Πανικόβλητη η κυβέρνηση ζητά τώρα από τον Μητσοτάκη συναίνεση για τις αλλαγές στη Δικαιοσύνη

Επιστολή στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κυριάκο Μητσοτάκη έστειλε ο υπουργός Δικαιοσύνης Μιχάλης Καλογήρου με την οποία ζητά να υπάρξει συναίνεση για το θέμα της επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνη.

Επιστολή στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κυριάκο Μητσοτάκη έστειλε ο υπουργός Δικαιοσύνης, Μιχάλης Καλογήρου με την οποία ζητά να υπάρξει συναίνεση για το θέμα της επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης.

Μια εξέλιξη που θεωρείται εξαιρετικά σημαντική μετά και τις πληροφορίες που ήθελαν παρέμβαση του Προέδρου της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλου, καθώς το θέμα της επιλογής νέας ηγεσίας, ενώ η προεκλογική περίοδος έχει ξεκινήσει είχε πυροδοτήσει θύελλα αντιδράσεων σε πολιτικό, νομικό και συνταγματικό επίπεδο.

Ολόκληρη η επιστολή του Μ. Καλογήρου:

Προς

τον Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης

και Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας

κ. Κυριάκο Μητσοτάκη

Αξιότιμε κ. Πρόεδρε,

Σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Οργάνωσης Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, στις 3 Μαΐου 2019 κινήθηκε η διαδικασία για την πλήρωση των θέσεων Προέδρου και Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και τριών Αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες πρόκειται να κενωθούν την 30η Ιουνίου. Η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής έδωσε τη γνώμη της εντός του μήνα, μετά από ψηφοφορία μεταξύ των μελών της, και με τη συμμετοχή εκπροσώπων όλων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων. Ενώπιον της Διάσκεψης των Προέδρων εμφανίσθηκαν οι προεπιλέγεντες, μέλη των Ανωτάτων Δικαστηρίων που κοσμούν την Δικαιοσύνη.

Μετά τη διενέργεια των εκλογών για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε την απόφασή του να ζητήσει από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την προκήρυξη εθνικών εκλογών για την 7η Ιουλίου 2019, δηλαδή σε χρόνο μετά την αναμενόμενη ολοκλήρωση της εκκρεμούς διαδικασίας επιλογής. Συνεπώς, η διαδικασία προεπιλογής ολοκληρώθηκε κατά το νόμο προ της διενέργειας των εκλογών για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η δε διαδικασία επιλογής ολοκληρώνεται άμεσα, προκειμένου να μην παραμείνουν κενές, κρίσιμες θέσεις στην ηγεσία της Δικαιοσύνης για χρονικό διάστημα που θα εξαρτηθεί από τις εκλογικές διαδικασίες και τη συγκρότηση της νέας κυβέρνησης.

Σε ανακοίνωση του κόμματός σας εκφράστηκε η διαφωνία σας ως προς την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής, με το σκεπτικό ότι η απόφαση για την επιλογή δικαστικών λειτουργών στην ηγεσία των Ανωτάτων Δικαστηρίων «θα δεσμεύσει τη χώρα για τα επόμενα χρόνια».

Παρά το γεγονός ότι δεν υφίσταται κανένα συνταγματικό ή νομικό κώλυμα για την ολοκλήρωση της εκκρεμούς διαδικασίας, δεδομένου ότι ο ίδιος ο Κώδικας Οργάνωσης Δικαστηρίων ρητά προβλέπει την ολοκλήρωσή της ακόμα και μετά τη διάλυση της Βουλής (άρθρο 49 παρ. 3 τελευταίο εδάφιο), αντιλαμβανόμενος όμως το πολιτικό ζήτημα το οποίο έχει ανακύψει και επειδή θεωρώ κοινή θεσμική υποχρέωση να αποτραπεί η εντύπωση ότι η επιλογή της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας συνιστά «δέσμευση» οποιασδήποτε κυβέρνησης, σας εκφράζω τη βούληση της Κυβέρνησης, να επιλεγούν ο επόμενος Πρόεδρος και Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και οι τρεις Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας από το Υπουργικό Συμβούλιο μετά από συμφωνία με την Αξιωματική Αντιπολίτευση, τιμώντας έτσι τους δικαστικούς λειτουργούς που έχουν ήδη προεπιλεγεί, δίνοντας ταυτόχρονα και ένα ισχυρό μήνυμα συναίνεσης στο συνταγματικό αυτονόητο του σεβασμού μας προς την ανεξάρτητη Δικαιοσύνη.

Πολιτικο-δικαστικός σεισμός

Νωρίτερα το in.gr κατέγραφε τις εξελίξεις και τις σφοδρές αντιδράσεις από τις κινήσεις του Μαξίμου.

Οπως ανέφερε:

Πολιτικό και δικαστικό σεισμό προκαλούν οι μεθοδεύσεις της κυβέρνησης προκειμένου να πετύχει τις αλλαγές στην ηγεσία του Αρείου Πάγου λίγες ημέρες πριν από τις εθνικές κάλπες.
Παρά τις έντονες επικρίσεις από την αντιπολίτευση, αλλά και τις αντιδράσεις κορυφαίων συνταγματολόγων για τα κόλπα που μετέρχεται το Μέγαρο Μαξίμου, φαίνεται ότι το σχέδιο προχωρά.
Η κυβέρνηση και προσωπικά ο Αλέξης Τσίπρας δεν έμαθαν από τα παθήματά τους, δεν διδάχθηκαν από την τιμωρία που τους επέβαλε ο ελληνικός λαός. Συνεχίζουν να παίζουν με τους θεσμούς και να εργαλειοποιούν τη Δικαιοσύνη, την ανεξαρτησία της οποίας αμφισβήτησαν την τελευταία τετραετία πολλές φορές.

Είναι τέτοια η σπουδή τους, μάλιστα, που για να δικαιολογήσουν τις αλλαγές φέρνουν το παράδειγμα του Αντ. Σαμαρά που πρότεινε τον Γ. Στουρνάρα για την ΤτΕ μετά την ήττα στις ευρωεκλογές του 2014. Μόνο που τότε η κυβέρνηση είχε μπροστά της άλλα δύο χρόνια διακυβέρνησης, δεν είχε προαναγγείλει εκλογές σε ένα μήνα.
Τώρα, και παρά τη δεινή ήττα που υπέστη ο ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές, κι ενώ βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο, στην κυβέρνηση αποφάσισαν ότι είναι θεσμική κανονικότητα να αλλάξουν τον πρόεδρο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Πλέον, όπως λένε γνωρίζοντες τα συνταγματικά και τα νομικά, μόνον ο Προκόπης Παυλόπουλος μπορεί να αποτρέψει αυτή την προσπάθεια επιβολής νέων προσώπων στην ηγεσία της Δικαιοσύνης, παρ’ ότι δεν έχει πλέον τη νομιμοποίηση του ελληνικού λαού.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να συμβουλεύσει τον πρωθυπουργό να μην προχωρήσει σε αντιθεσμικές ενέργειες ή να μπλοκάρει ο ίδιος τις αλλαγές.
Αλλωστε, ακόμη και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ αντιτίθενται στις αποφάσεις του Μαξίμου. Ο Παναγιώτης Κουρουμπλής βγήκε την Πέμπτη και είπε ότι δεν «πρέπει να ανοίξει τώρα αυτό το θέμα».

Οι «Μαξιμάρχες»

Ωστόσο, οι «Μαξιμάρχες» που συμβουλεύουν τον πρωθυπουργό επιμένουν και είναι απορίας άξιον γιατί το κάνουν αυτό. Ενώ δηλαδή είπαν ότι έλαβαν το μήνυμα των εκλογών, που ήταν η αποδοκιμασία τέτοιων πρακτικών που ευτελίζουν τους θεσμούς και δεν συνάδουν με τις αξίες της Αριστεράς, επιμένουν να κάνουν τις αλλαγές στις Δικαιοσύνη.
Πολλοί αναρωτιούνται γιατί όλη αυτή η μεθόδευση που οδήγησε ακόμη και σε παράταση του χρόνου ανακοίνωσης των εκλογών. Ο κ. Τσίπρας είχε πει ότι θα πάει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας αμέσως μετά το β΄ γύρο των εκλογών αλλά τελικά θα το κάνει στις 10 Ιουνίου με πρόσχημα τις Πανελλαδικές εξετάσεις ώστε οι εκλογές να γίνουν 7 Ιουλίου.
Κι ο λόγος είναι ότι θέλουν να προχωρήσουν στην αλλαγή προσώπων στη Δικαιοσύνη, προφανώς επειδή ο βασικός τους στόχος είναι να την ελέγχουν, ακόμη κι όταν δεν έχουν την κυβέρνηση και βρίσκονται στην αξιωματική αντιπολίτευση.
«Αυτή την στιγμή υπάρχει κυβέρνηση που διατηρεί το σύνολο των αρμοδιοτήτων της. Από εκεί και πέρα αυτές είναι αποφάσεις που θα πάρει το υπουργικό συμβούλιο» είχε πει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος ξεκαθαρίζοντας το σκεπτικό της κυβέρνησης.

Οι αλλαγές επικυρώνονται μόνο με την υπογραφή Παυλόπουλου και πλέον όλοι αναμένουν τις κινήσεις του Προέδρου, του οποίου θυμίζουμε ότι η θητεία λήγει σε έξι μήνες και θα ήθελε μια δεύτερη.

Υπενθυμίζεται επίσης ότι ο κ. Παυλόπουλος το 2016 είχε υπογράψει το σχετικό διάταγμα όταν η κυβέρνηση όρισε την Ξένη Δημητρίου στον Αρειο Πάγο προτού λήξει η συνταγματικά προβλεπόμενη θητεία της κυρίας Ευτέρπης Κουτζαμάνη.

Συνταγματολόγος και ο ίδιος ο κ. Παυλόπουλος είναι ερωτηματικό αν θα συνταχτεί με συνταγματολόγους που λένε ότι η κυβέρνηση δεν πρέπει να προβεί σε αλλαγές γιατί έχει χάσει τη νομιμοποίηση του ελληνικού λαού.

Η Πολιτική Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ έδωσε το πράσινο φως χθες στον πρωθυπουργό να προχωρήσει στις κινήσεις της πηγαίνοντας σε εκλογές στις 7 Ιουλίου ώστε να προλάβει τις αποχωρήσεις των δύο κορυφαίων δικαστών του Αρείου Πάγου.

Τι λένε κορυφαίοι καθηγητές

Μιλώντας στα «ΝΕΑ» ο συνταγματολόγος Κώστας Μποτόπουλος τονίζει:

Μπορεί η κυβέρνηση (έστω να σκεφτεί) να επιλέξει την ηγεσία ανώτατου δικαστηρίου στην περίοδο πριν από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου; Η απάντηση είναι όχι και συνάγεται αβίαστα από το Σύνταγμα, παρά το ότι δεν υπάρχει ρητή συνταγματική απαγόρευση.

Πρώτον, δεν είναι κατά θέμα αρμόδια: από τη στιγμή της πρωθυπουργικής ανακοίνωσης της παραίτησης της κυβέρνησης και της διενέργειας πρόωρων εθνικών εκλογών, των οποίων μάλιστα πλέον γνωρίζουμε τη δήλη ημερομηνία, έχουμε εισέλθει σε οιονεί προεκλογική περίοδο και η κυβέρνηση οφείλει να απόσχει από πολιτικές αποφάσεις που θα δέσμευαν τη διάδοχό της και θα προδιέθεταν για τη λειτουργία των θεσμών.

Δεύτερον, δεν διαθέτει ουσιαστική νομιμοποίηση: εφόσον ο Πρωθυπουργός ομολόγησε ότι λόγω του μεγέθους της ήττας στις ευρωεκλογές η κυβέρνηση δεν διαθέτει πλέον την εμπιστοσύνη του εκλογικού σώματος, και πάντως ζητεί να αναβαπτιστεί σε αυτή, δεν νομιμοποιείται να λαμβάνει αποφάσεις που συνδέονται με θεσμικές/πολιτειακές λειτουργίες.

Τρίτον, δεν είναι κατά χρόνο αρμόδια: η θητεία των δικαστών των οποίων συζητείται η αντικατάσταση λήγει στις 30 Ιουνίου και μόνο τότε η κυβέρνηση θα αποκτούσε, εάν δεν βρισκόμασταν σε προεκλογική περίοδο, και μάλιστα στο τέλος της, θεσμικό δικαίωμα να ασχοληθεί, χωρίς να εγείρει υπόνοιες μεροληψίας, με την αναπλήρωση των αποχωρησάντων.

Τέταρτον, θα έκαμπτε τη δικαστική ανεξαρτησία: επιλογή ανώτατων δικαστών από εν αποδομή Υπουργικό Συμβούλιο, με Βουλή εκτός λειτουργίας, εν μέσω προεκλογικού αγώνα και παρά την έγερση μείζονος θεσμικού ζητήματος από την πολιτική και επιστημονική κοινότητα, θα δημιουργούσε τεκμήριο πολιτικής παρέμβασης και θα δυσκόλευε την ανεπηρέαστη εκτέλεση των καθηκόντων τους από τους έτσι επιλεγέντες.

Ο καθηγητής Νίκος Παπασπύρου από την πλευρά του επισημαίνει:

Στο κοινοβουλευτικό μας πολίτευμα, η Κυβέρνηση οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής και υπόκειται στον έλεγχό της. Επομένως, έως τη διάλυση της Βουλής, η Κυβέρνηση που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης διαθέτει πλήρεις τις αρμοδιότητές της. Για τον ίδιο όμως λόγο, μετά τη διάλυση της Βουλής, η Κυβέρνηση ασκεί τις αρμοδιότητές της για τα τρέχοντα και όσα δεν επιδέχονται αναβολή.

Η προαγωγή σε κορυφαίες θέσεις της Δικαιοσύνης γίνεται με προεδρικό διάταγμα ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Η έκδοση του διατάγματος μπορεί να γίνει μόνο αφού κενωθεί η προς πλήρωση θέση. Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Υπουργικό Συμβούλιο δρουν ως σύνθετο όργανο και επομένως πρέπει να σχηματίσουν σχετική βούληση κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος.

Κατά συνέπεια, εάν υπάρχει κενή θέση πριν από την (εξαγγελθείσα) διάλυση της Βουλής, το Σύνταγμα δεν απαγορεύει την πλήρωσή της (ανεξαρτήτως των ζητημάτων θεσμικής δεοντολογίας που μπορεί να ανακύψουν). Εάν όμως η θέση κενωθεί μεσούσης της προεκλογικής περιόδου (με την αφυπηρέτηση ανώτατων δικαστικών στις 30 Ιουνίου), τίθεται ζήτημα. Διότι ακόμη κι αν το Υπουργικό Συμβούλιο υποβάλει την πρότασή του από τώρα, κρίσιμος χρόνος κατά τον οποίο πρέπει να υπάρχει σχετική βούληση της Κυβέρνησης είναι η 1η Ιουλίου, δηλαδή χρόνος στον οποίο η Κυβέρνηση διαχειρίζεται τα τρέχοντα και τα έκτακτα. Και το Συμβούλιο της Επικρατείας πρόσφατα διασαφήνισε ότι, σε αίτηση ακυρώσεως κατά διατάγματος προαγωγής, ελέγχεται δικαστικά εάν η προαγωγή έγινε σύμφωνα με το Σύνταγμα (ΟλΣτΕ 435/2019).

Θα μου πείτε, τι γίνεται σε χώρες που ζουν για μήνες με υπηρεσιακές κυβερνήσεις; Η λύση εκεί είναι συναινετική διαχείριση. Η συναίνεση έχει τη δύναμη να καθιστά ζητήματα για τα οποία εμείς αντιδικούμε, «τρέχοντα».

Ο ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Αντώνης Μανιτάκης, χαρακτηρίζει «προκλητική περιφρόνηση του Συντάγματος», την περίπτωση κατά την οποία να προχωρήσει η Κυβέρνηση στην αλλαγή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και υπογραμμίζει ότι «έχει χάσει η κυβέρνηση, τη δημοκρατική και συνταγματική της νομιμοποίηση να παίρνει αποφάσεις που δεν είναι τρέχουσας φύσεως, ούτε έχουν επείγοντα χαρακτήρα».

Συγκεκριμένα σημειώνει ο κ. Μανιτάκης: «Εάν η απόφαση αυτή συντελεστεί, θα αποτελεί προφανή καταδολίευση του πνεύματος και του γράμματος του Συντάγματος. Μια κυβέρνηση που έχει εξαγγείλει τη διενέργεια εκλογών με τη διάλυση της Βουλής, ουσιαστικά τελεί υπό παραίτηση διότι έχει απολέσει, όπως το συνομολογεί, την εμπιστοσύνη του εκλογικού σώματος… Έχει χάσει δηλαδή τη δημοκρατική και συνταγματική νομιμοποίηση να παίρνει αποφάσεις που δεν είναι τρέχουσας φύσεως, ούτε έχουν επείγοντα χαρακτήρα. Τέτοια προκλητική περιφρόνηση του Συντάγματος σπάνια συναντά κανείς στα κοινοβουλευτικά μας ήθη».

Ο ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Νίκος Αλιβιζάτος υπογραμμίζει ότι σε περίπτωση που η Κυβέρνηση προχωρήσει σε τοποθετήσεις νέων προσώπων, παραβιάζεται η συνταγματική δεοντολογία όλων των θεσμικά ώριμων χωρών και η συνταγματική η αρχή της διάκρισης των εξουσιών.

Παράλληλα, ο ακαδημαϊκός και πρώην υπουργός Δικαιοσύνης Μιχάλης Σταθόπουλος συμφωνεί απόλυτα με τις απόψεις των συναδέλφων του και τονίζει ότι «μια τέτοια κίνηση θα ήταν προφανώς αντιδεοντολογική».

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος δήλωσε:
«Στρατηγική ήττα είναι να οδηγείσαι σε διάλυση της Βουλής και εκλογές στις 30 Ιουνίου, την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενος. Παρά τις αντίθετες αλαζονικές διακηρύξεις σου. Στρατηγική ήττα είναι να χάνεις τη δυνατότητα επιλογής των προσώπων που θα καλύψουν τις κορυφαίες θέσεις της Δικαιοσύνης μετά τις 30 Ιουνίου».

«Ο κ. Τσίπρας, υπό το βάρος της ήττας του, προανήγγειλε ότι αμέσως μετά τον δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών, θα προκηρύξει εθνικές εκλογές. Είναι, επομένως, αυτονόητο ότι, η υπό προθεσμία πλέον κυβέρνησή του, για λόγους στοιχειώδους πολιτικής και ηθικής τάξης δεν νοείται να λαμβάνει στο εξής καμία απόφαση που θα δεσμεύσει την χώρα για τα επόμενα χρόνια. Πολύ περισσότερο κρίσιμες αποφάσεις που αφορούν την ηγεσία της Δικαιοσύνης», ανέφερε η Νέα Δημοκρατία.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις αθλητικές ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Αθλητικές Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από