Αθλητής, σύμβολο και πολιτική φωνή: πώς ο Νόβακ Τζόκοβιτς ξεπερνά το τένις και γίνεται πεδίο εθνικής ταύτισης και σύγκρουσης
Παίζει τένις κάνοντας πολιτική ή κάνει πολιτική παίζοντας τένις; Στην περίπτωση του Νόβακ Τζόκοβιτς, η διάκριση είναι σχεδόν αδύνατη. Ο Σέρβος δεν είναι απλώς ο πιο επιτυχημένος τενίστας της εποχής του· είναι μια κινούμενη εθνική αφήγηση, ένα σύμβολο που κουβαλά πάνω του ιστορία, τραύματα, φιλοδοξίες και αντιφάσεις ενός ολόκληρου λαού. Και αυτό δεν ξεκίνησε χθες, ούτε με το τελευταίο Australian Open που άγγιξε και έχασε στο τέλος. Είναι μια πορεία παράλληλη με την ίδια του τη ζωή, από τα παιδικά του χρόνια μέσα στους βομβαρδισμούς μέχρι το σήμερα, όπου κάθε του λέξη έχει πολιτικό βάρος.
Το γεγονός ότι σήμερα ζει εκτός Σερβίας, με μόνιμη κατοικία στην Ελλάδα, δεν αποδυναμώνει αυτόν τον ρόλο. Αντίθετα, τον φορτίζει ακόμη περισσότερο. Από απόσταση, κάθε νίκη, κάθε δήλωση, κάθε χειρονομία του Τζόκοβιτς μετατρέπεται σε κομμάτι της σερβικής ταυτότητας. Ο ίδιος φυσικά συνεχίζει να παίζει πρώτα για τον εαυτό του: για τα ρεκόρ, για την ιστορία, για το 25ο Grand Slam που μοιάζει πια σχεδόν εμμονή. Όμως στο βάθος υπάρχει μια άλλη φιλοδοξία, εξίσου ισχυρή: να είναι ο σημαιοφόρος της Σερβίας στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Άντζελες το 2028.
Δεν πρόκειται για μια τυπική τιμή ή μια τελευταία δημόσια εμφάνιση. Για τον Τζόκοβιτς, η σημαία δεν είναι αξεσουάρ, είναι πυρήνας ταυτότητας. Συμπυκνώνει τις ρίζες του, την εθνική υπερηφάνεια, αλλά και την προσωπική του διαδρομή ενός παιδιού που μεγάλωσε μέσα στον πόλεμο και έμαθε νωρίς τι σημαίνει αντοχή. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει τη στιγμή που ήταν σημαιοφόρος στους Ολυμπιακούς του Λονδίνου το 2012 ως «τη μεγαλύτερη χαρά» της ζωής του. Αυτή η φράση, διαβασμένη σήμερα, εξηγεί γιατί το όνειρο του 2028 δεν είναι ιδιοτροπία, αλλά σχεδόν υπαρξιακή ανάγκη.
Η σχέση του Τζόκοβιτς με τη Σερβία είναι απόλυτη, αλλά ποτέ απλή. Στο εξωτερικό είναι ο απόλυτος εθνικός ήρωας, ο άνθρωπος που εκπροσωπεί τη χώρα σε κάθε γωνιά του κόσμου. Στο εσωτερικό, όμως, είναι και μια φιγούρα που διχάζει. Ο πατριωτισμός του δεν είναι διακοσμητικός ούτε ουδέτερος. Παίρνει θέση, συχνά με τρόπο ωμό, χωρίς φίλτρα. Όπως και στο γήπεδο, δεν «δαμάζεται». Άλλοι θα τον ήθελαν πιο μετρημένο, άλλοι πιο επιθετικά στρατευμένο. Εκείνος συνεχίζει να παίζει τον ρόλο που έχει επιλέξει, ενισχυμένος από μια καριέρα που του επιτρέπει να μιλά χωρίς φόβο.
Ήδη από το 2008, με το χάλκινο μετάλλιο στο Πεκίνο, χάρισε στη Σερβία την πρώτη της ολυμπιακή διάκριση στο τένις. Το 2010, η κατάκτηση του Davis Cup στο Βελιγράδι προκάλεσε εθνική έκσταση, με τον Τζόκοβιτς να γίνεται το πρόσωπο μιας συλλογικής υπερηφάνειας. Παράλληλα, η κοινωνική του δράση ενίσχυσε ακόμη περισσότερο αυτό το προφίλ: δωρεές σε στιγμές κρίσης, όπως οι καταστροφικές πλημμύρες του 2014, σχολεία και προγράμματα για παιδιά μέσω του Ιδρύματός του. Κι αυτό, με έναν τρόπο, είναι επίσης πολιτική.
Την ίδια στιγμή, όμως, δεν δίστασε να αγγίξει τα πιο ευαίσθητα ζητήματα των Βαλκανίων. Η περίφημη φράση «Το Κόσοβο είναι η καρδιά της Σερβίας», γραμμένη σε κάμερα στο Roland Garros το 2023, προκάλεσε διεθνή θύελλα. Για πολλούς Σέρβους ήταν μια πράξη θάρρους, για άλλους μια επικίνδυνη πρόκληση. Αυτή η διττή ανάγνωση τον συνοδεύει σταθερά.
Τα τελευταία χρόνια, η κατάσταση έγινε ακόμη πιο περίπλοκη. Η ανοιχτή στήριξή του στις φοιτητικές κινητοποιήσεις μετά την τραγωδία του Νόβι Σαντ, με την κατάρρευση της στέγης του σταθμού και τους δεκάδες νεκρούς, τον έφερε σε σύγκρουση με την πολιτική εξουσία. Από ήρωας, ένα κομμάτι του κατεστημένου άρχισε να τον αντιμετωπίζει ως «προδότη». Μέσα σε αυτό το κλίμα γεννήθηκε και η απόφασή του να μεταφέρει τη ζωή του στην Ελλάδα, μακριά από την πίεση και τον θόρυβο. Η μεταφορά του ATP τουρνουά από το Βελιγράδι στην Αθήνα ενίσχυσε την αίσθηση ενός άτυπου διαζυγίου.
Κι όμως, το παράδοξο παραμένει: όσο στο εσωτερικό κάποιοι τον αμφισβητούν, στο εξωτερικό ο Τζόκοβιτς εξακολουθεί να είναι «ο Σέρβος» με κεφαλαίο Σ.
Μετά την πορεία του στην Αυστραλία, όπου απέκλεισε τον Γιανίκ Σίνερ σε έναν ημιτελικό που ήδη θεωρείται μυθικός και λύγισε μόνο στον τελικό απέναντι στον Κάρλος Αλκαράθ, επέστρεψε στο γνώριμο μοτίβο. Στην τελευταία του συνέντευξη μίλησε στα σερβικά, απευθυνόμενος όχι στους φιλάθλους, αλλά στον λαό: λόγια για αντοχή, επιμονή, αλήθεια και δικαιοσύνη. Δεν ήταν μήνυμα αθλητικό, ήταν καθαρά πολιτικό και κοινωνικό.
Με το χρυσό μετάλλιο του Παρισιού το 2024 –που ο ίδιος χαρακτήρισε τη μεγαλύτερη επιτυχία της ζωής του– ο κύκλος μοιάζει να πλησιάζει στο τέλος. Το Λος Άντζελες 2028 θα μπορούσε να είναι η τελευταία, απόλυτα συμβολική πράξη: ο Τζόκοβιτς ως σημαιοφόρος, ως ενσάρκωση του έθνους στη μεγαλύτερη σκηνή του παγκόσμιου αθλητισμού. Και μετά; Εκεί αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον ερώτημα.
Γιατί στη Σερβία πολλοί το ψιθυρίζουν εδώ και καιρό: ο Νόβακ Τζόκοβιτς δεν τελειώνει με το τένις. Μπορεί να εξελιχθεί σε θεσμό, σε πολιτικό πρόσωπο πρώτης γραμμής, ακόμη και σε μελλοντικό Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αν συμβεί αυτό, ίσως κάποτε να θυμόμαστε τη σημαία στο Λος Άντζελες όχι μόνο ως αθλητική τιμή, αλλά ως την πρώτη, ανεπίσημη προεκλογική του ομιλία.
Πηγή: in.gr