Ο Μάρκο Νίκολιτς μίλησε στη Σερβία για τη σεζόν στην ΑΕΚ, για τον Μάριο Ηλιόπουλο και για αυτά που έρχονται για εκείνον και την ομάδα.
Μετά τον Λούκα Γιόβιτς ήταν σειρά του Μάρκο Νίκολιτς να παραχωρήσει συνέντευξη στη «Mozzart» και να αναφερθεί για όλα όσα έζησε φέτος στην ΑΕΚ.
Για την κατάκτηση του πρωταθλήματος, τη σχέση του με τον Μάριο Ηλιόπουλο αλλά και για αυτά που έρχονται στο μέλλον.
Αναλυτικά όσα είπε ο Νίκολιτς:
Για το αν θωρεί τον εαυτό του τον καλύτερο Σέρβο προπονητή:
«Δεν έχω την ανάγκη να ανταγωνίζομαι κανέναν από τους συναδέλφους μου. Πραγματικά ποτέ δεν μετράω τον εαυτό μου με αυτόν τον τρόπο, γιατί είναι δύσκολο να κρίνει κανείς ποιος είναι καλύτερος ή πιο επιτυχημένος. Εγώ απλώς απολαμβάνω τη δουλειά μου. Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Πραγματικά περνάω πολύ καλά εδώ μαζί με τους συνεργάτες μου.
Όπου κι αν βρεθήκαμε, λίγο ή πολύ πετύχαμε κάποια αποτελέσματα. Αυτό είναι που με κινεί και που μας κινεί όλους μαζί· αποτελεί πάντα κίνητρο για μένα. Ασχολούμαι με ομαδικά αθλήματα, γι’ αυτό και αυτή η ατομική προσέγγιση στα πράγματα είναι κάπως δύσκολη για μένα. Παρότι υπάρχουν ατομικά βραβεία, για τον πρώτο σκόρερ ή τον καλύτερο προπονητή, πάντα το θεωρώ συζητήσιμο. Όλοι όσοι έχουν δουλέψει στο ποδόσφαιρο, στο μπάσκετ ή στο πόλο γνωρίζουν πόσο σημαντικοί είναι όλοι ακόμη κι εκείνοι που κουρεύουν το γκαζόν, οι μάγειρες ή ο οδηγός του πούλμαν».
Για τον Μάριο Ηλιόπουλο:
«Είναι ένας εξαιρετικά συμπαθής, δυναμικός χαρακτήρας, απρόβλεπτος και πολύ συναισθηματικός, κάτι που μου ταιριάζει γιατί είμαι κι εγώ έτσι. Είναι φρέσκος στο ποδόσφαιρο. Aυτή είναι μόλις η δεύτερη σεζόν του και η πρώτη μεγάλη επιτυχία, οπότε πρέπει να κατανοήσει κανείς τις υπερβολικές αντιδράσεις του στους πανηγυρισμούς.
Μας παρείχε όλα όσα χρειαζόμασταν, αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι έχω απόλυτη αυτονομία. Δεν εμπλέκεται στην εβδομαδιαία διαδικασία μας. Δεν παρεμβαίνει στο τεχνικό κομμάτι. Ο άνθρωπος αγαπά το ποδόσφαιρο. Του αρέσει να αγκαλιάζει έναν παίκτη όταν βγαίνει στο γήπεδο για να του δώσει ενέργεια. Μπαίνει στα αποδυτήρια λίγες φορές τον χρόνο, μετά από μεγάλες νίκες ή όταν δίνονται μπόνους, για να τραγουδήσει και να χορέψει με την ομάδα».
Για τη χαμένη ευκαιρία με την Ράγιο:
«Ήταν ένα φοβερό παιχνίδι. Ο πρώτος αγώνας στην Ισπανία ήταν από εκείνα τα ματς όπου όλα απλώς στραβώνουν εναντίον σου. Τα πάντα ήταν ιδιαίτερα: το γήπεδο, οι συνθήκες, η ατμόσφαιρα. Η Ράγιο αγωνίζεται επιτυχημένα στη La Liga εδώ και χρόνια εξαιτίας αυτού του ιδιαίτερου γηπέδου. Τη στιγμή που θα φτιάξουν ένα σύγχρονο, τυπικό στάδιο, θα δυσκολευτούν πολύ να παραμείνουν στην κατηγορία. Εκεί, στο 1-0, χάσαμε τέσσερις ή πέντε απίστευτες ευκαιρίες.
Οι παίκτες τους έδιωχναν την μπάλα πάνω στη γραμμή με τον τερματοφύλακα να μην βρίσκεται καν στη φάση. Επιστρέψαμε από την Ισπανία με ένα καταστροφικό αποτέλεσμα, πολύ χειρότερο από την πραγματική μας εμφάνιση. Αυτό ήταν το κίνητρό μας για τη ρεβάνς, να δείξουμε ότι επρόκειτο απλώς για μία κακή και άτυχη μέρα. Πραγματικά παίξαμε εκείνο το δεύτερο παιχνίδι σε εξαιρετικό επίπεδο, αλλά τιμωρηθήκαμε για μία μόνο τακτική αδράνεια, κάτι που δείχνει και την ποιότητα της Ράγιο.
Είναι κρίμα, φυσικά, γιατί αργότερα τους είδα να ξεπερνούν εύκολα τη Στρασμπούρ και να φτάνουν στον τελικό. Θα μπορούσαμε να είμαστε εμείς εκεί. Θα ήταν ένα τεράστιο ορόσημο, όχι μόνο για εμάς, αλλά και για τη σερβική προπονητική, να βρεθεί ένας δικός μας σε ευρωπαϊκό τελικό για πρώτη φορά μετά τον Λιούπκο Πέτροβιτς.
Μπορείτε να υπολογίσετε μόνοι σας πόσα χρόνια έχουν περάσει. Ήμασταν ένα βήμα μακριά. Μας έλειψε λίγη τύχη, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν φανταστική. Έχω μια έντονη ανάμνηση από εκείνο το παιχνίδι: διεξήχθη μόλις μία ημέρα μετά από εκείνα τα σκάνδαλα της Ρεάλ Μαδρίτης και τη δυσάρεστη συμπεριφορά τους, που συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της σεζόν. Σε αντίθεση με αυτό, εμείς ζήσαμε κάτι απίστευτο στην Αθήνα.
Στο τελευταίο σφύριγμα, παρά τον αποκλεισμό μας, ολόκληρο το γήπεδο μάς αποθέωσε όρθιο. Καθώς κάναμε τον γύρο του θριάμβου, μια παράδοση στο γήπεδό μας, ολόκληρο το τεχνικό επιτελείο και οι παίκτες της Ράγιο Βαγεκάνο γύρισαν προς το μέρος μας, σχημάτισαν διάδρομο τιμής και μας χειροκρότησαν.
Έλαβα επίσης επαγγελματική αναγνώριση από τον νεότερο συνάδελφό μου, τον προπονητή τους, ο οποίος παραδέχθηκε ανοιχτά ότι το ποδόσφαιρο είναι σκληρό και ότι, σε δύο αγώνες, η καλύτερη ομάδα δεν προκρίθηκε. Αυτή ήταν η δική μας ικανοποίηση, αλλά η πικρία παραμένει.
Αυτό που με εξέπληξε και αυτό που φοβόμουν ήταν η περίοδος που ακολούθησε. Ο αγώνας τελείωσε Πέμπτη μετά τα μεσάνυχτα και μέχρι την Κυριακή στις 6:00 το απόγευμα παίζαμε με τον ΠΑΟΚ. Η ενέργεια της ομάδας παρέμεινε στο ίδιο επίπεδο, και εκείνη ήταν η στιγμή που βεβαιώθηκα πως τα πράγματα ήταν στα χέρια μας.
Το να επαναλάβεις μια τέτοια εμφάνιση σε λιγότερο από 72 ώρες, μετά από τόσο μεγάλη συναισθηματική εξάντληση, ήταν σημάδι ότι η ομάδα είχε πραγματικά ωριμάσει».
Για το πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξαν τα «σκληρα» λόγια του Σέρβου στον Γιόβιτς και στον Γκατσίνοβιτς:
«Δεν έπρεπε να το δημοσιοποιήσει αυτό, χαχαχα! Αλλά είναι αλήθεια. Περάσαμε δύσκολες στιγμές. Έπρεπε να αλλάξουμε κάτι. Πάντα περιμένεις τα περισσότερα από εκείνους που ξέρεις ότι μπορούν να προσφέρουν τα περισσότερα. Σε τέτοιες στιγμές δεν στοχοποιείς τον 24ο παίκτη του ροτέισον.
Απευθύνεσαι σε εκείνους που κουβαλούν τη μεγαλύτερη ευθύνη. Όπως έλεγε ο Ντούλε Βουγιόσεβιτς: όταν ο ηγέτης αποδέχεται να πέσει για την μπάλα και να υποταχθεί στην ομάδα, τότε η μηχανή αρχίζει να δουλεύει. Ήταν μια ευθεία συζήτηση με υψωμένες φωνές, αλλά λειτούργησε. Από εκείνη τη στιγμή, η σεζόν άλλαξε.
Συμφωνώ απόλυτα με τον Λούκα ότι αυτό ήταν το σημείο καμπής. Ωριμάσαμε. Οι μεταπτώσεις μας δεν ήταν δραματικές σε σύγκριση με τους αντιπάλους μας. Ήμασταν σταθεροί και ολοκληρώσαμε τη σεζόν με ένα αήττητο σερί 24 αγώνων. Αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο στην Ελλάδα.
Πιστεύω ότι είναι το δεύτερο καλύτερο αποτέλεσμα στην ιστορία του πρωταθλήματος. Τα πάντα, η ιεραρχία, οι σχέσεις, το στιλ παιχνιδιού οδήγησαν στη στιγμή όπου γνωρίζαμε ότι βρισκόμασταν στο σωστό επίπεδο και απλώς έπρεπε να το διατηρήσουμε».
Για τις ομιλίες του στα αποδυτήρια:
«Πρώτα απ’ όλα, δεν έχω δει ακόμη εκείνο το… φιλμ επιτυχίας, ούτε ξέρω τι έπαιζαν στις οθόνες του γηπέδου. Πρέπει να τους ζητήσω να μου το στείλουν. Ποτέ δεν προετοιμάζομαι. Μου βγήκε εκείνη τη στιγμή.
Δεν γράφω λόγους στο σπίτι. Συμβαίνει ακριβώς πριν φύγουμε από τα αποδυτήρια. Πρέπει να πεις αυτό που αισθάνεσαι, σύντομα, γρήγορα και περιεκτικά ώστε να ανεβάσεις το κίνητρο. Είναι ενδιαφέρον ότι αυτή η φράση είχε τόσο μεγάλη απήχηση.
Οι άνθρωποι που συνδέονται με την ΑΕΚ την υιοθέτησαν ως φιλοσοφία τους. Έφτιαξαν σημαίες με αυτό το σύνθημα. Σήμερα, άνθρωποι με σταματούν στον δρόμο και φωνάζουν: Κόουτς! Fight, believe, never give up. Το εκτιμώ πραγματικά αυτό».
Για τη φράση «τώρα είναι η ώρα να δείξουμε τα α@@@@@α μας»:
«Ε, υπάρχει και λίγη μη ακαδημαϊκή γλώσσα. Υπάρχουν ήρεμα και ταραχώδη ημίχρονα. Είναι μέρος της δουλειάς. Ποτέ δεν υποκρίνομαι, γιατί οι παίκτες θα το καταλάβαιναν αμέσως. Αυτό είναι το ένα πράγμα που δεν πρέπει ποτέ να κάνεις, να προσποιείσαι. Πρέπει να μεταφέρεις ειλικρινή ενέργεια».
Για τη διαχείριση 19 διαφορετικών εθνικοτήτων:
«Είναι η ίδια απάντηση που έδωσα και για τον Ερυθρό Αστέρα. Αυτοί οι διαχωρισμοί υπάρχουν μόνο για ανθρώπους που δεν συμμετέχουν στον αθλητισμό και ζουν στους δικούς τους κλειστούς κόσμους. Εμείς είμαστε αθλητές, φυσιολογικοί άνθρωποι. Μιλάμε την ίδια γλώσσα, προερχόμαστε από την ίδια κουλτούρα. Αυτή η πολυπολιτισμικότητα είναι εκπληκτική, μια υπέροχη εμπειρία για μένα. Είμαι περήφανος για τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησαν αυτοί οι άνθρωποι».
Για το ότι η ΑΕΚ είχε 20 διαφορετικούς σκόρερ τη φετινή σεζόν:
«Αυτό είναι ωραίο, αλλά ακόμη πιο ωραία είναι η συλλογική τους χαρά. Πώς ο Λούκα πανηγύριζε τα γκολ του Βάργκα, πώς ο Βάργκα πανηγύριζε του Λούκα… όλος ο πάγκος πετούσε μέσα στο γήπεδο. Γι’ αυτό κατακτήσαμε το πρωτάθλημα. Αυτή είναι όλη η φιλοσοφία, σε μία φράση».
Για το αν το φετινό πρωτάθλημα του θύμισε εκείνο με την Παρτίζαν το 2017:
«Ναι! Σε πολλά σημεία. Αυτός ο τίτλος μου είναι ιδιαίτερα αγαπητός για αυτόν τον λόγο. Το είπα και στους Έλληνες δημοσιογράφους: πάντα έλεγα ότι το αγαπημένο μου τρόπαιο ήταν το νταμπλ με την Παρτίζαν, αλλά αυτός ο τίτλος θα μπορούσε να σταθεί στο ίδιο επίπεδο. Όλα μου θύμιζαν το 2017, η αφετηρία, η εξέλιξη της ομάδας και ο τρόπος που αντέξαμε όλες τις συνθήκες γύρω μας με έναν αντρίκιο και αθλητικό τρόπο».
Για τη συνεισφορά των βοηθών του στην ΑΕΚ, Ραντόγιε Σμίλιανιτς και Γκόραν Μπάσαριτς:
«Το γεγονός ότι δεν έχουμε τραυματισμούς στο κρίσιμο σημείο της σεζόν οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον Γκόραν Μπασάριτς. Είναι ένας εξαιρετικά καταρτισμένος επαγγελματίας με τεράστια εμπειρία, που δουλεύει μαζί μου περίπου 15 χρόνια. Η μεθοδολογία μας είναι έτσι σχεδιασμένη ώστε μικροτραυματισμοί να μπορούν να εμφανιστούν στο πρώτο μισό της σεζόν, κατά την περίοδο προσαρμογής, αλλά στο δεύτερο μισό οι παίκτες είναι πλήρως προσαρμοσμένοι και έχουμε όλες τις δυνάμεις μας διαθέσιμες.
Και υπάρχει και ο Ράντογιε Σμίλιανιτς, ένας εξαιρετικός προπονητής που έχει εξελιχθεί σε σοβαρό ειδικό δίπλα μου. Μοιράζεται όλες τις εμπειρίες μου και έχει απίστευτες κοινωνικές δεξιότητες στην επικοινωνία με τους παίκτες. Ξέρει πώς να διαχειρίζεται τα αποδυτήρια και να προσεγγίζει τους παίκτες στο επίπεδό τους όταν χρειάζεται.
Επιτέλους γράφτηκε για το δίπλωμα PRO μαζί με τον φίλο μου τον Άτσα Ζόρκο, και ακούω μόνο επαίνους για εκείνον. Είμαι περήφανος που δίνει το παράδειγμα και για τους άλλους σε αυτό το πρόγραμμα».
Για το γεγονός ότι έχει πολλούς βαλκάνιους και Σέρβους στην ομάδα:
«Όπου κι αν έχω δουλέψει, προσπαθώ να φέρνω παίκτες από τη δική μας περιοχή, Σέρβους, Κροάτες, Βόσνιους, Σλοβένους… Μερικές φορές με εκνευρίζουν και λέω “ποτέ ξανά”, αλλά πάντα επιστρέφω στο ίδιο. Ο λόγος είναι η συλλογική μας νοοτροπία. Μπορεί καμιά φορά να τσιμπάμε τα μάτια των ξένων, αλλά όταν τα πράγματα δυσκολεύουν και μετράει περισσότερο, είμαστε οι καλύτεροι.
Ο Νόβακ Τζόκοβιτς, που είναι γείτονάς μας εδώ, το έχει αποδείξει και το ίδιο ισχύει και στα ομαδικά αθλήματα. Αυτοί οι τρεις παίκτες έχουν πραγματικά επενδύσει τον εαυτό τους στην επιτυχία της ΑΕΚ».
Για τη φετινή σεζόν του Λούκα Γιόβιτς με 21 γκολ:
«Κάτι που δεν είναι συνηθισμένο στην Ελλάδα. Έκανε τη σεζόν της ζωής του, την καλύτερή του από την εποχή της Άιντραχτ Φρανκφούρτης. Χτίσαμε μια σχέση απόλυτης ειλικρίνειας, χωρίς προσποιήσεις και αυτό του βγήκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Και όταν αυτό βγαίνει σε εκείνον, βγαίνει σε όλη την ομάδα. Είναι παίκτης εξαιρετικής ποιότητας. Το να είσαι παίκτης της Ρεάλ Μαδρίτης δεν είναι τυχαίο.
Δεν τους παίρνουν όλους. Χαίρομαι πάρα πολύ που βρήκε εδώ την ευτυχία και τον δρόμο του. Είχε μια εξαιρετική σεζόν και συνέβαλε καθοριστικά σε αυτόν τον τίτλο. Ο κόσμος τον έχει αγκαλιάσει. Φωνάζουν το όνομά του σε κάθε παιχνίδι και αυτό με χαροποιεί ιδιαίτερα».
Για τον Μίγιατ Γκατσίνοβιτς:
«Ο Μίγιατ τραυματίστηκε στον μηνίσκο και δεν μπόρεσε να παίξει τα τελευταία τρία παιχνίδια. Του εύχομαι γρήγορη ανάρρωση. Θέλω να διαψεύσω άμεσα όσα γράφονται στη Σερβία: ο Μίγιατ είναι παίκτης της ΑΕΚ για τουλάχιστον δύο ακόμη χρόνια, γιατί ανανεώσαμε το συμβόλαιό του λίγες ημέρες πριν από τον τραυματισμό. Τον ξέρω από παιδί στη Βοϊβοντίνα. Είναι στην Ελλάδα τέσσερα χρόνια τώρα, έχει προσαρμοστεί, μιλά τη γλώσσα και είναι πολύ σημαντικός για τα αποδυτήρια.
Είναι κορυφαίος επαγγελματίας. Ο Ράντογιε και εγώ αγωνιζόμαστε κάθε πρωί ποιος θα φτάσει πρώτος στη βάση για να προπονηθούμε πριν τους παίκτες, και ο μόνος που μπορεί να μας ανταγωνιστεί είναι ο Μιγιάτ. Έρχεται εκεί μαζί μας και είναι ο τελευταίος που φεύγει. Γι’ αυτό και του προτάθηκε νέο συμβόλαιο».
Για τον Μάρκο Γκρούγιτς:
«Ο Μάρκο είναι ένας άνθρωπος εξαιρετικών ποδοσφαιρικών και ανθρώπινων χαρακτηριστικών. Δεν έπαιξε όσο θα ήθελε, αν και έχει πάνω από 20 συμμετοχές, αλλά κυρίως ερχόταν από τον πάγκο, καθώς επέστρεφε από έναν μακρύ και δύσκολο τραυματισμό.
Ο Γκρούγιτς κατάφερε να κάνει το πιο δύσκολο πράγμα στον αθλητισμό και στη ζωή: να καταπιεί τον εγωισμό του και να τον θέσει στην υπηρεσία της ομάδας. Έχει απίστευτο βιογραφικό και καριέρα, και του είμαι βαθύτατα ευγνώμων για αυτή τη θυσία».
Για το ότι τα ελληνικά Μέσα του έδωσαν τον ρόλο του σκακιστή νικώντας μεγάλους προπονητές όπως οι Μεντιλίμπαρ, Λουτσέσκου και Μπενίτεθ:
«Θα δούμε τι θα γράφουν όταν έρθει η πρώτη κρίση, χαχαχα! Όταν υπάρχει επιτυχία, πέφτει ο έπαινος. Είναι η κλασική ιστορία με τις αλλαγές: βάζεις έναν παίκτη, σκοράρει, είσαι ιδιοφυΐα. Την επόμενη φορά δεν συμβαίνει, και δεν ξέρεις τίποτα.
Δεν είναι ούτε ιδιοφυΐα την πρώτη φορά ούτε άγνοια τη δεύτερη. Οι προπονητές είμαστε περισσότερο τεχνίτες παρά ιδιοφυΐες. Με την εμπειρία έρχεται η ρουτίνα και το ένστικτο, αλλά αυτό είναι ομαδικό άθλημα. Ο Μάρκο Νίκολιτς δεν νίκησε τον Μεντιλίμπαρ. H ΑΕΚ νίκησε αυτές τις ομάδες. Από τον άνθρωπο που κουρεύει το γήπεδο μέχρι τον πρόεδρο, όλοι συνέβαλαν στο δικό τους ποσοστό σε αυτή την επιτυχία».
Για τη φετινή σεζόν της Παρτιζάν:
«Αυτό είναι πάντα ένα λεπτό θέμα. Ό,τι και να πω, ειδικά σε αυτή την προεκλογική περίοδο, κάποιος θα το χρησιμοποιήσει λάθος. Όχι απλώς θα το χρησιμοποιήσει, θα το διαστρεβλώσει. Παρότι είχα δίκιο, δεν χαίρομαι γι’ αυτό. Θα προτιμούσα να είχα άδικο και η Παρτιζάν να ήταν πρωταθλήτρια.
Ο σύλλογος ακόμη ψάχνει τον εαυτό του. Για ένα διάστημα φαινόταν όμορφα, η ομάδα βασιζόταν σε παιδιά της ακαδημίας, ο κόσμος το αναγνώριζε, και η προσέλευση είχε φτάσει σε υψηλά δεκαετίας. Υπήρχε οικονομική προοπτική και ελπίδα για αποτελέσματα τα οποία είναι κακά. Καθόλου καλά. Όλο και χειρότερα.
Οι διαταραγμένες σχέσεις στη διοίκηση σίγουρα επηρέασαν την ομάδα. Υπήρξε πλήρης αλλαγή στον σχεδιασμό, αρκετές αλλαγές προπονητών και δεν θα μπορούσε να υπάρξει άλλο αποτέλεσμα. Είναι ανεύθυνο για έναν σύλλογο όπως η Παρτίζαν να σύρεται μέσα από αμφιλεγόμενα ΜΜΕ και να μετατρέπεται σε ριάλιτι σόου. Η Παρτίζαν είναι πολύ μεγάλη για κάτι τέτοιο».
Για το αν μπορεί να τον περιμένουν την 1η Ιουνίου για τη Γενική Συνέλευση του συλλόγου στο Βελιγράδι:
«Ναι, αν θέλει ο Θεός, θα είμαι εκεί. Λυπάμαι για την τωρινή κατάσταση του συλλόγου. Ελπίζω η Συνέλευση να τον βοηθήσει να βγει από την κρίση, αν και φοβάμαι ότι δεν θα είναι το τέλος και ότι ορισμένοι άνθρωποι θα συνεχίσουν όπως πριν. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην Παρτίζαν και τον Ερυθρό Αστέρα εδώ. Ο Ερυθρός Αστέρας έχει πολύ μεγαλύτερη παράδοση πειθαρχίας ανάμεσα στους πρώην παίκτες και το προσωπικό του.
Έχουν καλύτερη δομή. Έχουν τις «Stars of the Star», τους θρύλους. Δεν είναι όλοι όσοι έπαιξαν 50 παιχνίδια θρύλοι. Στην Παρτίζαν, σχεδόν όποιος έχει πατήσει ποτέ το χορτάρι αποκαλείται θρύλος. Εμείς ξέρουμε ποιοι είναι οι πραγματικοί θρύλοι: ο Μότσα Βουκότιτς, ο Σάσα Ίλιτς, ο Νίκιτσα Κλιντσάρσκι… Υπάρχουν και προπονητικοί θρύλοι όπως ο Λιούμπισα Τουμπάκοβιτς. Οι υπόλοιποι ήμασταν λίγο-πολύ επιτυχημένοι, αγαπητοί ή σεβαστοί, αλλά δεν είμαστε θρύλοι. Στον Ερυθρό Αστέρα υπάρχει μεγαλύτερη πειθαρχία στα ΜΜΕ. Στην Παρτίζαν έχει γίνει συνήθεια οι άνθρωποι να στρέφονται πολύ εύκολα εναντίον του συλλόγου.
Εγώ θα είμαι πάντα στο πλευρό του θεσμού της Παρτίζαν. Θα μιλήσω στη Συνέλευση αν με ρωτήσει κάποιος, αλλά δεν είναι αυτό το επίκεντρό μου. Ο κόσμος νομίζει ότι κάθομαι εδώ στην Αθήνα και ασχολούμαι όλη μέρα με την Παρτίζαν. Αυτό είναι ανοησία. Αυτές οι θεωρίες αγγίζουν τα όρια της παθολογίας. Είμαι απλώς ένας απλός φίλαθλος, πρώην προπονητής, τίποτα περισσότερο. Έχω απαιτητική δουλειά και τη δική μου ζωή».
Για το πότε θα μπορούσε να επιστρέψει στην Παρτίζαν:
«Η Παρτίζαν είναι ένας τεράστιος σύλλογος και πάντα αποτελεί πρόκληση. Υπάρχει εκείνο το γνωστό απόφθεγμα του Ντούσκο Ραντόβιτς: “Δεν είναι πάντα εύκολο, αλλά είναι πάντα όμορφο”. Αυτό ισχύει και για τη δουλειά εκεί. Έχω τεράστιο σεβασμό για τον θεσμό, αλλά ο κόσμος πρέπει να καταλάβει ότι έχω τις δικές μου υποχρεώσεις, ένα συμβόλαιο και τη δική μου επαγγελματική πορεία. Εδώ έχω ανθρώπους με τους οποίους χτίζω επαγγελματικές και προσωπικές σχέσεις.
Στον αθλητισμό πρέπει να υπάρχουν οι σωστές συνθήκες. Πόσο καιρό περιμέναμε την επιστροφή του Ζέλικο Ομπράντοβιτς στο μπασκετικό τμήμα; Ο Ράντομιρ Άντιτς δεν επέστρεψε ποτέ στην Παρτίζαν, αλλά επέστρεψε στην εθνική ομάδα.
Το ίδιο και ο Τουμπάκοβιτς. Ακόμη και ο Λούκα Γιόβιτς ερωτάται αν θα επιστρέψει στον Ερυθρό Αστέρα. Είμαι σίγουρος ότι αγαπά τον Ερυθρό όσο εγώ την Παρτίζαν και πιθανότατα κάποια στιγμή θα έχει αυτή την επιθυμία, αλλά πρέπει να δέσουν τα κομμάτι».
Για τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς:
«Όλοι νιώθουμε για τον Ζέλικο. Είναι μια σπάνια περίπτωση στον αθλητισμό το να νοιάζεται το κοινό τόσο βαθιά για έναν προπονητή. Αυτό το συναίσθημα του σε περιμένουμε να εκπληρώσεις ένα παλιό όνειρο είναι απολύτως λογικό. Έφερε στην Παρτίζαν τον μοναδικό ευρωπαϊκό της τίτλο και είναι ο μεγαλύτερος προπονητής στην ιστορία του μπάσκετ. Είμαι προνομιούχος που μιλάω και περνάω χρόνο μαζί του περιστασιακά.
Αν και δεν είμαι ειδικός στο μπάσκετ, η αίσθησή μου είναι ότι αυτή η ιστορία δεν έχει φτάσει ακόμη στην ολοκλήρωσή της. Ο Ζέλικο έχει ακόμη να δώσει στην Παρτίζαν και δεν έχει τελειώσει την αποστολή του. Είναι φανατικός στη δουλειά του, σεβαστός από όλους τους συναδέλφους του, ένας άνθρωπος που ταξιδεύει σε όλη την Ευρώπη αναζητώντας συνεχώς νέα γνώση. Είναι η ενσάρκωση του επαγγέλματος του προπονητή. Και πάλι, αυτή είναι η αίσθησή μου, όχι εσωτερική πληροφόρηση».
Για τον Ντούσκο Βουγιόσεβιτς που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή:
«Το πήρα πολύ βαριά. Ο Ντούλε αναγνώρισε κάτι σε μένα, παρότι ερχόμαστε από διαφορετικά αθλήματα. Άσκησε πίεση υπέρ μου και με προστάτευσε στα ΜΜΕ στην αρχή, κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Παρότι όλοι ξέραμε ότι ήταν άρρωστος, δεν μπορείς να προετοιμαστείς για μια τέτοια απώλεια. Είναι μεγάλη απώλεια για την κοινωνία μας. Ήταν άνθρωπος πολύ ευρύτερων οριζόντων από τον αθλητισμό, στη δουλειά του ήταν ιδιοφυΐα.
Ήταν τόσο αφοσιωμένος που τελικά έχασε την υγεία του, κάτι που είχε πει και ο ίδιος. Σπάνια συναντάς τέτοιον άνθρωπο, απόλυτα αφοσιωμένο μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια. Τώρα όλοι τον επικαλούνται, κάτι χαρακτηριστικό για εμάς, να το κάνουμε κυρίως αφού κάποιος φύγει, αλλά όσο ήταν μαζί μας δεν ήταν ακριβώς έτσι. Άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα».
Για το αν παρακολούθησε φέτος το σερβικό πρωτάθλημα:
«Ειλικρινά, δεν κατάφερα να παρακολουθήσω πολλά αυτή τη σεζόν. Η ένταση στην Ελλάδα ήταν τέτοια που δεν είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ με το δικό μας πρωτάθλημα. Νομίζω ότι κατάφερα να δω μόνο στιγμιότυπα από τα ντέρμπι. Παρακολουθώ τη βαθμολογία μέσω των ΜΜΕ, αλλά πραγματικά ποτέ δεν το έχω παρακολουθήσει τόσο λίγο σε λεπτομέρεια. Είμαι αρκετά αναρμόδιος για να πω οτιδήποτε περισσότερο για το πρωτάθλημα ή τη διαιτησία. Δεν ξέρω καν γιατί έχουμε Ιταλό επικεφαλής διαιτησίας, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Εδώ στην Ελλάδα, τα ντέρμπι σφυρίζονται αποκλειστικά από ξένους διαιτητές».
Για το αν νιώθει πιο άνετα αν στα παιχνίδια σφυρίζουν ξένοι διαιτητές:
«Δεν ξέρω. Δεν έχω ασχοληθεί με τη διαιτησία. Νομίζω ότι είναι δρόμος προς την καταστροφή αν αρχίσεις να ασχολείσαι με αυτά τα πράγματα εδώ. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι οι παίκτες και οι προπονητές. Το πρωτάθλημά μας πάντα βγάζει καλούς νεαρούς παίκτες, αλλά και συναδέλφους. Χαίρομαι που ο Ράντε Κόκιτς τράβηξε την προσοχή αυτή τη σεζόν, πρώην παίκτης μου και αρχηγός στη Ραντ. Είναι και γείτονάς μου στο Βελιγράδι.
Τον συνεχάρη για τη σεζόν. Είναι έξυπνος και ξέρει ότι η επόμενη χρονιά είναι χρονιά επιβεβαίωσης για εκείνον. Υπάρχει επίσης ο Μάρκο Γιάκσιτς, με τον οποίο μιλάω σχεδόν κάθε εβδομάδα, και ο Μάρκο Γιόβανοβιτς, που πέτυχε ιστορική επιτυχία με την Τελεόπτικ. Δεν θα τον άφηνα απ’ έξω. Ακόμη και σε χαμηλότερη κατηγορία έδειξε ότι είναι έτοιμος για επιτυχία. Στη χώρα μας αρέσει να ψάχνουμε το “ναι, αλλά…”.
Δεν υπάρχει “αλλά”. Ο άνθρωπος έκανε αποτέλεσμα και αυτό είναι σοβαρό προσόν. Όσο για τα υπόλοιπα, ο Ερυθρός Αστέρας συνεχίζει να κυριαρχεί, η Παρτίζαν ψάχνει τον εαυτό της και η Βοϊβοντίνα δείχνει πιο σταθερή με τον Μίροσλαβ Τάνιγκα».