Όταν έκλαψε η Ρώμη

«Ήμουν στο σπίτι, με τον εξάχρονο γιο μου στα γόνατα. "μπαμπά, γιατί κλαις;" Γιατί είμαι ευτυχής που παρακολούθησα τον μεγαλύτερο Ρωμαίο και λυπημένος που δεν θα τον παρακολουθήσω ξανά. Μπαμπά, αν κλάψεις, θα κλάψω κι εγώ»

Όταν έκλαψε η Ρώμη | to10.gr

Ήταν 28 Μαΐου του 2017 όταν ολόκληρη η ιταλική πρωτεύουσα αποχαιρέτησε τον «αιώνιο» αρχηγό της. Συμπληρώθηκε ένας χρόνος ακριβώς, από όταν ο Φραντσέσκο Τότι ακούμπησε για τελευταία φορά την μπάλα φορώντας τη φανέλα της αγαπημένης του Ρόμα.  Για τη Ρώμη ήταν, είναι και θα είναι ο «Bimbo d’Oro» δηλαδή το Χρυσό Παιδί, ο Βασιλιάς της «Re di Roma», είναι ο «Pupone» (Μεγάλο Μωρό), ο «Gladiatore» (Μονομάχος). Είναι ο σπουδαιότερος ποδοσφαιριστής που φόρεσε τη φανέλα της Ρόμα, είναι ο τελευταίος Ρωμαίος αυτοκράτορας. Για εκείνον η Ρώμη είναι η οικογένειά του, οι φίλοι του, οι άνθρωποι που αγαπά. «Η θάλασσα, τα βουνά, τα μνημεία. Αυτή η ομάδα, αυτή η πόλη, είναι όλη μου η ζωή». Αυτά απαντούσε πάντοτε, όποτε του έθεταν διλήμματα σχετικά με την παραμονή του ή όχι στην ομάδα. Διλήμματα σε φόντο ευρωπαϊκών διακρίσεων και τροπαίων.

Δεν κουράστηκε να λέει «όχι», σε οτιδήποτε δεν περιελάμβανε το… Κολοσσαίο, τη Φοντάνα ντι Τρέβι, τη ρωμαϊκή αγορά, το Βατικανό, τη συνοικία Κοπεντέ. Μακριά από την Αιώνια Πόλη και τη Ρόμα, η γη σταματούσε να γυρίζει. Στις 28 Μαΐου, στο παιχνίδι των Ρωμαίων με τη Τζένοα φόρεσε για τελευταία φορά τη τζιαλορόσι φανέλα και μια πόλη έκλαψε αποχαιρετώντας έναν παίκτη που υπηρέτησε πιστά για 25 χρόνια την ομάδα της. Περίπου 70.000 κόσμος έδωσε το παρόν στο Ολίμπικο, σε μια βραδιά που κάθε άλλο παρά ευοίωνα ξεκίνησε για τους γηπεδούχους και ολοκληρώθηκε με άγχος στο 90′, όταν ο Ντιέγκο Περότι «έγραψε» το τελικό 3-2. Το παιχνίδι τελείωσε αφότου άγγιξε μια τελευταία φορά εκείνος την μπάλα…

Ύστερα έφυγε για τα αποδυτήρια. Όταν βγήκε ξανά στο χορτάρι τα πόδια ήταν βαριά και τα μάτια βουρκωμένα. Τα τελευταία βήματα στο γήπεδο που λατρεύτηκε σαν Θεός γίνονταν με δυσκολία. Αφοσιώθηκε στη Ρόμα όχι από ανάγκη, αλλά από επιθυμία. Στα 12 απέρριψε τη Λάτσιο και εντάχθηκε στις Ακαδημίες της. Μετά από τρία χρόνια προήχθη στην πρώτη ομάδα. Έκανε ντεμπούτο το 1993 (στις 28 Μαρτίου, σε ένα παιχνίδι με τη Μπρέσια) και 25 χρόνια μετά έλεγε «Αντίο». Σήκωσε τα χέρια κι έγνεψε στον κόσμο που παραληρούσε. Περνούσαν μπροστά από τα μάτια του μία μία οι εκατοντάδες συμμετοχές του, τα γκολ, οι ασίστ, οι στιγμές που μοιράστηκαν. (24 χρόνια, 786 παιχνίδια, 307 γκολ). Αν είχε τη δυνατότητα θα τους χαιρετούσε όλους, έναν προς έναν.

Εκείνο το βράδυ από τον Λουτσιάνο Σπαλέτι και τον Μόντσι, μέχρι τον τελευταίο φίλαθλο εντός κι εκτός Ολίμπικο, δεν υπήρχε ούτε ένας να μην μούδιασε στην συνειδητοποίηση ότι ο αγώνας που μόλις είχαν παρακολουθήσει ήταν το κύκνειο άσμα του. Από την στιγμή που βγήκε από τα αποδυτήρια, μέχρι να χαθεί και πάλι περνώντας μέσα στη φυσούνα, είχε στο πλάι του τη σύζυγό του Ιλάρι Μπλάζι και τα παιδιά του Κριστιάν, Σανέλ και Ισαμπέλ. Σε εκείνους, από το 2005 κι έπειτα (σε έναν αγώνα κόντρα στη Κίεβο) απηύθυνε τον περίφημο πανηγυρισμό του, με το δάχτυλο στο στόμα. Με αυτούς, δημιούργησε και τις τελευταίες του αναμνήσεις στο Ολίμπικο.

Βλέπεις, ο Τότι ήταν στη Ρόμα όταν εκείνη πέρασε στα χέρια του Σένσι, στα χέρια του Παλότα, σε εκείνα του Μπενεντέτο. Ήταν στη Ρόμα την εποχή του Σερ Άλεξ Φέργκιουσον στην Γιουνάιτεντ, στην εποχή του Πεπ Γκουαρδιόλα στην Μπαρτσελόνα. Ήταν εκεί και όταν αυτά τα κεφάλαια έκλεισαν. Παρέμεινε εκεί παρότι μπορούσε να επιλέξει, κατά καιρούς, ανάμεσα σε συλλόγους (Μίλαν, Ίντερ, Ρεάλ Μαδρίτης) με τους οποίους θα διεκδικούσε πολλά παραπάνω τρόπαια από όσα κατέκτησε με τους Ρωμαίος. Μόλις ένα πρωτάθλημα (2000-01), δύο κύπελλα (2006-07, 2007-08) και δύο σούπερ καπ (2001-02, 2007-08).

Έμεινε εκεί, γιατί έμαθε από όταν ήταν πιτσιρικάς στη γειτονιά Πόρτα Μετρόνια της Ρώμης να αγαπά μία ομάδα και να δένεται μαζί της άνευ όρων. Μέχρι να αποδεχτεί τον δεσποτισμό του χρόνου. Μέχρι να αποδεχθεί τον ποδοσφαιρικό «θάνατο» που τόσο απέφυγε στο παρελθόν. Στις 28 Μαΐου τους αποχαιρέτησε…

«Θέλω να πω ευχαριστώ σε εσάς, σε όλους εσάς για τα 25 χρόνια που ζήσαμε μαζί, με αυτήν τη φανέλα, μόνο με αυτήν τη φανέλα. Αυτές τις μέρες διάβασα πολλά πράγματα για μένα, πάρα πολλά, πολύ όμορφα. Έκλαιγα όλες αυτές τις μέρες, πολύ και μόνος μου. Αυτές τις μέρες μίλησα με τη σύζυγό μου και της διηγήθηκα τα 25 χρόνια μου με αυτήν τη φανέλα, τη μοναδική φανέλα. Γράψαμε ένα γράμμα για εσάς», τους είπε μόλις πήρε το μικρόφωνο.

«Είναι αδύνατο να διηγηθώ 25 χρόνια ποδοσφαίρου, δεν ξέρω πώς να το κάνω. Θα ήθελα να το κάνω με ένα ποίημα, ένα τραγούδι. Μπορώ να το κάνω με μία μπάλα. Καταραμένοι καιροί αυτοί της απόφασης. Πίσω στις 17 Ιουνίου 2001, όλοι θέλαμε ο χρόνος να περάσει λίγο πιο γρήγορα. Δεν μπορούσαμε να περιμένουμε το τελικό σφύριγμα του διαιτητή. Ακόμα ανατριχιάζω όταν σκέφτομαι πίσω. Σήμερα, αυτός ο χρόνος ήρθε να με χτυπήσει στον ώμο: τώρα είσαι ένας άντρας, βγάλε τα παπούτσια και τα σορτσάκια. Δεν μπορείς πλέον να απολαμβάνεις το άρωμα του γρασιδιού, του ήλιου στο πρόσωπό σου καθώς επελαύνεις προς την αντίπαλη εστία, την αδρεναλίνη να σε πλημμυρίζει, τη χαρά του πανηγυρισμού.

Τους τελευταίους μήνες ρώτησα τον εαυτό μου γιατί ξύπνησα από αυτό το όνειρο. Σκέψου ότι είσαι παιδί και έχεις ένα καλό όνειρο και η μητέρα σου σε ξυπνάει για να πας στο σχολείο. Θέλεις να συνεχίσεις να ονειρεύεσαι, να επιστρέψεις στο όνειρό σου, αλλά δεν μπορείς. Αυτήν τη φορά, δεν είναι όνειρο, είναι πραγματικότητα. Και δεν μπορώ να πάω πίσω στον ύπνο. Θέλω να αφιερώσω αυτό το γράμμα σε όλους σας, σε όλα τα παιδιά που με υποστήριξαν. Στα παιδιά του χθες, που μεγάλωσαν, έγιναν γονείς και σε όλα τα παιδιά του σήμερα, που ίσως φωνάζουν ‘Τοτιγκόλ’.

Θα ήθελα να σκέφτομαι για εσάς, ότι η καριέρα μου έγινε παραμύθι για να το διαδώσετε. Τελείωσε τώρα. Βγάζω αυτήν τη φανέλα για μία τελευταία φορά. Θα τη διπλώσω, αν και δεν είμαι έτοιμος να πω ‘αρκετά’ και ίσως ποτέ δεν θα είμαι. Συγχωρέστε με που δεν δίνω συνεντεύξεις και δεν ξεκαθαρίζω τις σκέψεις μου, αλλά δεν είναι εύκολο να σβήσω το φως. Φοβάμαι. Δεν είναι ο ίδιος φόβος με όταν στέκεσαι μπροστά από την εστία, έτοιμος να εκτελέσεις πέναλτι. Αυτήν τη φορά, δεν μπορώ να δω πώς είναι το μέλλον μέσα από τις τρύπες των διχτυών.

Επιτρέψτε μου να φοβάμαι. Αυτήν τη φορά, είμαι εγώ αυτός που σας έχω ανάγκη και την αγάπη που πάντα μου δείχνατε. Με την υποστήριξή σας, θα πετύχω να γυρίσω σελίδα και να οδεύσω σε νέα περιπέτεια. Τώρα ήρθε η ώρα να ευχαριστήσω όλους τους συμπαίκτες, τους προπονητές, τους διευθυντές, τους προέδρους και όλους που δούλεψαν μαζί μου όλο αυτό το διάστημα. Στους φιλάθλους της curva sud, ένας φάρος για όλους τους Ρωμαίους και φίλους της Ρόμα. Το να έχω γεννηθεί Ρωμαίος και φίλος της Ρόμα είναι προνόμιο. Το να είμαι αρχηγός αυτής της ομάδας είναι τιμή. Είστε και πάντα θα είστε η ζωή μου. Δεν θα σας διασκεδάζω με τα πόδια μου πλέον, αλλά η καρδιά μου θα βρίσκεται μαζί σας. Τώρα, θα κατέβω τις σκάλες και θα μπω στα αποδυτήρια που με καλωσόρισαν ως παιδί και τώρα θα βγω από εκεί άντρας. Είμαι υπερήφανος και χαρούμενος που σας έδωσα 28 χρόνια αγάπης. Σας αγαπώ»

Η Ρόμα ζήτησε από τους οπαδούς να μοιραστούν τις αναμνήσεις τους. Παρακάτω θα διαβάσετε μερικές από αυτές:

«Δεν μπόρεσα να βρω ένα εισιτήριο για το παιχνίδι, και ίσως ήταν καλύτερα έτσι… Σε ηλικία 31 ετών… στο τέλος της παιδικής μου ηλικίας. Υπάρχει ένας πόνος και μια αίσθηση απώλειας που ακόμη και μετά από όλους αυτούς τους μήνες δεν έχει εντελώς ξεθωριάσει. Ο Τότι ήταν, είναι και θα είναι πάντα ο όγδοος βασιλιάς της Ρώμης» – Francesca Muzio

«Είναι καταπληκτικό και όμορφο το πώς η Ρόμα και το ποδόσφαιρο φέρνουν τους ανθρώπους μαζί, για την αγάπη του παιχνιδιού. Εκείνη την εποχή δύο από τους αδελφούς μου ζούσαν στο Κουβέιτ και την Αγγλία αντίστοιχα, ενώ εγώ ζούσα στη Βοστώνη, αλλά όλοι πετούσαμε από όλο τον κόσμο για να συναντηθούμε στη Ρώμη και να αποχαιρετήσουμε τον αρχηγό μας. Τα συναισθήματα από το παιχνίδι είναι απερίγραπτα» – Yousif Alatiqi

«Ήμουν στο Ολίμπικο, γιατί όταν – την περασμένη σεζόν – συνειδητοποίησα ότι θα ήταν ο τελευταίος του αγώνας είπα: πρέπει να είμαι εκεί! Είμαι Γερμανός καθηγητής ιστορίας, οπότε διοργανώσαμε και πήγαμε ένα ταξίδι με τους μαθητές μου στη Ρώμη τον Μάιο. Κανένας δεν έμαθε το πραγματικό μου σχέδιο! Έκλεισα το εισιτήριό μου πολύ νωρίτερα και έτσι θα μπορούσα να πω αντίο στον αγαπημένο μου ποδοσφαιριστή μετά από όλα αυτά τα χρόνια. Είμαι πιστός υποστηρικτής της Ρόμα και τον έχω δει μερικές φορές ζωντανά. Εκείνο το βράδυ ήταν ξεχωριστό. Όλοι, κι εγώ μαζί, έκλαιγαν. Θα είναι πάντα ο αρχηγός μου λόγω της πίστης του, του χαρακτήρα του και φυσικά επειδή είναι απλώς ο καλύτερος» GRAZIE CAPITANO!»  – Oliver Altmann

«Ήμουν στο στάδιο, δεν έκλαιγα και ήμουν σοβαρή, απλά δεν μπορούσα να το κάνω, ήμουν συγκλονισμένη, όλοι γύρω μου ήταν με δάκρυα στα μάτια, αλλά είχα ένα βάρος, δεν μπορούσα να καταπιώ, πήγα σπίτι, κοιμήθηκα και το επόμενο πρωί ξύπνησα και ναι… έκλαψα για τρεις ώρες. Πέρασα το πρωινό στο δωμάτιό μου για να δουλέψω με πόνο, θλίψη, γιατί ο πόνος που αισθάνθηκα ήταν παρόμοιος με τον πόνο που έχεις όταν ένας φίλος ή μέλος της οικογένειας «φεύγει» και δεν θα το ξαναδείς ποτέ ξανά.  Γι ‘αυτό δεν φώναξα στο γήπεδο – γιατί φώναξα τελικά τόσο δυνατά και βαθιά, που απλά δεν μπορούσα να το δείξω σε κανέναν. Μου λείπεις Φραντσέσκο – Mattia Montagnoli

«Ήμουν στο στάδιο με τη μητέρα μου, τη φίλη μου και τον καλύτερο φίλο μου – με τον οποίο παρακολουθώ τη Ρομά για πολλά χρόνια. Τι μπορώ να πω; Φώναξα σαν παιδί που του λένε ότι ο Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει …Ήταν μια μοναδική μέρα – ήμουν ευτυχής που ήμουν εκεί για το τελευταίο αντίο, αλλά, ταυτόχρονα, λυπημένος γιατί ήταν το τέλος μιας ιστορίας αγάπης πιο όμορφης από ό,τι έχω γνωρίσει ποτέ. Είμαι 25 χρονών και μεγάλωσα με τον Τότι, ήταν μία από τις βεβαιότητες της ζωής μου. Υπάρχουν ημέρες που αλλάζουν τον τρόπο που βλέπεις τον κόσμο… η 28η Μαΐου ήταν μία από αυτές, σε ευχαριστώ Καπιτάνο!» – Alessandro Di Giacomo

«Θυμάμαι να φεύγω για τη Ρώμη, θυμάμαι να περιμένω έξω από την πόρτα αναζητώντας εισιτήριο για να πάω μέσα, θυμάμαι να τον ακούω να μιλάει και να κλαίει ενώ βγήκα έξω και δεν μπορούσα ούτε να να τον αποχαιρετήσω … Θυμάμαι ότι εκείνη την ημέρα, έχασα μέρος της καρδιάς μου» – Rashid Shobaki

«Ήμουν στο σπίτι, με τον εξάχρονο γιο μου στα γόνατα. “Μπαμπά, γιατί κλαις;” Γιατί είμαι ευτυχής που παρακολούθησα τον μεγαλύτερο Ρωμαίο ποδοσφαιριστή και λυπημένος που δεν θα τον παρακολουθήσω ξανά. Μπαμπά, αν κλάψεις, θα κλάψω κι εγώ» – Maurizio Marino