Η Ελλάδα έχει μειώσει την ανεργία, αλλά παραμένει στάσιμη στον Ευρωπαϊκό Δείκτη Δεξιοτήτων του Cedefop. Πάνω από το 40% των νέων πτυχιούχων κάνουν δουλειές που δεν αξιοποιούν τις γνώσεις τους.
«Η αγορά εργασίας συνεχίζει τη σταθερά καθοδική πορεία στην ανεργία. Την παραλάβαμε στο 18% σήμερα είναι στο 7,4%, είμαστε κάτω κατά περισσότερες από 10 μονάδες. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν το υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης που είχε ποτέ η Ελλάδα, όπως έχουμε ιστορικό υψηλό και στην απασχόληση γυναικών». Τα παραπάνω επανέλαβε η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως, αυτή τη φορά σε συνάντησή της με εργοδότες, στην Αίγλη του Ζαππείου.
Στη συνάντηση – γεύμα εργασίας, που πραγματοποιήθηκε στον απόηχο της διοργάνωσης «Ημέρες Καριέρας Αθήνα 2026», συμμετείχαν στελέχη από 37 μεγάλες εταιρείες, που απασχολούν εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους. Δεν έχουμε λόγο να αμφισβητήσουμε τα λεγόμενα της υπουργού. Η ανεργία έχει όντως υποχωρήσει αισθητά, αν και υπάρχει ένα μεγάλο στατιστικό χάσμα ανάμεσα στους δείκτες της ΕΛΣΤΑΤ και τα μητρώα της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (ΔΥΠΑ-πρώην ΟΑΕΔ).
Όμως μια προσεκτική ματιά στη δομή της αγοράς εργασίας, αποκαλύπτει σημαντική υστέρηση στην αξιοποίηση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού καθώς και στην απορρόφηση των νέων πτυχιούχων. Πρόκειται για στρεβλώσεις που επιμένουν, κατατάσσουν την Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ και διαιωνίζουν την παγίδα της χαμηλής παραγωγικότητας και των χαμηλών μισθών.
Πάνω από το 40% των νέων πτυχιούχων κάνουν δουλειές που δεν απαιτούν πτυχίο.
Αγορά εργασίας και υπερεκπαίδευση
Τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop) είναι αποκαλυπτικά. Πάνω από το 40% των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης 25 ως 34 ετών απασχολούνται σε επαγγέλματα κατώτερα των γνωστικών τους προσόντων, που δεν απαιτούν πτυχίο. Το φαινόμενο αυτό αποκαλείται κάθετη αναντιστοιχία δεξιοτήτων ή υπερεκπαίδευση (overqualification). Η Ελλάδα έχει τη χειρότερη επίδοση ανάμεσα στις 31 ευρωπαϊκές χώρες που εξετάζει το CEDEFOP.
Ο δεύτερος δείκτης στον οποίο υστερούμε δραματικά είναι απασχόληση των πρόσφατων αποφοίτων. Σύμφωνα με το Cedefop λιγότεροι από επτά στους δέκα νέους 20-34 ετών, που έχουν ολοκληρώσει σπουδές δευτεροβάθμιας ως τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, βρίσκουν δουλειά σε διάστημα 1-3 χρόνων από την αποφοίτησή τους (66,1%). Τα ποσοστά που δίνει η Εurostat είναι ακόμα πιο απογοητευτικά, μόλις στο 62,6%. Πρόκειται επίσης για τη χειρότερη θέση στην ΕΕ.
Η αγορά εργασίας δεν απορροφά τους πτυχιούχους
Αν εστιάσουμε μόνο στους πρόσφατους πτυχιούχους πανεπιστημίου η κατάσταση δεν είναι πολύ καλύτερη, αφού μόνο το 66,9% βρίσκει δουλειά σε διάστημα 1-3 ετών από την αποφοίτηση. Αντιθέτως στον μέσο όρο της ΕΕ, το 86,9% των βρίσκει άμεσα ή σχεδόν άμεσα δουλειά. Αντίστοιχα τα επίπεδα υπερεκπαίδευσης στους πτυχιούχους 25-34 ετών στην ΕΕ είναι μόλις 22%.
Το να κάνεις το πτυχίο σου κορνίζα και να δουλεύεις γκαρσόνι, μπάρμαν πωλητής ή ντελίβερι, προσφέρει μια διέξοδο, μέχρι να βρεθεί κάτι καλύτερο. Όμως κουβαλάει και ένα σοβαρό μισθολογικό «πέναλτι». Σύμφωνα με το Cedefop, ένας υπερεκπαιδευμένος πτυχιούχος αμείβεται χαμηλότερα και είναι λιγότερο ικανοποιημένος από τη δουλειά του σε σχέση με όσους δουλεύουν σε θέση που αντιστοιχεί στο πτυχίο τους. Προγενέστερη έρευνα τoυ Cedefop δείχνει μισθολογική «ποινή» 24% για τους υπερεκπαιδευμένους πτυχιούχους.
Η Ελλάδα (EL) είναι στις τελευταίες θέσεις στην Ευρώπη σε ανάπτυξη, ενεργοποίηση και αντιστοίχιση δεξιοτήτων – πηγή: Cedefop
Στάσιμη θέση στον Δείκτη Δεξιοτήτων
Το Cedefop παρουσιάζει επίσης ένα συνολικό χάρτη κατάταξης των ευρωπαϊκών χωρών, σύμφωνα με το σύνθετο Ευρωπαϊκό Δείκτη Δεξιοτήτων (Εuropean Skills Index), με βαθμολογία από το 1 ως το 100. Ο δείκτης εξετάζει τις επιδόσεις κάθε χώρας σε τρεις πυλώνες (ανάπτυξη, ενεργοποίηση και αντιστοιχία δεξιοτήτων) και 15 ξεχωριστούς υποδείκτες. Όσο πιο κοντά βρίσκεται ένας δείκτης στο 100, τόσο η αγορά εργασίας κάθε χώρας προσεγγίζει την πλήρη αξιοποίηση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού.
Με βάση την τελευταία επικαιροποιημένη συγκεντρωτική έρευνα, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 29η θέση από τις 31 χώρες, με συνολική βαθμολογία μόλις 28,1. Βρίσκεται στην 28η στην ανάπτυξη δεξιοτήτων (με βαθμολογία 35,2), στην 27η στην ενεργοποίησή τους (με 37,4) και στην προτελευταία θέση στην αντιστοίχηση δεξιοτήτων, με βαθμολογία μόλις 20.
Η κατάταξη παραμένει ίδια με το 2017, αν και η βαθμολογία της Ελλάδας ανέβηκε κατά δέκα μονάδες. Με άλλα λόγια, ναι μεν βελτιωνόμαστε, αλλά δεν καλύπτουμε την απόσταση που μας χωρίζει από τις άλλες χώρες.
Πώς θα κινηθεί η αγορά εργασίας ως το 2035
Το Cedefop δεν προβλέπει μεγέθυνση των ποσοστών απασχόλησης στην Ελλάδα ως το 2035. Αντιθέτως προβλέπει στασιμότητα ή οριακή συρρίκνωση σχεδόν κατά 1%, έναντι αύξησης 5% στην ΕΕ (σε σύγκριση με το 2022). Οι μεγαλύτερες αυξήσεις στην απασχόληση αναμένονται στον κλάδο της ενέργειας, με 53% έναντι 20% στην ΕΕ. Ακολουθούν οι κατασκευές με αύξηση της απασχόλησης κατά 15%, έναντι μόλις 1% στην ΕΕ. Στην τριτη θέση βρίσκονται η ενημέρωση και οι επικοινωνίες, με αύξηση της απασχόλησης 14% στην Ελλάδα και 15% στην ΕΕ. Αντίθετα, αναμένεται να συνεχιστεί η συρρίκνωση του αγροτικού τομέα, με μείωση της απασχόλησης κατά 50% (έναντι -30% στην ΕΕ). Σε καθοδική πορεία βρίσκονται οι διοικητικές και υποστηρικτικές υπηρεσίες, με αναμενόμενη μείωση της απασχόλησης κατά 11%, έναντι αύξησης 7% στην ΕΕ.
Μια παράμετρος που προκαλεί προβληματισμό είναι οι θέσεις εργασίας για επαγγελματίες υψηλής ειδίκευσης. Σε αυτή την κατηγορία εργαζομένων, προβλέπεται μεν αύξηση της απασχόλησης κατά 9% ως το 2035, όμως πολύ χαμηλότερη από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο του 20%. Η χλιαρή επίδοση της Ελλάδας στην απασχόληση των εξειδικευμένων επαγγελματιών σχετίζεται άμεσα με τα υψηλά ποσοστά υπερεκπαίδευσης. Η υπέρμετρη εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τομείς χαμηλής παραγωγικότητας, κυρίως στον κλάδο των υπηρεσιών (εμπόριο-εστίαση-καταλύματα) διαιωνίζει τις στρεβλώσεις στο αναπτυξιακό μοντέλο και δρα ως τροχοπέδη στη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας.
Ελλείψεις στα χαμηλά προσόντα, επάρκεια στα υψηλά
Το 58% των θέσεων που θα ανοίξουν ως το 2035 θα απαιτούν μεσαία προσόντα, περίπου 18 μονάδες περισσότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Η προσφορά εργαζομένων χαμηλής και μεσαίας ειδίκευσης θα υπολείπεται της ζήτησης ως το 2035, ενώ η προσφορά υψηλής ειδίκευσης θα την καλύπτει σε γενικές γραμμές.
Οι περισσότερες θέσεις θα ανοίξουν σε εργαζόμενους προσωπικών υπηρεσιών (16%), πωλητές (13%) και υπαλλήλους γραφείου (7%). Πολλές από αυτές οφείλονται σε συνταξιοδοτήσεις και όχι σε νέες θέσεις. Ο μεγαλύτερος κλάδος απασχόλησης είναι το χονδρικό και λιανικό εμπόριο (17% έναντι 13% στην ΕΕ), και οι πωλητές καταμετρώνται στις ελλείψεις.