Το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο πίσω από τους αριθμούς – Τι δείχνει η έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ για τις επιχειρήσεις

Πώς συνδέονται οι στατιστικές διάρθρωσης των επιχειρήσεων με το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο; Οι οικονομολόγοι Ν. Ρώμπαπας και Δ. Λιάκος διαβάζουν πίσω από τις γραμμές, αποτυπώνοντας τη μεγάλη εικόνα.

Η νέα έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ για τη διάρθρωση των επιχειρήσεων χρησιμεύει, ως ένα βαθμό  και ως «μίνι ακτινογραφία» για το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο. Καθώς αντλεί πληροφορίες από τα φορολογικά διοικητικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν το 2025 (κυρίως το Ε3), αφορά το οικονομικό έτος 2024. Όμως οι τάσεις που καταγράφει ισχύουν και σήμερα.

Η γενική εικόνα είναι θετική, καθώς συνεχίζεται η αύξηση σε όλα τα βασικά οικονομικά μεγέθη. Συνεχίζεται όμως και η υπέρμετρη εξάρτηση από τις υπηρεσίες, έναντι των παραγωγικών επιχειρήσεων (βιομηχανία, μεταποίηση). Το εμπόριο, μαζί με τον τουρισμό (εστίαση-καταλύματα) εξακολουθούν να αποτελούν την ατμομηχανή της οικονομίας σε όρους απασχόλησης, τζίρου και συμβολής στην Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία. Αισθητή άνοδο τζίρου σημειώνει ο κατασκευαστικός τομέας, ενώ ο κλάδος του Real Estate είχε τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση σε αριθμό επιχειρήσεων, Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία και αριθμό απασχολούμενων.

Οι οικονομολόγοι Νίκος Ρώμπαπας και Δημήτρης Λιάκος σχολιάζουν την έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ, συνδέοντας τους οικονομικούς δείκτες των επιχειρήσεων με το παραγωγικό μοντέλο της Ελλάδας.

Οικονομικοί δείκτες και παραγωγικό μοντέλο

Το 2024 δραστηριοποιήθηκαν στην Ελλάδα 966.366 επιχειρήσεις, σε βιομηχανία, κατασκευές, εμπόριο και υπηρεσίες, περίπου 32.000 περισσότερες από το 2023 (αύξηση 3,5%).

Ο τζίρος των επιχειρήσεων αυξήθηκε κατά 27,3 δισ. σε τρέχουσες τιμές (6,5%), ξεπερνώντας τα 447,5 δισεκ. ευρώ. Η ονομαστική αύξηση του τζίρου υπερβαίνει τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό του ίδιου έτους (2,7% ο εθνικός ΔΤΚ και 3% ο εναρμονισμένος), αντικατοπτρίζοντας αύξηση της κατανάλωσης.  Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2023 η αύξηση του τζίρου στο σύνολο των ελληνικών επιχειρήσεων ήταν μόλις 1,1%, όταν την ίδια χρονιά ο μέσος εναρμονισμένος πληθωρισμός αυξήθηκε κατά 4,2%. Η αξία παραγωγής προσέγγισε τα 300,6 δισ. ευρώ, με αύξηση σχεδόν 10% σε τρέχουσες τιμές, ενώ η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία αυξήθηκε κατά 11,9%, στα 114 δισεκ. ευρώ.

Οι δαπάνες των επιχειρήσεων για αγορές αγαθών και υπηρεσιών στο πλαίσιο της δραστηριότητάς τους κατά το έτος 2024 ανήλθαν σε 352,4 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 6,2%, σχεδόν όσο και η αύξηση του τζίρου. Σημαντική σε ποσοστιαία βάση ήταν η αύξηση των επενδύσεων, σχεδόν κατά 25%, προσεγγίζοντας τα 21,3 δισ. ευρώ. Αύξηση παρουσιάζει και η παραγωγικότητα, σε όρους Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας ανά απασχολούμενο, κατά 7,4% στο σύνολο της οικονομίας.

πηγή: ΕΛΣΤΑΤ

Οι διαφορές ανά κλάδο

Πάνω από το 1/3 των επιχειρήσεων στην Ελλάδα δραστηριοποιείται στο εμπόριο (χονδρική-λιανική) και στις υπηρεσίες παροχής καταλύματος και εστίασης. Μαζί με τις υπηρεσίες των μεταφορών – αποθήκευσης, αντιστοιχούν στο 50% της απασχόλησης.

Μια πιο προσεκτική ματιά όμως δείχνει υποχώρηση του εμπορίου έναντι των τουριστικών υπηρεσιών, με το πρώτο να συρρικνώνεται σε αριθμό επιχειρήσεων κατά 1,1% και τις δεύτερες να αυξάνονται κατά 2,4%. Αντιθέτως, ο κλάδος με τη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση στον αριθμό των επιχειρήσεών του κατά την εν λόγω περίοδο ήταν η διαχείριση ακίνητης περιουσίας (+15,2%). Είναι επίσης ο κλάδος με τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση αριθμού απασχολούμενων (14,2%) και προστιθέμενη αξία (32,2%), αν και η συμβολή του σε απόλυτα μεγέθη είναι μικρή. Καθώς όλο και περισσότερα ακίνητα περνάνε στα χαρτοφυλάκια των servicers και σε επενδυτικά funds αλλάζει σταδιακά η δομή της στέγασης στην Ελλάδα. Το κυρίαρχο υπόδειγμα της μικρής ιδιοκτησίας και της ιδιοκατοίκησης υποχωρεί έναντι μεγάλων ομίλων real estate, με την κατοικία να μετατρέπεται όλο και πιο έντονα σε επενδυτικό προϊόν.

Πρωταγωνιστής το εμπόριο

Ο κλάδος του χονδρικού και του λιανικού εμπορίου έχει κατέγραψε τον υψηλότερο τζίρο, στα 167,7 δισεκατομμύρια ευρώ με ποσοστό 37,5% έναντι του συνόλου. Ο κλάδος με τη μεγαλύτερη αύξηση του τζίρου μεταξύ των ετών 2023-2024 ήταν οι κατασκευές με 24,1%, ενώ κανένας επιμέρους κλάδος δεν κατέγραψε μείωση. Το εμπόριο αποτέλεσε και τον κλάδο που συνεισέφερε τη μεγαλύτερη Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία στην οικονομία, με 22,3 δισεκατομμύρια ευρώ ή 19,6%, ενώ κατέχει τα πρωτεία και στην απασχόληση, με 846.889 απασχολούμενους (23,3%).

Νίκος Ρώμπαπας, οικονομολόγος, πρόεδρος ΚΕΦΙΜ

Αλλάζει ή όχι το παραγωγικό μοντέλο;

Ο οικονομολόγος Νίκος Ρώμπαπας, πρόεδρος του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), χαρακτηρίζει ενθαρρυντικά τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τις αυξήσεις σε προστιθέμενη αξία, παραγωγικότητα ανά απασχολούμενο και συνολικό τζίρο. Διευκρινίζει ωστόσο ότι καθώς πρόκειται για ονομαστικές αυξήσεις σε τρέχουσες τιμές, από τις οποίες δεν έχει αφαιρεθεί η επίδραση του πληθωρισμού, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πόσο αυξήθηκε σε πραγματικούς όρους η παραγωγή.

Συσχετίζοντας τις στατιστικές για τη διάρθρωση των επιχειρήσεων με την πρόσφατη μελέτη του ΚΕΦΙΜ για το παραγωγικό μοντέλο της Ελλάδας, προχωρά σε τέσσερις παρατηρήσεις:

«Πρώτον, το εμπόριο παραμένει ο μεγαλύτερος κλάδος σε απασχόληση, με 847 χιλιάδες απασχολουμένους, αλλά κατέγραψε τη μεγαλύτερη μείωση σε αριθμό επιχειρήσεων το 2024. Δεν πρόκειται για μεμονωμένη εξέλιξη. Η μελέτη του ΚΕΦΙΜ δείχνει ότι το μερίδιο του εμπορίου στο ΑΕΠ υποχώρησε από 11,2% το 2009 σε 9,5% το 2025 και ότι η προστιθέμενη αξία του σε ευρώ παραμένει χαμηλότερη από ό,τι στην αρχή της κρίσης.

»Δεύτερον, οι κατασκευές ανακάμπτουν, με την απασχόληση να αυξάνεται κατά 13% μέσα σε έναν χρόνο. Ξεκινούν όμως από πολύ χαμηλή βάση. Σύμφωνα με τη μελέτη μας, ο πραγματικός όγκος παραγωγής τους βρίσκεται ακόμη 39% κάτω από το 2009 και 61% κάτω από την κορυφή του 2006.

»Τρίτον, από τις επιχειρήσεις που καλύπτει η έρευνα, το 94% απασχολεί έως εννέα άτομα. Στις επιχειρήσεις αυτές απασχολείται το 44% του συνόλου, αλλά παράγεται μόλις το 23% της προστιθέμενης αξίας. Αντίθετα, μόλις 742 μεγάλες επιχειρήσεις παράγουν το 38% της προστιθέμενης αξίας με το 17% των απασχολουμένων.

Η προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο είναι τεσσερισήμισι φορές υψηλότερη στις μεγάλες επιχειρήσεις από ό,τι στις πολύ μικρές. Η διαφορά δεν οφείλεται μόνο στο μέγεθος, καθώς παίζουν ρόλο ο κλάδος και η ένταση κεφαλαίου. Δείχνει όμως ότι το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι η έλλειψη επιχειρήσεων, αλλά ότι ελάχιστες καταφέρνουν να επενδύσουν και να μεγαλώσουν.

»Τέταρτον, η διάκριση ανάμεσα στην αξία και στον όγκο της παραγωγής είναι κρίσιμη. Η μελέτη μας έδειξε ότι από το 2009 οι περισσότερες μεταβολές στα μερίδια των κλάδων προήλθαν από την αύξηση των τιμών και όχι της παραγωγής. Μόνο η μεταποίηση και η πληροφορική παράγουν σήμερα περισσότερο από ό,τι το 2009.

»Το ερώτημα για το 2024 είναι το ίδιο: πόσο από την αύξηση αντιστοιχεί σε μεγαλύτερο όγκο παραγωγής και πόσο σε υψηλότερες τιμές;  Η απάντηση θα δείξει αν η οικονομία αλλάζει πραγματικά παραγωγικό μοντέλο. Η αύξηση της παραγωγικότητας, των επενδύσεων και της εξωστρέφειας, καθώς και η δυνατότητα περισσότερων επιχειρήσεων να μεγαλώσουν, βρίσκονται στον πυρήνα της Έκθεσης Πισσαρίδη, την εφαρμογή της οποίας παρακολουθεί το Παρατηρητήριο Δημόσιων Πολιτικών του ΚΕΦΙΜ».

Δημήτρης Λιάκος, οικονομολόγος, πρώην υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργό

Ανάπτυξη με ανισορροπίες

«Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν μια οικονομία που αναπτύσσεται, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί τις διαρθρωτικές της ανισορροπίες», δηλώνει ο οικονομολόγος Δημήτρης Λιάκος, πρώην υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργό.

Αναγνωρίζοντας τη θετική γενική εικόνα, εξετάζει τη σχέση μεταξύ τζίρου, προστιθέμενης αξίας και θέσεων εργασίας.

«Το εμπόριο πραγματοποιεί το 37,5% του συνολικού τζίρου, αλλά παράγει το 19,6% της προστιθέμενης αξίας. Τα καταλύματα και η εστίαση απασχολούν το 20,4% των εργαζομένων, συνεισφέροντας το 8,8% της αξίας. Στον αντίποδα, η μεταποίηση, με μόλις 5,9% των επιχειρήσεων, παράγει το 17% της προστιθέμενης αξίας και απασχολεί το 11,1% των εργαζομένων. Η συμβολή της είναι σημαντική, αλλά δεν έχει ακόμη το βάρος που απαιτεί μια ισχυρότερη παραγωγική και εξαγωγική βάση», τονίζει ο οικονομολόγος.

«Τα μεγέθη αυτά δεν υποτιμούν τη σημασία των υπηρεσιών. Αναδεικνύουν την ανάγκη να αυξηθεί η παραγωγικότητα σε όλη την οικονομία, με επενδύσεις, τεχνολογία, δεξιότητες μεγαλύτερη κλίμακα επιχειρήσεων, δημιουργία clusters και αλυσίδων αξίας. Αυτή είναι η προϋπόθεση ώστε η αύξηση της απασχόλησης να συνοδεύεται από καλύτερες αμοιβές», καταλήγει.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις αθλητικές ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Αθλητικές Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από