και στατιστικά μπορώ να κάνω περισσότερα. Είμαι απαιτητικός με τον εαυτό μου. Πάντα κοιτάζω πού μπορώ να βελτιωθώ. Πραγματικά πιστεύω ότι μπορούσα να είμαι ακόμη καλύτερος φέτος, αλλά δεν τα κατάφερα για τους λόγους που ήδη εξήγησα, κυρίως λόγω τραυματισμών. Στο τέλος ήταν μια καλή σεζόν, αλλά μπορούσε να είναι πολύ καλύτερη.
Σε όλες τις προηγούμενες ομάδες όπου κατέκτησα τίτλους δεν είχα τόσο μεγάλο ρόλο, ούτε τόσα λεπτά συμμετοχής και γκολ όσο φέτος. Γι’ αυτό αυτό το τρόπαιο έχει ξεχωριστή σημασία για μένα. Ήταν πρόκληση, γιατί όταν ήρθα, ο κόσμος δεν θεωρούσε ότι ήμασταν σοβαροί υποψήφιοι για τον τίτλο. Αυτή η υποτίμηση με τράβηξε κατά κάποιον τρόπο. Στις συζητήσεις μου με τον προπονητή Μάρκο Νίκολιτς και τον τεχνικό διευθυντή Χάβι Ριμπάλτα διέκρινα το όραμά τους και την επιθυμία να παλέψουν για κάτι μεγάλο, κάτι που είναι πολύ σημαντικό για μένα. Και αποδείχθηκε ότι είχα δίκιο.
Στην Μπενφίκα δεν είχα κανέναν ρόλο. Στη Ρεάλ έπαιζα λίγο και περισσότερο καθόμουν στον πάγκο, αν και ξεκίνησα σε τελικούς Σούπερ Καπ. Κάτι παρόμοιο συνέβη και στη Μίλαν. Στη Γερμανία κατακτήσαμε το Κύπελλο, ενώ η μοναδική ομάδα με την οποία δεν πήρα τίποτα ήταν η Φιορεντίνα, όπου έχασα δύο τελικούς Conference League και έναν τελικό Κυπέλλου Ιταλίας. Όσο για αυτό το τρόπαιο… δεν θέλω να μιλήσω για τη δική μου σημασία στην ομάδα…
Οι αριθμοί μιλούν μόνοι τους, όχι εγώ. Ας μιλήσουν οι άλλοι και ας αποφασίσουν ποιος είναι ο ηγέτης. Ξέρω ότι προσπάθησα σε κάθε παιχνίδι να δώσω το μέγιστο για να βοηθήσω την ομάδα. Χωρίς εκείνη δεν θα έφτανα ποτέ σε αυτούς τους αριθμούς. Αυτή είναι κοινή επιτυχία όλων μας, με επικεφαλής τον Μάρκο Νίκολιτς, έναν από τους βασικούς λόγους που φτάσαμε τελικά στο τρόπαιο».
Για την ευρωπαϊκή πορεία της ΑΕΚ και το Champions League: «Τα προηγούμενα χρόνια η ΑΕΚ αποκλειόταν από τη Βέλεζ και τη Νόα, ομάδες πολύ μικρότερης ποιότητας και μεγέθους. Στο ντεμπούτο μου αποκλείσαμε τον Άρη Λεμεσού και είδα ότι όλοι ήταν ευτυχισμένοι. Εμένα μου φάνηκε λίγο περίεργο, γιατί θεωρούσα πως η πρόκριση στην Ευρώπη ήταν το ελάχιστο που έπρεπε να πετύχουμε, ειδικά αφού το Conference League δεν είναι τόσο δύσκολη διοργάνωση και μπορείς να παίξεις απέναντι σε όλους. Τώρα είναι στο χέρι μας να προσπαθήσουμε την επόμενη σεζόν να ανεβάσουμε τον σύλλογο επίπεδο, να μπούμε στο Champions League και εκεί να πετύχουμε όσο το δυνατόν καλύτερα αποτελέσματα. Ένας σύλλογος όπως η ΑΕΚ πραγματικά το αξίζει. Το ίδιο και οι οπαδοί, που πρέπει να τους επαινέσω ιδιαίτερα. Αν μη τι άλλο, οφείλουμε να δώσουμε το μέγιστο για να προσπαθήσουμε να πετύχουμε αυτόν τον στόχο”.
Για την πορεία της Ένωσης ως το τίτλο παρά κάποιες μέτριες εμφανίσεις μέσα στη σεζόν: «Τα παιδιά ξεκίνησαν νωρίς την προετοιμασία, εγώ δεν ήμουν μαζί τους από την αρχή. Στα προκριματικά παίξαμε σε πολύ υψηλό επίπεδο, όμως μετά ήρθε μια μικρή πτώση. Σε κάποια παιχνίδια νικούσαμε με 1-0, αλλά δυσκολευόμασταν πολύ. Δεν δείχναμε στο καλύτερό μας πρόσωπο. Μετά ανεβήκαμε ξανά και μπήκαμε σε ένα μεγάλο σερί νικών, ενώ τα πηγαίναμε καλά και στην Ευρώπη. Στο Κύπελλο είχαμε μόνο νίκες μέχρι που ήρθε ο αποκλεισμός από τον ΟΦΗ μέσα στο γήπεδό μας, με γκολ δέκα λεπτά πριν το τέλος. Σε τόσο μεγάλο αριθμό αγώνων είναι φυσιολογικό να συμβεί κάποιο λάθος, όμως ακόμη και μετά τον αποκλεισμό συνεχίσαμε να πιστεύουμε. Στο μεταξύ φέραμε ισοπαλία στη Θεσσαλονίκη με τον Άρη και αμέσως μετά ήρθε το παιχνίδι με τον Παναθηναϊκό στην έδρα μας, τον οποίο νικήσαμε 4-0, δείχνοντας σε όλους ότι είμαστε ακόμη εδώ και ότι δεν σταματήσαμε να πιστεύουμε στα όνειρά μας. Εκεί καταλάβαμε ότι στο τέλος θα παλεύαμε για τον τίτλο.
Έτσι έτυχε, αν και υπάρχει και μια πιο βαθιά ιστορία. Όταν ήρθα, ένα από τα βασικά μου κίνητρα ήταν να “πάρω” το πρωτάθλημα από τον Μάξι (Νεμάνια Μαξίμοβιτς, πρώην παίκτη του Παναθηναϊκού) και να τον κερδίζω συνέχεια. Φοβήθηκε και έφυγε για το Ντουμπάι, χα-χα… Ο Παναθηναϊκός όμως έμεινε και στο τέλος την πλήρωσε. Άκουσα ότι το ντέρμπι ΑΕΚ – Παναθηναϊκός είναι το μεγαλύτερο στην Αθήνα, αν και για τους οπαδούς μεγαλύτερη σημασία έχουν τα παιχνίδια με τον Ολυμπιακό λόγω της ιστορίας. Αυτό είναι το πλεονέκτημα του ελληνικού πρωταθλήματος: υπάρχουν τέσσερις μεγάλες ομάδες που παλεύουν μεταξύ τους και στο τέλος παίζουν συνεχώς ντέρμπι στα play-offs. Εκεί πρέπει να δείξεις χαρακτήρα και νοοτροπία νικητή».
Για το σερί 24 αγώνων χωρίς ήττα: «Ξέραμε ότι μετά τις συνεχόμενες ήττες από ΠΑΟΚ και Ολυμπιακό τον περασμένο Οκτώβριο θα σηκωνόμασταν ξανά αν μέναμε ενωμένοι και συνεχίζαμε να πιστεύουμε. Γι’ αυτό φτάσαμε σε τόσο μεγάλο αήττητο σερί, κάτι που λέει πολλά για το τι ομάδα είμαστε. Ακόμη και στα δύο τελευταία ντέρμπι, όταν όλα είχαν ουσιαστικά κριθεί, μείναμε αήττητοι. Η ομάδα έχτισε χαρακτήρα μέσα στη σεζόν. Ο μεγαλύτερος υπεύθυνος γι’ αυτό είναι ο Μάρκο Νίκολιτς, γιατί έναν χρόνο πριν η ομάδα δεν είχε αυτό το στοιχείο, όπως φάνηκε και από τις έξι ήττες σε έξι αγώνες play-off. Φέτος το χτίσαμε μέσα από συζητήσεις, προπονήσεις και αγώνες. Ο χαρακτήρας είναι το πιο σημαντικό πράγμα. Είναι πολύ δύσκολο να διεκδικήσεις οποιοδήποτε τρόπαιο αν δεν τον έχεις. Όλοι μαζί έπρεπε να δουλέψουμε πάνω σε αυτό».
Για τις σχέσεις μεταξύ των παικτών στα αποδυτήρια: «Ο Ντομαγκόι Βίντα είναι ίσως ο πιο δυνατός χαρακτήρας στην ομάδα, μετά ο Περέιρα — παίκτες με τεράστιες καριέρες. Ήταν πολύ σημαντικό ότι οι πιο έμπειροι παίκτες, παρότι δεν έπαιζαν πολύ, ήταν συνεχώς δίπλα στην ομάδα και δεν ύψωσαν ποτέ τη φωνή τους επειδή δεν αγωνίζονταν περισσότερο. Αυτό ήταν παράδειγμα για όλους μας, ειδικά για τους νεότερους. Μας έδειξαν τον δρόμο που πρέπει να ακολουθεί κάθε ποδοσφαιριστής. Για παράδειγμα, ο Μάρκο Γκρούγιτς δεν κατάφερε να κερδίσει μεγάλο χρόνο συμμετοχής, αλλά από την πρώτη μέχρι την τελευταία μέρα ήταν ο απόλυτος επαγγελματίας. Το μόνο που με στενοχωρεί είναι αυτό. Είναι εξαιρετικός άνθρωπος και επιπλέον έχει την ποιότητα για να παίζει εδώ, αλλά τα πράγματα δεν κύλησαν όπως έπρεπε. Αυτό είναι το μόνο που πραγματικά λυπάμαι.
Ήμασταν όλοι μαζί, παλεύαμε ο ένας για τον άλλον και στο τέλος πήραμε όλοι μαζί το πρωτάθλημα. Είναι καθοριστικό οι παίκτες που παίζουν λιγότερο να δείχνουν ότι νοιάζονται. Αν στην προπόνηση 11 παίκτες δουλεύουν σωστά και οι άλλοι 11 όχι, τότε δεν βοηθούν την ομάδα, γιατί δεν θα φτάσουμε ποτέ στο επίπεδο που χρειάζεται για να μπούμε σε έναν αγώνα. Τότε η πίεση μειώνεται, γιατί ξέρεις ότι δεν υπάρχει κανείς να απειλήσει τη θέση σου και ότι θα παίξεις ξανά ανεξάρτητα από την απόδοσή σου. Εκείνοι όμως μάς έσπρωχναν όλη τη σεζόν ώστε όλοι να βρισκόμαστε στο μέγιστο επίπεδο».
Για το σημείο καμπής της σεζόν μετά τις ήττες από ΠΑΟΚ και Ολυμπιακό: «Όταν χάσαμε πρώτα από τον ΠΑΟΚ στην έδρα μας και μετά από τον Ολυμπιακό στον Πειραιά, και στα δύο παιχνίδια με 0-2, σε μια ομιλία στα αποδυτήρια ο Μάρκο Νίκολιτς τα έβαλε με εμένα και τον Μιγιάτ. Μας είπε ότι περίμενε περισσότερα από εμάς, ότι ήρθα ως παίκτης που έπρεπε να βοηθήσει σε τέτοια παιχνίδια και ότι η γλώσσα του σώματός μου ήταν κακή. Εκείνη την περίοδο περνούσα πραγματικά δύσκολα, γιατί δεν είχα κάνει προετοιμασία, ένιωθα συνεχώς κουρασμένος και δεν μπορούσα να βρω ρυθμό. Υπέφερα. Είχα ένα σερί 12-13 αγώνων χωρίς γκολ. Για μένα, εκείνη η στιγμή ήταν το σημαντικότερο σημείο της σεζόν — το σημείο από όπου άρχισαν όλα να αλλάζουν προς το καλύτερο. Νομίζω ότι μετά από αυτό αρχίσαμε να παίζουμε πραγματικά πολύ καλύτερο ποδόσφαιρο.
Με αυτή την κίνηση ο Μάρκο έδειξε ότι δεν τον απασχολούσε το γεγονός πως είμαστε Σέρβοι ή ότι εγώ ήρθα ως το μεγαλύτερο όνομα της ομάδας. Είπε ακριβώς αυτό που σκεφτόταν. Αυτό είναι κάτι που μου αρέσει πολύ στον Νίκολιτς, γιατί ξέρεις πάντα πού βρίσκεσαι μαζί του. Ό,τι λέει το εννοεί πραγματικά. Όταν σου εξηγεί κάτι, ξέρεις αμέσως γιατί παίζεις ή γιατί δεν παίζεις. Το ίδιο ισχύει και για τα τακτικά ζητήματα. Σε κάθε στιγμή του αγώνα ξέρεις ποια είναι η αποστολή σου. Εκείνο ήταν το σημείο καμπής από το οποίο βρήκαμε ξανά τη φόρμα μας».
Για τα playoffs: «Μετά το εκτός έδρας παιχνίδι με τον Παναθηναϊκό στα playoffs, είχαμε ουσιαστικά αποκτήσει διαφορά έξι βαθμών, ενώ είχαμε μπει στα play-offs με μόλις δύο βαθμούς διαφορά από τον δεύτερο. Δημιουργήθηκε έξω από τον σύλλογο η εντύπωση ότι εμείς πανικοβαλλόμασταν και δεν πιστεύαμε στον τίτλο. Μα είχαμε έξι βαθμούς διαφορά! Εμείς δεν πιστεύαμε στον τίτλο, αλλά πίστευαν ο Ολυμπιακός και ο ΠΑΟΚ που ήταν έξι βαθμούς πίσω; Φυσικά και δεν ίσχυε αυτό. Ξέραμε ότι όλα ήταν στα χέρια μας και ότι το επόμενο παιχνίδι με τον Παναθηναϊκό θα μας έδινε σχεδόν τα πάντα. Παράλληλα γνωρίζαμε μέσα μας ότι υπερτερούσαμε απέναντι σε ΠΑΟΚ και Ολυμπιακό στα μεταξύ μας παιχνίδια».
Από τη στιγμή που ξεφύγαμε βαθμολογικά στα play-offs, δεν αμφισβητήσαμε ούτε για ένα δευτερόλεπτο ότι θα πάρουμε το πρωτάθλημα. Όταν μιλάμε για εκείνη την εξέλιξη, να πω πως μέσα στο γήπεδο δεν ήξερα το αποτέλεσμα του άλλου αγώνα όσο παιζόταν η τέταρτη αγωνιστική. Και στο τέλος δεν είχε σημασία, γιατί εμείς ήμασταν αυτοί που κρατούσαμε τη μοίρα στα χέρια μας. Ο Ολυμπιακός μπορούσε να κερδίσει όλα τα παιχνίδια μέχρι το ντέρμπι της τελευταίας αγωνιστικής στο δικό μας γήπεδο και πάλι δεν θα εξαρτιόταν τίποτα από αυτόν. Το πιο σημαντικό ήταν να κερδίσουμε εμείς. Μετά δεχθήκαμε εκείνο το άτυχο γκολ, όταν η μπάλα χτύπησε στο δοκάρι και ο Τετέι σκόραρε, αλλά ακριβώς τότε η ομάδα μας έδειξε χαρακτήρα. Εκείνη τη στιγμή ο Μάρκο πέρασε τρίτο επιθετικό στο δεξί άκρο, δείχνοντάς μας καθαρά τι ήθελε. Αυτό μας έδωσε φτερά και έτσι φτάσαμε στην ανατροπή».
Για τα προβλήματα που αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια της σεζόν: «Να σας θυμίσω ότι στο πρώτο μισό της περσινής σεζόν έπρεπε να κάνω επέμβαση για ηβική σύμφυση. Δεν έπαιζα καθόλου. Μόνο στο δεύτερο μισό άρχισα να αγωνίζομαι. Ξέρω ότι τα προηγούμενα χρόνια η ΑΕΚ είχε στο ρόστερ της ονόματα που δεν κατάφεραν να δικαιολογήσουν τον τίτλο της μεταγραφής (Έρικ Λαμέλα, Αντονί Μαρσιάλ κ.ά.). Γι’ αυτό ο κόσμος είχε δικαίωμα να αμφιβάλλει. Και συνεχίζει να αμφιβάλλει, φυσικά, γιατί η Ελλάδα μοιάζει πολύ με τη Σερβία σε θέμα νοοτροπίας. Σήμερα είσαι Θεός, αύριο είσαι ο χειρότερος και μετά ξανά από την αρχή. Δική μας δουλειά είναι να δικαιολογούμε την εμπιστοσύνη και τη στήριξη του κόσμου σε κάθε παιχνίδι. Και χαίρομαι που τώρα είναι ευχαριστημένοι».
Για το τι να περιμένουμε από αυτόν την επόμενη χρονιά: «Δεν μου αρέσει να μιλάω με αριθμούς, αλλά πιστεύω ότι μπορώ σίγουρα να βελτιώσω την απόδοσή μου κατά επτά ή οκτώ γκολ. Θυμάμαι ότι στην αρχή της σεζόν έχανα πολλές ευκαιρίες. Άλλωστε, μόνο σε δύο παιχνίδια απέναντι στον Παναθηναϊκό πέτυχα επτά γκολ, οπότε ίσως θα έπρεπε να τα είχα “μοιράσει” λίγο καλύτερα, χα-χα… Είμαι βέβαιος ότι μπορώ να ξεπεράσω τα 20 γκολ ανά σεζόν μόνο στο πρωτάθλημα. Για παράδειγμα, στο Conference League η ποιότητα των ομάδων δεν ήταν ιδιαίτερα υψηλή, κι όμως εκεί πέτυχα μόνο τρία γκολ. Και τα δύο ήταν πέναλτι. Μου αρέσει να το τονίζω αυτό, γιατί δεν “κλέβω” γκολ. Φυσικά και πρέπει να βάλεις το πέναλτι, αλλά μπορώ να πω ότι αυτά τα γκολ τα εκτιμώ λίγο λιγότερο».
Για την πορεία της ΑΕΚ στο Conference League: «Σίγουρα μπορούσα να κάνω περισσότερα και στην Ευρώπη. Με στενοχώρησε η κίτρινη κάρτα στη Μαδρίτη που με άφησε εκτός ρεβάνς με τη Ράγιο Βαγιεκάνο. Εκείνο το δεύτερο παιχνίδι με τους Ισπανούς ήταν ίσως το καλύτερό μας παιχνίδι όλης της σεζόν, παρότι εγώ δεν αγωνίστηκα. Παίξαμε σε φανταστικό επίπεδο. Βλέπουμε ότι μετά από εμάς η Ράγιο απέκλεισε και τη Στρασμπούρ και έφτασε μέχρι τον τελικό στη Λειψία… Δεχθήκαμε πολύ φτηνά γκολ στο “Βαγιέκας”, και ξέρω πόσο δύσκολη έδρα είναι, γιατί έχω παίξει εκεί παλιότερα. Το γήπεδο ήταν σε κακή κατάσταση, είχε αφόρητη ζέστη, έναν περίεργο ήλιο, 28 βαθμούς… Εντάξει, και εδώ κάνει ζέστη, αλλά εκεί δεν προσαρμοστήκαμε καλά. Πιθανότατα επηρεαστήκαμε και από το γκολ που δεχθήκαμε νωρίς. Μετά δεχθήκαμε ακόμη ένα λίγο πριν το τέλος του πρώτου ημιχρόνου, στο δεύτερο μέρος κάναμε και πέναλτι… Πιστεύαμε στην ανατροπή στο γήπεδό μας, προηγούμασταν 3-0 μετά από περίπου 50 λεπτά στη ρεβάνς, αλλά δεχθήκαμε γκολ στην πρώτη τους ευκαιρία και στο τέλος δεν είχαμε άλλες δυνάμεις για να βάλουμε ακόμη ένα. Δείξαμε ότι έχουμε ποιότητα και ότι μπορούσαμε να φτάσουμε μέχρι το τέλος, ακόμη και να κατακτήσουμε τη διοργάνωση».
Για την Εθνική Σερβίας και τον ανταγωνισμό με τους Μίτροβιτς και Βλάχοβιτς: «Σε συνεννόηση με τον ομοσπονδιακό προπονητή Βέλικο Παούνοβιτς δεν θα πάω στην επόμενη συγκέντρωση, γιατί έπαιξα το τελευταίο κομμάτι της σεζόν τραυματίας. Ακόμη και απέναντι στον ΠΑΟΚ, στην πρεμιέρα των play-offs, δεν ήμουν καν διαθέσιμος. Έπαιξα λίγο απέναντι στον Παναθηναϊκό και στη Θεσσαλονίκη επίσης. Έχω καιρό πρόβλημα με τον αστράγαλο. Δύο ημέρες πριν από το παιχνίδι με τον ΠΑΟΚ υπέστην κάκωση μηνίσκου, ενώ εμφανίστηκε και κύστη Baker. Θα προσπαθήσω να ξεκουραστώ αυτό το καλοκαίρι και να θεραπευτώ πλήρως, ώστε να είμαι απόλυτα έτοιμος για την έναρξη της νέας σεζόν. Τον Σεπτέμβριο, όταν ξεκινήσουν οι αγώνες του Nations League και αν, πρώτα ο Θεός, είμαι υγιής, θα είμαι εκεί. Πάντα ήμουν εκεί.
Δεν βλέπω έτσι την κατάσταση, γιατί ο προπονητής είναι αυτός που πρέπει να αποφασίζει. Φυσικά υπάρχουν αντίπαλοι απέναντι στους οποίους ίσως εγώ να είμαι η καλύτερη επιλογή, άλλοι στους οποίους η λύση είναι ο Μίταρ και άλλοι όπου ταιριάζει περισσότερο ο Ντούτσι. Έχω μιλήσει πολλές φορές για τους δυο τους και για μένα στην εθνική ομάδα και ποτέ δεν δημιούργησα πρόβλημα όταν δεν έπαιζα, γιατί εκείνοι πάντα απέδιδαν καλά τόσο στην εθνική όσο και στους συλλόγους τους. Η υποχρέωσή μας είναι να βοηθήσουμε τη Σερβία να μετατρέψει την ποιότητα που σίγουρα διαθέτει σε καλύτερα αποτελέσματα».