Και εάν ένα αφήγημα είναι κατασκευασμένο, ακόμη καλύτερα

Στον τρόπο με τον οποίο μία μερίδα της κυβέρνησης αντιμετωπίζει το χειρισμό διαφόρων υποθέσεων, είναι εμφανής η προτίμησή της στα κατασκευασμένα αφηγήματα. Για την ακρίβεια φέρεται ως εάν όσο πιο μακριά από την πραγματικότητα είναι, τόσο το καλύτερο. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Μαρινάκη.

Παρότι θα ήταν λάθος να πούμε ότι είναι σε αδιέξοδο ή πολύ περισσότερο κατάρρευση, όπως κάποιες φορές υποστηρίζει η αντιπολίτευση, ενίοτε την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενη, είναι γεγονός ότι το επόμενο διάστημα θα είναι δύσκολο για την κυβέρνηση.

Μπροστά της έχει μια δύσκολη διαπραγμάτευση για την έξοδο από τα μνημόνια. Οι δανειστές για να δώσουν τη συμβολική διαβεβαίωση περί του τέλους της επιτήρησης θα απαιτήσουν πολλά επιπλέον μέτρα και αυτό θα δυσκολέψει την προσπάθεια της κυβέρνησης να δείξει στην τελική ευθεία προς τις εκλογές «φιλολαϊκό προφίλ». Την ίδια ώρα τα εθνικά μέτωπα είναι πολλά και η παρουσία του Πάνου Καμμένου με τις ανεύθυνες δηλώσεις του δεν εμπνέει πάντα αισιοδοξία.

Απέναντι σε όλα αυτά δυο δρόμοι ανοίγονται ο ένας είναι η πραγματική αναμέτρηση με τις δυσκολίες, η προσπάθεια και η συλλογική σκέψη για να βρεθούν λύση όπως και η ειλικρίνεια χωρίς περιστροφές προς τον ελληνικό λαό. Όμως, υπάρχει πάντα και ο πειρασμός μιας άλλης λύσης, που είναι ότι επειδή ακριβώς τα παραπάνω είναι δύσκολα και πιθανώς όχι άμεσα μεταφραζόμενα σε εκλογική ενίσχυση, είναι προτιμότερο η επιλογή μιας προεκλογικής πόλωσης που να μην επικεντρώνει στις διαφορές πολιτικές αλλά στα προβλήματα των υποτιθέμενων ολιγαρχών φίλων της ΝΔ.

Σε αυτή τη δεύτερη λύση, εντάσσεται ο χειρισμός που γίνεται στην υπόθεση των διώξεων που έχει ασκήσει η Εισαγγελέας κ. Τζίβα για την υπόθεση Noor-1.

Η υπόθεση αυτή, εάν την έχει παρακολουθήσει κανείς, χαρακτηρίζεται από μια εντυπωσιακή απουσία στοιχείων και μια εξίσου εντυπωσιακή παραγωγή ιστοριών.

Εξηγώ: ούτε ο Μαρινάκης ούτε κανένας από τους τωρινούς διωκόμενους δεν είχε αναφερθεί σε όλη την αρχική ποινική διερεύνηση της υπόθεσης, ούτε επί της ουσίας στην ακροαματική διαδικασία. Δεν συμπεριλαμβάνονταν στην τακτική ανάκριση που συνεχίστηκε και που αφορά κυρίως τους χρηματοδότες του φορτίου. Δεν πρόκυπτε από τα στοιχεία που έρχονταν στο φως εμπλοκή τους. Δεν έβγαζε νόημα η εμπλοκή τους δεδομένης της δημόσιας παρουσίας του Μαρινάκης αλλά και της μεγάλης επιχειρηματικής δραστηριότητάς του. Δεν ταίριαζε τυχόν συσχέτισή του με τις λεπτομέρειες της υπόθεσης (για παράδειγμα: είναι δυνατόν ένα πλοίο που έχει πίσω του υποτίθεται μεγάλο εφοπλιστή, να βρίσκεται κολλημένο στη διώρυγα του Σουέζ επειδή δεν υπάρχουν χρήματα για τα τέλη διέλευσης;).

Ωστόσο, παρ’ όλα αυτά φτιάχτηκε ένα αφήγημα, κατασκευάστηκε μια ιστορία. Με αφετηρία μια κατάθεση του Γιαννουσάκη που δεν αναφέρεται σε ναρκωτικά και μια παλιότερη και άσχετη υπόθεση παράτυπης εισαγωγής συναλλάγματος και υλικό από τις ηχητικές καταγραφές της έρευνας για τα «στημένα», άρχιζε να χτίζεται μια ολόκληρη αφήγηση. Αρχικά, με επιλεκτικές «διαρροές», μετά με μαζική αναπαραγωγή γνωστά και συγκεκριμένα ΜΜΕ, χτιζόταν σταδιακά μια διάχυτη ατμόσφαιρα γύρω από το μύθευμα περί «πρεζέμπορα».

Όμως, αυτό δεν αρκούσε χρειαζόταν το αφήγημα, έστω και χωρίς πραγματική υπόσταση να πάρει μορφή ποινικής υπόθεσης. Και εδώ αναλαμβάνουν δράση οι ειδικοί. Ο Πάνος Καμμένος, που εκτός όλων των άλλων θεωρεί δικό του παιδί τον κρίσιμο ανακριτικό υπάλληλο σε αυτή την υπόθεση, τον αξιωματικό του λιμενικού Παναγιώτη Χριστοφορίδη, τον άνθρωπο που πήρε την αρχική κατάθεση Γιαννουσάκη και κράτησε την επαφή μαζί του, και ο οποίος στην περίφημη συνομιλία του με τον έγκλειστο ισοβίτη περιγράφει πώς ο χειρισμός μιας κατάθεσης μπορεί να είναι ο τρόπος για να αποφύγει μια μετάθεση που δεν του αρέσει.

Από κοντά έρχεται ο Σταύρος Κοντονής, ο οποίος έρχεται και προσφέρει την κάλυψη του δικού του υπουργείου, την επιρροή που αντικειμενικά έχει στο δικαστικό μηχανισμό, αλλά και την ειδική πρόσβαση σε συγκεκριμένα τμήματά του που του δίνει η σχέση με τη δικαστικό σύντροφό του αλλά και οι φιλικές σχέσεις της τελευταίας με συναδέλφους της ανάμεσά τους και την Εισαγγελέα κ. Τζίβα, η οποία με τη σειρά της επίσης έχει φιλικές σχέσεις και με τον Χριστοφορίδη. Προσθέστε σε αυτούς και τον πρωταθλητή των αγωγών (σε βάρος του) Μάκη Τριανταφυλλόπουλο και η διαδικασία μετατροπής ενός κατασκευασμένου αφηγήματος σε ποινική υπόθεση μπορεί να ξεκινήσει.

Εδώ πρέπει να καταλάβουμε κάτι. Το να δοκιμάζει ένας Εισαγγελέας να τραβήξει μια υπόθεση, ακόμη και εάν δεν υπάρχουν στοιχεία, επειδή το πιστεύει, είναι κάτι που συμβαίνει συχνά. Γι’ αυτό και υπάρχουν όλες οι ασφαλιστικές διαδικασίες (και πρέπει να εφαρμόζονται) που προστατεύουν από το να γίνει αυτό αιτία αυθαιρεσίας. Ακόμη πιο επικίνδυνα γίνονται τα πράγματα όταν οι δικαστικοί λειτουργοί τροφοδοτούνται διαρκώς με κατασκευασμένα αφηγήματα τα οποία μάλιστα δείχνουν να έχουν και την αποδοχή κορυφαίων πολιτικών παραγόντων όπως είναι υπουργοί. Ο συνδυασμός ανάμεσα σε αυτή την πίεση με το κλίμα που διαμορφώθηκε επίμονα στη δημοσιότητα μέσα από τη συστηματική στρεβλή παρουσίαση της υπόθεσης Noor-1, διαμορφώνει το έδαφος ώστε να ασκηθούν οι διώξεις.

Και εδώ υπάρχει ένα δεδομένο που δεν πρέπει να το υποτιμήσουμε. Οι εισαγγελείς συχνά ασκούν διώξεις ακριβώς γιατί θεωρούν ότι έτσι θα διερευνηθεί η υπόθεση και θα βρεθούν τα στοιχεία που προκαταρκτικά δεν είχαν βρεθεί. Αυτό, εάν κανείς θέλει να το εκμεταλλευτεί, διαμορφώνει μια ιδανική συνθήκη για όποιον κυρίως ενδιαφέρεται να σέρνεται μια δίωξη και όλη η σπίλωση που αυτή συνεπάγεται, ακόμη και εάν στο τέλος είναι βέβαιη η απαλλαγή. Μέχρι τότε οι όποιοι πολιτικοί, επιχειρηματικοί (αλλά και ποδοσφαιρικοί…) σχεδιασμοί θα έχουν υλοποιηθεί.

Γιατί ως γνωστόν τα αφηγήματα δεν κρίνονται από το εάν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα αλλά από το εάν φέρνουν τον αναγνώστη στην κατάλληλη ψυχική διάθεση. Και η αλήθεια; θα ρωτήσει κάποιος. Αυτή θα πρέπει να περιμένει στη λίστα αναμονής, γιατί δεν είναι στις προτεραιότητες.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις αθλητικές ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Αθλητικές Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από