Κομμάτια από ροδάκινο, Μουντιάλ και παγωτό σοκολάτα

Ο Παναγιώτης Βουγιούς ξετυλίγει την πρώτη μουντιαλική ανάμνηση. Φρούτα, ματωμένα γόνατα, παγωτό, Σόκρατες και Πάολο Ρόσι.

Ήταν γερή κλωτσιά. Από τις καλές. Από αυτές που δεν σου προσφέρουν χρόνο ή επιλογές. Βάζεις ασυναίσθητα τα χέρια στο έδαφος, διότι, αν χάσεις το deadline της πτώσης, τρως τσιμέντο. Και όταν σηκώνεσαι, συστήνεσαι με το νέο σου γόνατο. Και επιτέλους έχεις κάτι ασορτί με το κόκκινο σορτσάκι γιατί απολύτως φυσιολογικά δεν θα καταδεχόσουν να κατέβεις για μπάλα, φορώντας σορτσάκι αταίριαστο με τα χρώματα της ομάδας.

Η Κυψέλη το 1982 είχε μοναδική άπλα. Στη γειτονιά υπήρχε ένα οικόπεδο για να τρως τα πόδια σου στο χώμα. Ήταν η έδρα των «άλλων». Των «κακών». Εκεί δίναμε τα… επίσημα ματς. Το ίδιο οικόπεδο τώρα διαθέτει γρασίδι, κάγκελα, δέντρα, παγκάκια και αποτελεί το προσωπικό WC του σκύλου μου. Κάτω από την οικία μας «διαδήλωνε» με εκπληκτική παράσταση νίκης η «φασιστική» ατάκα «δεν περνάνε αυτοκίνητα από δω κύριε, εδώ είναι το γήπεδό μας». Με μαθηματική ακρίβεια αποκοτιάς, ο οδηγός αναζητούσε άλλο στενό. Πέρασε καιρός για να καταλάβω τον λόγο που έβαζαν όπισθεν αμαχητί, ενίοτε και με χαμόγελο. Όπως και να ‘χει, τα τσογλάνια είχαν αποκτήσει εδαφική ανεξαρτησία.

Ναι, ήμασταν τσόγλανοι. Ίσως η μοναδική, συλλεκτική παρέα που αντάμωσα ποτέ, φτιαγμένη από Ολυμπιακούς, Παναθηναϊκούς και ΑΕΚτζήδες ενωμένους σαν γροθιά, με στόχο το κοινό συμφέρον. Να κάνουμε «μικροχειρουργική» στα γόνατά μας από τις 17.00 sharp, μέχρι τις 22.00 περίπου. Λάθος. Μέχρι να κατέβει στο «τερέν» η πιο οργισμένη γειτόνισσα. Πάλι λάθος. Μέχρι να φωνάξει η μάνα μου από τον τέταρτο όροφο, που, όχι να το παινευτώ, αλλά, όταν φώναζε η Μαιρούλα, η μπάλα σταματούσε να κυλά, Ολυμπιακοί, Παναθηναϊκοί και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις έπαιρναν στάση εύζωνα και όπως με πληροφορούν από το κοντρόλ κι αύριο μέρα είναι.

Στο τραπεζάκι, σε απόσταση ενάμισι μέτρου το πολύ από την έγχρωμη τηλεόραση, περίμενε ένα πιάτο. Το στόλισμα πρόδιδε ιεροτελεστία. Κομμάτια από πορτοκάλι, ροδάκινο και ολόκληρα βερίκοκα σχημάτιζαν το… τρίγωνο των illuminati πάνω στο πιάτο: «Φάτε αυτά, έχω και παγωτό για μετά» μας είπε. Ήταν συμφέρον trade, πώς να αντισταθείς; Τρως φρούτα, εξασφαλίζεις εκεχειρία για το ανοιγμένο γόνατο. Κοιταχτήκαμε με τον Χρήστο, το «κωλόπαιδο» ντε, που ευθυνόταν για τη «ζωγραφιά» στο πόδι μου. Αρχίσαμε να μασουλάμε. Κάπου εκεί ακούστηκε μια αιχμηρή, διαπεραστική και εξίσου τσιριχτή φωνή που άρχισε να «φτύνει» σε ρυθμό πολυβόλου άγνωστες λέξεις: «Σόκρατες, Φαλκάο, Σερζίνιο, Ζίκο, Ρόσι, Ταρντέλι, Κόντι, Σιρέα…». Νομοτέλεια: Όταν είσαι μικρός κι έχεις λερωμένη τη φωλιά σου, δε γλιτώνεις την κατσάδα. Είχαμε ξεφύγει από τη Μαιρούλα και μας είχε περιλάβει, από τηλεοράσεως, η …οργή του Μανώλη Μαυρομμάτη.

«Παίρνω Ιταλία, αυτούς με τα μπλε» με διαβεβαίωσε ο Χρήστος, μπουκωμένος με ροδάκινο. Γεγονός που αυτόματα σήμαινε ότι δεν γινόταν εκ των πραγμάτων να διαλέξεις κι εσύ τους μπλε, πρώτον γιατί ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερος, δεύτερον και σημαντικότερο γιατί σε είχε κλωτσήσει, αν θυμάσαι (που θυμάσαι), οπότε με συνοπτικές διαδικασίες ορθώνεις ανάστημα: «οι Βραζιλιάνοι θα σε λιώσουν»! Κάπου στο 2-2 είχε έρθει και το παγωτό.

Σκόρπια πράγματα. Σε καμία περίπτωση ολοκληρωμένες ποδοσφαιρικές αναμνήσεις. Μόνο εικόνες. Θεόσταλτες. Τον Φαλκάο να τρέχει, τον Ρόσι να πανηγυρίζει, το αρχοντικό στυλ του Σόκρατες. Τα κοντά σορτσάκια. Τις στενές φανέλες. Τις κατεβασμένες κάλτσες του Σερέζο. Τη σημαία της Βραζιλίας, η οποία μέχρι σήμερα, στα μάτια μου, είναι μακράν η ομορφότερη – και κατά μία περίεργη έννοια, όχι ποδοσφαιρική – η πιο ξεχωριστή σημαία απ’ όλες. Τον φυσικό ήχο, «ανακατεμένο» με την «τσιρίδα» του Μαυρομμάτη. Θεσπέσιο ηχητικό κοκτέιλ για παιδικά αυτιά. Κανονική μυσταγωγία. Θυμάμαι, επίσης, τον τρόπο που αποχαιρέτησα εκείνο το βράδυ τον νικητή του στοιχήματος: «Ορκίζεσαι ότι από αύριο την ώρα που αρχίζει το ματς θα σταματάμε την μπάλα»;

Στα χρόνια που ακολούθησαν έψαξα και παρακολούθησα ολόκληρο τον αγώνα. Kαι τον ξαναείδα. Και ξανά (!), πληκτρολογώντας, αμέτρητες φορές, τη συστοιχία λατινικών χαρακτήρων youtube.com. Θα ήταν αδύνατο να διαθέτω πρωτογενείς ποδοσφαιρικές αναμνήσεις από την αναμέτρηση. Σε αναλογία με το σήμερα, δεν επρόκειτο για επιλογή κι αυτό το κάνει, αν όχι εξαίσιο, σίγουρα πολύ, πολύ καθοριστικό.

Το καλοκαίρι του 1982 είχε Μουντιάλ. Ήμουν κλεισμένα πέντε. Πεντέμισι για την ακρίβεια. Σωστός τερματοφύλακας. Το πρώτο καλοκαίρι που με εμπιστεύθηκε η φωνακλού του σπιτιού, χαρίζοντάς μου πεντάωρη ανεξαρτησία ημερησίως. Λογικά, μία ώρα για κάθε χρόνο ζωής. Ο πατέρας μου πρόσθεσε μια δερμάτινη μπάλα. Όνειρο. Τις προσεχείς ημέρες, όποτε άκουγα ήχο πραγματικού γηπέδου από τις τηλεοράσεις των μπαλκονιών, έκοβα το παιχνίδι, έπαιρνα την μπάλα παραμάσχαλα και ανέβαινα τρέχοντας σπίτι για να δω το ματς. Συνήθως, με ματωμένα γόνατα και παγωτό σοκολάτα.

*Το κείμενο γράφτηκε ως πρελούδιο του προηγούμενου Μουντιάλ για ιστότοπο που δεν υπάρχει πια.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις αθλητικές ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Αθλητικές Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από