Η επιστροφή της πολιτικής και τα πραγματικά ερωτήματα

Η συζήτηση στη Βουλή ήταν μια επιστροφή της πολιτικής, αλλά και των δύσκολων ερωτημάτων που τίθενται

Η συζήτηση στη Βουλή ήταν μια επιστροφή της πολιτικής. Αυτό από μόνο του είναι καλοδεχούμενο.

Δηλαδή, ήταν πολύ προτιμότερο να ακούς τους πολιτικούς αρχηγούς να ξεδιπλώνουν τις γραμμές τους και να συγκρούονται από το να ακούς όλο τον άσκοπο επικοινωνιακό «θόρυβο» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, των προκάτ δηλώσεων, των non papers που είναι copy-paste των προηγούμενων.

Δεν υποστηρίζω ότι ήταν όλα καλά.

Κάθε άλλο, προφανώς και στη συζήτηση αναδείχτηκαν και προβλήματα που διέπουν τον τρόπο που συζητάμε πολιτικά.

Όμως, είναι πολύ προτιμότερες τέτοιες συζητήσεις από αυτό που συνήθως ονομάζουμε πολιτική «δημοσιότητα».

Το κυριότερο είναι ότι αυτή η συζήτηση έδειξε σε ποια ακριβώς κατάσταση και φάση είμαστε ως προς το πολιτικό σύστημα της χώρας και τις δυναμικές των κομματικών σχηματισμών.

Ο πρωθυπουργός επέλεξε να δώσει τις απαντήσεις που ήθελε και να επιμείνει στη γραμμή ότι τα απόρρητα ζητήματα δεν συζητιούνται στη Βουλή.

Γνωρίζει άλλωστε ότι το πολιτικό κόστος από τις υποκλοπές είναι δεδομένο. Δεν μπορεί εύκολα να απαλλαγεί από αυτό αλλά δεν πρόκειται και να το τροφοδοτήσει.

Θα επιμείνει η διερεύνηση να γίνει στις αρμόδιες επιτροπές και θα προτάξει θεσμικές αλλαγές στην ΕΥΠ.

Από εκεί και πέρα ξέρει ότι εάν πρόκειται να αντισταθμίσει το πολιτικό κόστος από τις υποκλοπές, αυτό θα γίνει στο επίπεδο των ζητημάτων που αφορούν τη ζωή των πολιτών, την οικονομία, την ενεργειακή κρίση, το αίσθημα ασφάλειας.

Σε αυτό θα επενδύσει όπως και στο ότι ακολουθεί μια φιλοδυτική και φιλοευρωπαϊκή πολιτική.

Δεν θα είναι εύκολο, γιατί ο χειμώνας θα είναι δύσκολος, αλλά ελπίζει να το καταφέρει, ρίχνοντας βάρος σε μέτρα «κοινωνικού προσώπου».

Η αντιπολίτευση βρήκε την ευκαιρία που έψαχνε να δει την κυβέρνηση στη γωνία, έστω και συγκυριακά.

Γιατί στο συγκεκριμένο θέμα, αντικειμενικά, η κυβέρνηση ήταν αυτή που έπρεπε να απολογηθεί και η αντιπολίτευση μπορούσε να «σφυροκοπά».

Ο ΣΥΡΙΖΑ βρήκε την ευκαιρία που έψαχνε να μπορεί να χτυπά συνολικά την κυβέρνηση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει λύσει το βασικό του πρόβλημα που είναι ότι εξακολουθεί να μην μπορεί να παρουσιάσει ένα συνεκτικό πολιτικό σχέδιο που να πείθει ότι δεν θα επαναλάβει όλα τα προηγούμενα λάθη.

Το ΠΑΣΟΚ φαίνεται ότι αυτή τη στιγμή προκρίνει να είναι κυρίως κομμάτι της αντιπολίτευσης, διαρρηγνύοντας τους όποιους δεσμούς με τη ΝΔ είχαν απομείνει από την κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου.

Ελπίζει ότι αυτό του εξασφαλίζει περισσότερο πολιτικό χώρο, από την ταλαντευόμενη στάση που είχε τα προηγούμενα χρόνια.

Ενδιαφέρον στοιχείο ότι και το ΜέΡΑ25 φάνηκε αυτή τη φορά περισσότερο παρά ποτέ έτοιμο να πάει σε κυβέρνηση συνεργασίας και με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Από την άλλη, το ΚΚΕ έδειξε ότι όντως είναι ένα κόμμα που τις θέσεις του δεν τις επεξεργάζεται με βάση την εκάστοτε επικαιρότητα.

Όλα αυτά μας δείχνουν και την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή.

Η ΝΔ παραμένει το ισχυρότερο κόμμα, αλλά δεν είναι δεδομένο ότι έχει δυναμική αυτοδυναμίας.

Συγκρατεί ένα σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων της, προηγείται στις δημοσκοπήσεις, αλλά θα χρειαστεί μεγάλη μάχη για να μπορέσει να πάρει αυτοδύναμα την εξουσία στο τέλος της επόμενης τουλάχιστον διπλής εκλογικής μάχης.

Απέναντι σε αυτό διαμορφώνεται ένα πραγματικό ενδεχόμενο για κυβέρνηση συνεργασίας ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και ΜέΡΑ 25.

Αυτό μπορεί να το επιτρέψουν υπό προϋποθέσεις τα μαθηματικά του εκλογικού νόμου ακόμη και από τις πρώτες εκλογές, μπορεί να το κάνουν «διέξοδο» στις δεύτερες.

Δεν είναι εύκολο, ούτε αυτονόητο, γιατί ακόμη σχέσεις εμπιστοσύνης δεν υπάρχουν, με δεδομένο και το «ύφος» διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι, όμως, πραγματικό ενδεχόμενο, ακόμη και εάν γίνει για λόγους «πολιτικού υπολογισμού» και όχι «προγραμματικής σύγκλισης».

Και εδώ γεννιούνται τα κρίσιμα πολιτικά ερωτήματα.

Καλώς ή κακώς η χώρα μας έχει μια παράδοση αυτοδύναμων κυβερνήσεων από μεγάλες παρατάξεις που εκπροσωπούν διαταξικές κοινωνικές συμμαχίες.

Τέτοιες κυβερνήσεις όρισαν το μεγαλύτερο μέρος της μεταπολίτευσης.

Αντιθέτως, οι κυβερνήσεις συνεργασίας είναι συνυφασμένες είτε με τις έκτακτες περιστάσεις – όπως στην περίοδο 1989-1990 – είτε με τη μεγάλη πολιτική κρίση που είχαν τα μνημόνια.

Είναι κυβερνήσεις που δεν μπόρεσαν να δώσουν προοπτική.

Ξέρω ότι σε άλλες χώρες οι κυβερνήσεις συνεργασίας είναι πάγια πρακτική.

Όμως, αυτό αντιστοιχεί σε άλλες πολιτικές κουλτούρες και άλλη αντίληψη των πολιτών για την κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Το έχω ξαναπεί: η χώρα χρειάζεται κυβερνήσεις με συνοχή και νομιμοποίηση. Και αυτό σημαίνει αυτοδύναμες κυβερνήσεις.

Οι κυβερνήσεις συνεργασίας, σε όποια κατεύθυνση, είναι κυβερνήσεις πιο αδύναμες και μπορούν πιο εύκολα να χειραγωγηθούν από συμφέροντα.

Αυτό δείχνει την πραγματική πρόκληση και το πραγματικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε.

Που δεν είναι η «εργαλειοποίηση» του ζητήματος των υποκλοπών για να υπάρξει μια αντιπολιτευτική «συγκόλληση», αλλά να ξαναφτιαχτεί «προοδευτική παράταξη» με όραμα και προοπτική για τη χώρα, ικανή να συγκρούεται – και να εναλλάσσεται στην εξουσία – με την Κεντροδεξιά, μέσα σε ένα πολιτικό σύστημα που να στηρίζεται στην πολιτική, στον διάλογο, στα προγράμματα και όχι στην επικοινωνία.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις αθλητικές ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Αθλητικές Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από