Οι προτάσεις του ΔΝΤ για το στεγαστικό περιλαμβάνουν ένα μείγμα μέτρων «καρότου και μαστίγιου». Φορολογικό πέναλτι στις κλειστές κατοικίες και κίνητρα μακροπρόθεσμης ενοικίασης.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) στην τελευταία έκθεσή του για την ελληνική οικονομία «ψαλίδισε» ελαφρά τις προοπτικές ανάπτυξης στο 1,8% για το 2026, εν μέσω των αρνητικών γεωπολιτικών εξελίξεων. Οι εκπρόσωποι του ΔΝΤ, στο πλαίσιο της ετήσιας διαβούλευσης (Article IV Consultation Mission), παρουσίασαν μεταξύ άλλων και ένα μίνι-πακέτο προτάσεων για το στεγαστικό ζήτημα.
Το ΔΝΤ κάνει λόγο για «πιέσεις στην προσιτότητα της στέγασης», ένας πιο εύσχημος όρος για τη στεγαστική κρίση.
Οι τιμές πώλησης κατοικίας μεταξύ 2018-2025 αυξήθηκαν 85%.
Επιβάρυνση για τα νοικοκυριά
Το ΔΝΤ ξεκινά με την παραδοχή ότι οι τιμές των οικιστικών ακινήτων αυξήθηκαν κατά 7,8% το 2025. Αποδίδει την αύξηση των τιμών κατοικίας σε τρεις βασικούς παράγοντες. Πρώτον, στην ενισχυμένη εγχώρια ζήτηση. Δεύτερον, στο υποαξιοποιημένο υπάρχον απόθεμα κατοικιών. Τρίτον, στο γεγονός η κατασκευαστική δραστηριότητα για νέες κατοικίες παραμένει περιορισμένη.
Υπογραμμίζει ότι το πρόβλημα επιδεινώνεται από τις ανισορροπίες προσφοράς-ζήτησης. Αναγνωρίζει ως επιβαρυντικό παράγοντα τις επιπτώσεις του «διαμοιρασμού κατοικίας» (home sharing), ιδίως σε τοπικό επίπεδο. Αποφεύγει να χρησιμοποιήσει τον όρο «βραχυχρόνιες μισθώσεις», αλλά πρακτικά φωτογραφίζει το φαινόμενο της οικονομίας της πλατφόρμας τύπου Airbnb.
Τέλος, αναφέρει ότι «το ενεργειακά αναποτελεσματικό απόθεμα κατοικιών και τα χαμηλά ποσοστά ανακαίνισης, επιβαρύνουν περαιτέρω την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών».
Τι προτεινει το ΔΝΤ για το στεγαστικό
Οι προτάσεις του ΔΝΤ για τη βελτίωση της οικονομικής προσιτότητας της στέγασης εκτείνονται σε δύο τομείς. Από τη μία προτείνουν μέτρα για πιο αποτελεσματική αξιοποίηση της υπάρχουσας προσφοράς κατοικίας. Από την άλλη ζητάνε περισσότερες διευκολύνσεις για τον κατασκευαστικό τομέα, για να αυξηθεί το στεγαστικό απόθεμα, συμπεριλαμβανόμενης και της κοινωνικής κατοικίας.
Αναλυτικά η μίνι-εργαλειοθήκη του ΔΝΤ για το στεγαστικό προτείνει τα εξής:
Ι. Μέτρα για την αξιοποίηση του υπο-αξιοποιημένου στεγαστικου αποθέματος
- Επέκταση των προγραμμάτων ανακαίνισης, με εισοδηματικά κριτήρια.
- Εισαγωγή επιπλέον φόρων επί των κενών ακινήτων, ιδίως σε περιοχές με υψηλή ζήτηση.
ΙΙ. Μείωση των πριμ κινδύνου για τις μακροπρόθεσμες μισθώσεις
- Μεγαλύτερη συμβατική ευελιξία στα μισθωτήρια συμβόλαια.
- Συντόμευση του χρόνου επίλυσης διαφορών (μεταξύ ενοικιαστή και ιδιοκτήτη).
- Συστήματα εγγύησης ενοικίων.
ΙΙΙ. Μείωση κατασκευαστικού κόστους – Τόνωση προσφοράς νέων κατοικιών
- Περισσότερες προσπάθειες για άρση των περιορισμών χωρητικότητας και βελτίωση της παραγωγικότητας.
- Οι προσπάθειες θα πρέπει επίσης να δώσουν προτεραιότητα στην επιτάχυνση των προγραμμάτων κοινωνικής ενοικιαζόμενης στέγασης.
Οι αιτίες της στεγαστικής κρίσης
Η νέα έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας αφιερώνει ειδικό κεφάλαιο για το στεγαστικό ζήτημα στην Ελλάδα.
Τα στοιχεία για τον πληθωρισμό της στέγασης είναι αποκαλυπτικά. Μετά το «βούλιαγμα» στις τιμές κατοικιών κατά τη διάρκεια της κρίσης, ακολούθησε ραγδαία αύξηση, η οποία συνεχίζεται.
Η ΤτΕ αναφέρει ότι μεταξύ 2018-2024 ότι τιμές οικιστικών ακινήτων κατέγραψαν σωρευτικά αύξηση 67,7%, κατά μέσο όρο σε όλη την Ελλάδα. Στην Αθήνα οι τιμές σχεδόν διπλασιάστηκαν, με μέση αύξηση 84,2%. Το ίδιο διάστημα με βάση την ΕΛΣΤΑΤ τα ενοίκια αυξήθηκαν σωρευτικά κατά 11,7%.
Ωστόσο, με βάση τον δείκτη τιμών κατοικιών της πλατφόρμας Spitogatos, που αντλεί δεδομένα από τις αγγελίες ενοικίασης, τα ζητούμενα μισθώματα αυξήθηκαν πανελλαδικά κατά μέσο όρο 58%.
Η ΤτΕ σημειώνει επίσης ότι μεταξύ 2018-2024, το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 35,7% σε ονομαστικούς όρους, και μόλις 16,3% σε πραγματικούς όρους.
Είμαστε η χώρα με τη μεγαλύτερη στεγαστική κρίση
Με άλλα λόγια τα σπίτια ακριβαίνουν με πολύ ταχύτερο ρυθμό από ό,τι αυξάνονται τα εισοδήματα, καθιστώντας την απόκτηση κατοικίας όλο και πιο δύσκολη για τα νοικοκυριά. Η κεντρικός τραπεζίτης υπενθυμίζει ότι είμαστε η χώρα με τον υψηλότερη δείκτη επιβάρυνσης κόστους κατοικίας σε όλη την ΕΕ. Οι τρεις στους δέκα κατοίκους στα αστικά κέντρα και σχεδόν οι τέσσερις στους δέκα ενοικιαστές, πληρώνουν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγαση.
Επιπλέον, σύμφωνα με ευρήματα έρευνας του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα βρίσκεται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα όσον αφορά τους δείκτες δυσκολίας πληρωμής ενοικίου ή δανείου, αλλά και ανησυχίας για τη δυνατότητα εξασφάλισης και διατήρησης κατάλληλης κατοικίας, ειδικά από τους νέους και τα οικονομικά ευάλωτα νοικοκυριά.
Οι προτάσεις πολιτικής της ΤτΕ για το στεγαστικό ζήτημα, συγκλίνουν εν μέρει με τις προτάσεις του ΔΝΤ. Μεταξύ άλλων, γίνεται λόγος για «πρόσθετα μέτρα που θα επιτρέψουν τη μέγιστη αξιοποίηση του διαθέσιμου οικιστικού αποθέματος, με τρόπο που να εξυπηρετεί τόσο τους ιδιοκτήτες όσο και τους μισθωτές και τους υποψήφιους αγοραστές».