Ο Ολυμπιακός δεν ξεπουλάει, δημιουργεί υπεραξίες

Οποιος θέλει να αγοράσει ποδοσφαιριστή από τον Ολυμπιακό, πρέπει να είναι αποφασισμένος να πληρώσει ακριβά.

Δεν αποτελεί «είδηση» το να επιθυμεί κάποια σημαντική ομάδα του εξωτερικού να αποκτήσει ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού. Το αντίθετο, ναι, θα ήταν θέμα. Σοβαρό. Διότι ειδικά την τελευταία 8ετία οι Ερυθρόλευκοι έχουν καταφέρει να καθιερωθούν στην ευρωπαϊκή ποδοσφαιρική και μεταγραφική αγορά, ως ένα selling club πολύ υψηλού επιπέδου. Ως μια ομάδα παραγωγής καλών ποδοσφαιριστών και υψηλών υπεραξιών.

Η είδηση του ενδιαφέροντος της Σπόρτινγκ Λισαβόνας για τον Κώστα Φορτούνη και το γεγονός ότι ο Ολυμπιακός τον κοστολογεί με ένα ποσό όχι μικρότερο των 12.000.000 € προφανώς και δεν είναι κάτι που προξενεί εντύπωση. Είναι το λογικό. Και για την ποιότητα του κορυφαίου Ελληνα ποδοσφαιριστή, και για τη θέση του, και για την ηλικία του, αλλά και για τα νούμερά του με τον Ολυμπιακό, τα οποία δεν έχουν σύγκριση με κανενός άλλου.

Ορισμένοι προσπαθούν μάταια να δαιμονοποιήσουν τον όρο «selling club». Δηλαδή (προσπαθούν να μας πείσουν ότι) μια ομάδα που παράγει, βρίσκει, αναδεικνύει ποδοσφαιριστές υψηλού επιπέδου και εν συνεχεία τους πουλάει σε άλλους συλλόγους, σε μεγάλα πρωταθλήματα και βοηθάει στην άνοδο της καριέρας τους, κάνει κάτι… κακό. Το κακό για τον Ολυμπιακό θα ήταν να αποκτά ποδοσφαιριστές, να μην τους δίνει ευκαιρίες, να μην βελτιώνει την εικόνα τους, το όνομα και τις ικανότητές τους και γενικώς να τους «θάβει» και να πηγαίνει βήματα πίσω την καριέρα τους.

Ο σύλλογος του Μεγάλου Λιμανιού δεν έφτασε τυχαία στο σημείο να αποτελεί πρώτη επιλογή για τα κορυφαία ταλέντα της χώρας και για σημαντικούς παίκτες από το εξωτερικό. Δεν είναι μόνο η παρουσία στο Champions League, είναι η τεχνογνωσία στο πώς φτιάχνεις, πώς χτίζεις σταδιακά και με συνέπεια υπεραξίες για τους ποδοσφαιριστές σου. Και η διοίκηση Μαρινάκη έχει καταφέρει να βάλει τον Ολυμπιακό στην ελίτ, στους κορυφαίους παίκτες της μεταγραφικής αγοράς.

Με την πολιτική και τις επιλογές του, ο πρωταθλητής  άφησε πίσω του παραδοσιακά selling club, όπως η Ντιναμό Ζάγκρεμπ και η Παρτιζάν, που παράγουν διαρκώς ποδοσφαιριστές, αλλά δεν μπορούν να διατηρηθούν σε υψηλό. Οι Ερυθρόλευκοι τα κατάφεραν να βγάλουν καλούς παίκτες, αλλά και να διατηρούνται στον αφρό. Με αυτόν τον τρόπο δημιούργησαν ένα… δεδικασμένο στην ευρωπαϊκή μεταγραφική αγορά: Οποιος θέλει να αγοράσει από τον Ολυμπιακό, πρέπει να είναι αποφασισμένος να πληρώσει ακριβά.

Βεβαίως η σημαντική υποσημείωση σε αυτό έχει να κάνει με το τι πουλάς. Ο Ολυμπιακός μπορεί να «χρεώνει» ακριβότερα από άλλους συλλόγους, μπορεί να είναι πολύ σκληρός διαπραγματευτής, αλλά όλοι οι ποδοσφαιριστές που έχει παραχωρήσει -ειδικά μέσα στην 7ετία- έχουν αφήσει και συνεχίζουν να αφήνουν το στίγμα τους στους συλλόγους που αγωνίζονται: Μιραλάς, Φέισα, Σάμαρης, Μήτρογλου, Μασουακού, Μανωλάς, Μιλιβόγεβιτς, Ρέτσος. Με τη λίστα να είναι πολύ μεγάλη…

Η αγορά είναι αμείλικτη και δεν μπορείς να αψηφάς τους νόμους της. Ο Ολυμπιακός δεν τους αψήφησε, αλλά αποφάσισε να βάλει και τους δικούς του κανόνες. Επιλογή ρίσκου, αλλά και πολύ μεγάλης δυσκολίας, ειδικά για έναν σύλλογο από την Ελλάδα. Διότι όταν αποφασίζεις ότι θα πουλάς τον κάθε παίκτη στο… ταβάνι του και διαρκώς καταφέρνεις να το «τρυπάς», κάποια στιγμή μπορεί να προκύψει πρόβλημα. Αυτό, όμως, δεν ισχύει για τον Ολυμπιακό. Διότι οι Ερυθρόλευκοι πωλούν ακόμη και βασικούς παίκτες, αλλά μόνο εάν το ποσό είναι τέτοιο που απλά δεν γίνεται να μην ενδώσουν.

Για να γίνει αντιληπτή η διαφορά, αξίζει να σημειωθεί ότι οι ακριβότερες πωλήσεις στην ιστορία του ΠΑΟΚ, που εσχάτως προσπαθεί να γίνει selling club και -για αυτόν τον λόγο έχει βγάλει στην αγορά τους Πρίγιοβιτς και Πέλκα και ανοίγει δίαυλο επικοινωνίας με σημαντικούς μάνατζερ του εξωτερικού- είναι οι Ρόμπερτ Μακ και Γκάρι Ροντρίγκες. Και οι δύο ήταν οι καλύτεροι παίκτες του ΠΑΟΚ την περίοδο που έφτασαν προτάσεις για την παραχώρησή τους, αλλά πωλήθηκαν με μόλις 3,5 εκατ. ευρώ! Δηλαδή όσα πήρε φέτος ο Ολυμπιακός για τον… Μπρούνο Βιάνα.

Ακόμη και η μεγαλύτερη εισροή χρήματος από μεταγραφή στα ταμεία του Δικεφάλου προήλθε από πώληση που δεν έκανε η διοίκησή του. Πρόκειται για τα περίπου 7,5 εκατ. ευρώ (1,5 εκατ. ευρώ η πώληση, συν 6 εκατ. Ευρώ από το ποσοστό μεταπώλησης) από τη μεταγραφή του Λούκας Πέρεθ στην Αρσεναλ. Την υπεραξία του οποίου, ωστόσο, δεν την έφτιαξαν οι Θεσσαλονικείς, αλλά η… Ντεπορτίβο Λα Κορούνια!

Την ίδια στιγμή ο Ολυμπιακός έσπασε το φράγμα των 20 εκατ. ευρώ με την πώληση του Παναγιώτη Ρέτσου, ενώ κανένα από τα πρωτοκλασάτα ονόματά του δεν πέφτει σε πώληση κάτω από τα 10 εκατ. ευρώ (Ιντέγε, Μιλιβόγεβιτς κλπ). Το ίδιο θα γίνει και με τους Φορτούνη, Ενγκελς και Σισέ. Για να παραχωρηθεί κάποιος ή κάποιοι εκ των τριών, τα ποσά θα πρέπει να υπερβαίνουν τα 10 εκατ. ευρώ. Σε αντίθετη περίπτωση, θα συνεχίσουν να φορούν τα ερυθρόλευκα. No problem…

Ο Ολυμπιακός αρνείται να «ξεπουλήσει» τα περιουσιακά του στοιχεία. Όταν δεν βρίσκει την υπεραξία που θέλει, διατηρεί τους παίκτες, τους εξελίσσει και περιμένει την κατάλληλη προσφορά. Διότι σε όλη την παραπάνω διαδικασία, το σημαντικότερο είναι ότι οι Ερυθρόλευκοι έχουν πλέον τη δυνατότητα και την ευχέρεια να αποφασίζουν οι ίδιοι με ποιους θα συναναστρέφονται και με ποιους όχι.

Και στη νέα αρχή που επιχειρείται ενόψει της νέας αγωνιστικής περιόδου, ο Ολυμπιακός θα έχει «σύμμαχο» την τεχνογνωσία, αλλά και τις «άκρες» που έχει δημιουργήσει όλα αυτά τα χρόνια. Με τους Ερυθρόλευκους να προχωρούν στην απόκτηση καλών ποδοσφαιριστών, που υπό άλλες συνθήκες ίσως  να μην σκέφτονταν καν το ενδεχόμενο να αγωνιστούν στην Ελλάδα. Γνωρίζουν, όμως, ότι ο Ολυμπιακός είναι το τελευταίο σκαλοπάτι προς την ελίτ της Ευρώπης. Διότι ο Ολυμπιακός του Μαρινάκη ανήκει στην ελίτ. Κι ας μην βολεύει αυτό όσους θέλουν να παρουσιάσουν μια δική τους πραγματικότητα.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις αθλητικές ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Αθλητικές Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από