«Τώρα οι Έλληνες την έχουν πραγματικά γ@@@σει», αναφέρεται μεταξύ άλλων στα emails του Έπσταϊν
Παγκόσμιοι κλυδωνισμοί επικρατούν μετά τη δημοσιοποίηση των αρχείων Έπσταϊν, καθώς οι αποκαλύψεις προκαλούν «σεισμό» στην πολιτική και επιχειρηματική ελίτ σε ΗΠΑ και Βρετανία. Το κύμα των αποκαλύψεων αγγίζει διεθνείς κύκλους ισχύος, με το ενδιαφέρον να στρέφεται πλέον και στις αναφορές που περιλαμβάνονται στα έγγραφα για πρόσωπα ή δραστηριότητες που σχετίζονται με την Ελλάδα.
Σύμφωνα με τα αρχεία, ο Επστάιν διατηρούσε ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας με την Αριάν ντε Ρότσιλντ, επικεφαλής του πανίσχυρου τραπεζικού ομίλου Edmond de Rothschild Group. Η χρονική συγκυρία της αλληλογραφίας τους παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, καθώς η κρίσιμη συνομιλία καταγράφεται στις 6 Ιουλίου 2015.
Πρόκειται για τις ώρες που η Ελλάδα βρισκόταν στη δίνη των εξελίξεων, αμέσως μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος και την πολυσυζητημένη παραίτηση του τότε Υπουργού Οικονομικών, Γιάνη Βαρουφάκη. Η ηλεκτρονική αλληλογραφία δείχνει ότι ο Έπσταϊν, εκτός από το δίκτυο σεξουαλικής εκμετάλλευσης, λειτουργούσε ως κόμβος πληροφοριών και επαφών με την οικονομική ελίτ της Ευρώπης, παρακολουθώντας στενά τις ελληνικές εξελίξεις σε μια στιγμή που το μέλλον της Ευρωζώνης κρεμόταν από μια κλωστή.
Στο συγκεκριμένο απόσπασμα η Αριάν ντε Ρότσιλντ γράφει στον Έπσταϊν: «Ακούγεται έντονα ότι ο Αλέξης Τσίπρας ήθελε «το κεφάλι» του Γιάνη Βαρουφάκη και το πήρε. Η αντικατάσταση από τον επικεφαλής διαπραγματευτή Ευκλείδη Τσακαλώτο θεωρείται δεδομένη. Η κίνηση αυτή δίνει στον Τσίπρα πολιτικό χρόνο και αλλάζει το κλίμα απέναντι στους εταίρους, χωρίς να αλλάζει άμεσα το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης. Αύριο συγκαλείται Σύνοδος Κορυφής της Ευρωζώνης και στις Βρυξέλλες καλλιεργείται η προσδοκία ότι εκεί θα αναζητηθεί λύση – έστω προσωρινή. Το διακύβευμα παραμένει αν ο χρόνος που κερδίζεται αρκεί για να μεταφραστεί το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος σε συμφωνία και όχι σε αδιέξοδο».
Λίγα λεπτά αργότερα ο Έπσταιν απαντά: «Η παραίτηση του Έλληνα υπουργού παρουσιάζει στην Ελλάδα ένα πιο σκληρό πρόβλημα, όχι ένα ευκολότερο. Τώρα θα τους ζητηθεί να έρθουν με λύση. Όχι με προτάσεις. Τώρα την έχουν πραγματικά γ@@@σει».
Η επικοινωνία Έπσταϊν – Ντε Ρότσιλντ γίνεται στις 6 Ιουλίου του 2015. Στις 6 Ιουλίου 2015, η Ελλάδα βρισκόταν στο κορύφωμα της κρίσης, μία ημέρα μετά το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, που το «Οχι» είχε επικρατήσει με 61,3%. Ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, ερμήνευσε το αποτέλεσμα ως εντολή για ενισχυμένη διαπραγμάτευση, όχι για ρήξη με την Ευρωζώνη. Το ίδιο πρωί, ο Γιάνης Βαρουφάκης υπέβαλε την παραίτησή του, ανοίγοντας τον δρόμο για αλλαγή προσώπων και ύφους.
Νέος υπουργός Οικονομικών ανέλαβε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος. Η κυβέρνηση βρισκόταν ανάμεσα σε λαϊκή νομιμοποίηση και ασφυκτική διεθνή πίεση, με στόχο να αποφευχθεί η έξοδος από το ευρώ. Οι τράπεζες παρέμεναν κλειστές από τις 29 Ιουνίου. Οι κεφαλαιακοί έλεγχοι ήταν σε πλήρη ισχύ, με όριο αναλήψεων 60 ευρώ ημερησίως. Η Ελλάδα είχε ήδη καθυστερήσει πληρωμή προς το ΔΝΤ (30 Ιουνίου), γεγονός χωρίς προηγούμενο για ανεπτυγμένη χώρα της Ευρωζώνης.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αντιμετώπιζαν το αποτέλεσμα με καχυποψία και ανησυχία. Το ενδεχόμενο Grexit συζητούνταν πλέον ανοιχτά, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διατηρούσε παγωμένο τον ELA, κρατώντας το τραπεζικό σύστημα σε οριακή κατάσταση. Στο εσωτερικό επικρατούσε έντονη πόλωση, αλλά και αίσθηση ιστορικής καμπής. Ουρές στα ΑΤΜ, ανησυχία για μισθούς και συντάξεις.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν τα emails μεταξύ του Τζέφρι Έπσταϊν και του Νόαμ Τσόμσκι, τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 2015. Σε αλληλογραφία της 29ης Ιουνίου 2015, ο Τσόμσκι αναφέρει ότι, σύμφωνα με οικονομολόγους που εξέτασαν τα στοιχεία, περίπου το 90% των πληρωμών προς την Ελλάδα στο πλαίσιο των διασώσεων κατέληγαν τελικά σε γερμανικές και γαλλικές τράπεζες, μέσω της εξυπηρέτησης παλαιότερων δανείων. Στο ίδιο μήνυμα χαρακτηρίζει τα χρέη αυτά «odious debts» (απεχθή χρέη) και εκτιμά ότι θα έπρεπε να αναδιαρθρωθούν ριζικά ή ακόμη και να ακυρωθούν.
Ο Έπσταϊν απαντά αναπτύσσοντας εκτενή ανάλυση για τη λειτουργία της τραπεζικής λογιστικής, επισημαίνοντας την «ασυνήθιστη» φύση της, όπου τα δάνεια καταγράφονται ως περιουσιακά στοιχεία και όχι ως μετρητά. Υποστηρίζει ότι τα τραπεζικά κέρδη βασίζονται σε λογιστικές εγγραφές και όχι σε πραγματική ροή χρήματος και ότι τα πακέτα διάσωσης λειτουργούν στην πράξη ως μηχανισμός διάσωσης των πιστωτών. Επικαλούμενος τον οικονομολόγο Μαρκ Μπλάιθ, αναφέρεται στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), το οποίο συγκέντρωσε 440 δισ. ευρώ σε ομόλογα για τη στήριξη χωρών όπως η Ελλάδα.
Στα έγγραφα περιλαμβάνεται και εσωτερικό υλικό του Γραφείου Παγκοσμίων Επενδύσεων των ΗΠΑ από τον Ιούνιο του 2012, το οποίο αφορά τηλεδιάσκεψη επενδυτών για τις επιπτώσεις των ελληνικών εκλογών εκείνης της περιόδου. Η Ελλάδα παρουσιάζεται ως παράγοντας διεθνούς συστημικού κινδύνου, με ανάλυση για το ενδεχόμενο εξόδου από την ευρωζώνη και τις πιθανές συνέπειες στις παγκόσμιες αγορές.
Στα έγγραφα περιλαμβάνεται και εσωτερικό υλικό του Γραφείου Παγκοσμίων Επενδύσεων των ΗΠΑ από τον Ιούνιο του 2012, το οποίο αφορά τηλεδιάσκεψη επενδυτών για τις επιπτώσεις των ελληνικών εκλογών εκείνης της περιόδου. Η Ελλάδα παρουσιάζεται ως παράγοντας διεθνούς συστημικού κινδύνου, με ανάλυση για το ενδεχόμενο εξόδου από την ευρωζώνη και τις πιθανές συνέπειες στις παγκόσμιες αγορές.
Η αναφορά στις ελληνικές τράπεζες
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις ελληνικές τράπεζες. Σε αλληλογραφία του 2014 καταγράφονται συζητήσεις για επενδύσεις σε τίτλους κτήσης μετοχών (warrants) ελληνικών τραπεζών, με ειδική αναφορά στην Alpha Bank ως επενδυτικό «στοίχημα». Τα emails περιλαμβάνουν αναλύσεις για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τη διαδικασία PSI, την κρατική συμμετοχή στις τράπεζες που κυμαινόταν μεταξύ 35% και 70%, καθώς και την προσδοκία επιστροφής στην κερδοφορία μετά τις ανακεφαλαιοποιήσεις.
Σε άλλο έγγραφο, τον Δεκέμβριο του 2013, περιγράφεται επενδυτική ευκαιρία σε βραχυπρόθεσμα ελληνικά κρατικά ομόλογα πεντάμηνης διάρκειας, με έμφαση στη χαμηλή ρευστότητα αλλά και στις αποτιμήσεις. Παράλληλα, σε αλληλογραφία του Μαρτίου 2012, ο Έπσταϊν αναφέρεται στις ανταλλαγές ελληνικού χρέους, ενώ τον Ιούνιο του 2014 ενημερώνεται για τη δημιουργία τοπικών λογαριασμών με στόχο «long» θέσεις σε ελληνικά τραπεζικά warrants.
Συνολικά, από το υλικό που έχει δοθεί στη δημοσιότητα προκύπτει ότι η ελληνική κρίση αντιμετωπιζόταν στο παρασκήνιο ως πεδίο χρηματοπιστωτικού ρίσκου αλλά και ευκαιριών. Οι αναφορές εστιάζουν στο τραπεζικό σύστημα, στα εργαλεία διαχείρισης του χρέους και στις πολιτικές εξελίξεις που επηρέαζαν άμεσα τις αγορές, σκιαγραφώντας τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα της κρίσης αναλύθηκε, αξιολογήθηκε και αξιοποιήθηκε από διεθνείς χρηματοοικονομικούς κύκλους.
πηγή: athensmagazine.gr