Ο Τζον Κόντσαρ είναι ο εκλεκτός του Ολυμπιακού για την ενίσχυση της περιφέρειάς του, με τον Αμερικανό να έχει όλα τα χαρακτηριστικά για να... κουμπώσει στους Ερυθρόλευκους.
Το όνομά του συζητήθηκε τις τελευταίες μέρες, όμως πλέον είναι επίσημο και ο Τζον Κόντσαρ ανήκει στον Ολυμπιακό. Ο Αμερικανός γκαρντ/φόργουορντ ανακοινώθηκε για τα επόμενα δύο χρόνια από τους Ερυθρόλευκους, με σκοπό να δώσει πολύτιμες βοήθειες κυρίως στη θέση «3» όπου αυτή την στιγμή βρίσκονται εκεί οι Τάισον Γουόρντ και Κώστας Παπανικολάου.
Οι άνθρωποι των Πειραιωτών δεν βιάστηκαν να κινηθούν για την προσθήκη ενός ακόμα παίκτη, περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για να δουν τι θα τους προσφέρει η αγορά του ΝΒΑ και μπόρεσαν να κάνουν δικό τους έναν έμπειρο αθλητή που τσεκάρει πολλά… κουτάκια στα «θέλω» του Γιώργου Μπαρτζώκα. Τι μπορεί όμως να προσφέρει στο παιχνίδι του Ολυμπιακού ο Τζον Κόντσαρ;
Τα επιθετικά «όπλα» του Κόντσαρ και τα δυνατά σημεία στην άμυνα
Ο 30χρονος άσος, με θητεία στο ΝΒΑ (Γιούτα Τζαζ, Μέμφις Γκρίζλις) είναι παίκτης συγκεκριμένων χαρακτηριστικών που ταιριάζει στο στυλ παιχνιδιού που πρεσβεύουν οι Πειραιώτες. Πρόκειται για έναν παίκτη που έχει καριέρα του 363 ματς στον μαγικό κόσμο με 4.3 πόντους, 4 ριμπάουντ και 1.5 ασίστ σε κάτι λιγότερο από 18 λεπτά συμμετοχής.
Το βασικό του «όπλο» είναι το πως «διαβάζει» την αντίπαλη άμυνα. Αυτό του επιτρέπει να βρίσκει τα… ρήγματα και να κόβει προς το καλάθι σκοράροντας με άνεση (60% δίποντο καριέρας σε 1.7 προσπάθειες), αλλά και να μεταφέρει άμεσα την μπάλα για να δημιουργηθεί το καλύτερο δυνατό σουτ μέσα από τα actions της ομάδας. Σημαντικό πως όσο αγωνίζονταν στο ΝΒΑ μοίραζε το 11% των καλαθιών των συμπαικτών του. Επιπλέον είναι σε… τίμια επίπεδα αθλητικότητας και βγάζει μεγάλη ένταση στο παρκέ.
Εκεί που πραγματικά ξεχωρίζει είναι στον τομέα των ριμπάουντ παρά το ύψος (1,96μ) και τη θέση του (κυρίως «3», παίζει «2» και σε κοντά σχήματα «4»). Στην καριέρα του, με βάση το «basketball-reference», ο Κόντσαρ μαζεύει το 12.2% των διαθέσιμων συνολικών ριμπάουντ (18.2% αμυντικό/6.4% επιθετικό). Πράγμα που χρειάζεται ο Ολυμπιακός ώστε να εξασφαλίζει κατοχές και να τρέχει στο ανοιχτό γήπεδο εκμεταλλευόμενος παίκτες όπως ο Μοντέρο, ο Φουρνιέ, ο Εντζάι κλπ.
Φυσικά δεν θα μπορούσαμε να αφήσουμε εκτός την άμυνά του. Πρόκειται για έναν αρκετά καλό αμυντικό, κυρίως μακριά από την μπάλα, αφού το «μπασκετικό IQ» του τον βοηθά να είναι πολλές φορές… ένα βήμα μπροστά από τον αντίπαλο, κυρίως σε βοήθειες και closeout. Πάνω στην μπάλα είναι επίσης σε καλό επίπεδο, όμως προφανώς ένας πολύ καλός χειριστής θα μπορέσει να τον περάσει.
Οι αδυναμίες του Κόντσαρ
Όταν έβγαινε από το Κολέγιο (2019) o Κόντσαρ προοριζόταν να γίνει ένας εξαιρετικός σουτέρ που θα σκοράρει σταθερά πίσω από το τρίποντο. Κάτι τέτοιο τελικά δεν συνέβη, καθώς δεν εκπλήρωσε ποτέ τις προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί για εκείνον. Στα επτά χρόνια στο ΝΒΑ είχε αυξομειώσεις στις επιδόσεις του από μακριά έχοντας σεζόν με 41.3% (σε 1.8 προσπάθειες) και σεζόν με 28.3% (επίσης σε 1.8 προσπάθειες).
Γενικά λοιπόν χαρακτηρίζεται «streaky» σουτέρ, δηλαδή σουτάρει σύμφωνα με τις… μέρες του. Βέβαια στην Ευρώπη είναι διαφορετικοί οι παράγοντες σε έναν αγώνα και ίσως η μικρότερη απόσταση, η σχετικά χαμηλότερη ταχύτητα και οι λιγότερο αθλητικοί παίκτες, να του δώσουν παραπάνω ευκαιρίες.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως δεν δημιουργεί για τον εαυτό του, αφού ο ρόλος του ήταν να παίζει κυρίως χωρίς την μπάλα και ουσιαστικά δεν του ζητήθηκε να κάνει κάτι τέτοιο. Ο Ολυμπιακός βέβαια διαθέτει αρκετούς παίκτες με ευχέρεια στη δημιουργία του δικού τους σουτ, συνεπώς δεν θα υπάρξουν τέτοιες απαιτήσεις από τον Αμερικανό.
Συμπέρασμα
Τα πράγματα είναι απλά για τον Τζον Κόντσαρ. Πρόκειται για έναν παίκτη με εμπειρία από το κορυφαίο επίπεδο, καθαρά ρολίστα, καλό αμυντικό, εξαιρετικό στο διάβασμα του ματς και τα κοψίματα, αλλά και φοβερό ριμπάουντερ. Αλλά και ασταθή σουτέρ που δεν μπορεί να δημιουργήσει το δικό του σουτ.
Στους Ερυθρόλευκους θα καλείται να κάνει συγκεκριμένα πράγματα και η ένταση με την οποία παίζει είναι πολύ πιθανό να κάνει τα διαφορά στα μικρά εκείνα σημεία που δεν φαίνονται εύκολα και χρίζουν βελτίωσης στο σύνολο του Γιώργου Μπαρτζώκα.