«Ο Τσάπλιν ήταν μια κατηγορία μόνος του»: Το φινάλε που άλλαξε μια για πάντα τον κινηματογράφο

«Ο Τσάπλιν ήταν μια κατηγορία μόνος του»: Το φινάλε που άλλαξε μια για πάντα τον κινηματογράφο

Ενενήντα πέντε χρόνια μετά την πρεμιέρα του, το City Lights του Τσάρλι Τσάπλιν εξακολουθεί να θεωρείται σημείο αναφοράς του παγκόσμιου σινεμά – κυρίως χάρη σε ένα τελευταίο βλέμμα που δεν δίνει απαντήσεις, αλλά αφήνει το συναίσθημα να μιλήσει

Σχεδόν έναν αιώνα μετά την πρώτη του προβολή, το City Lights εξακολουθεί να επιστρέφει ξανά και ξανά στη συζήτηση για το τι σημαίνει σπουδαίο σινεμά. Όχι τόσο για τις κωμικές του σκηνές ή τον μύθο του Τσάρλι Τσάπλιν, αλλά για τα τελευταία του δευτερόλεπτα: ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο, μια παύση που δεν εξηγείται.

Το 1966, ο Τσάπλιν είπε στο Life ότι το City Lights ήταν η αγαπημένη του ταινία. Αμέσως μετά, τη χαρακτήρισε «απλώς καλοφτιαγμένη».

Ο χρόνος όμως είχε διαφορετική άποψη.

Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Los Angeles Theatre στις 30 Ιανουαρίου 1931. Δύο δεκαετίες αργότερα, το Βρετανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την κατέταξε στη δεύτερη θέση της πρώτης λίστας με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, ισόβαθμη με τον Χρυσοθήρα του ίδιου δημιουργού.

Σκηνοθέτες όπως ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ, ο Όρσον Γουέλς και ο Αντρέι Ταρκόφσκι τη θεωρούσαν σημείο αναφοράς, ενώ ο Τζέιμς Έιτζι έγραψε ότι περιέχει «την υψηλότερη στιγμή υποκριτικής που γνώρισε ποτέ το σινεμά».

Αυτή η στιγμή έρχεται στο τέλος.

YouTube thumbnail

Ο δρόμος μέχρι εκείνο το βλέμμα

Η ιστορία είναι απλή – σχεδόν παραπλανητικά. Ο αλήτης του Τσάπλιν ερωτεύεται μια τυφλή ανθοπώλισσα, την οποία υποδύεται η Βιρτζίνια Τσέριλ στο κινηματογραφικό της ντεμπούτο. Εκείνη τον περνά για πλούσιο, επειδή δεν μπορεί να δει την πραγματική του κατάσταση.

Όταν κινδυνεύει να χάσει το σπίτι της, εκείνος προσπαθεί με κάθε τρόπο να βρει χρήματα: δουλεύει ως οδοκαθαριστής, μπαίνει στο ρινγκ ως πυγμάχος, μέχρι που καταλήγει να βασιστεί σε έναν εκκεντρικό εκατομμυριούχο που τον αναγνωρίζει μόνο όταν είναι μεθυσμένος. Όταν ο πλούσιος ξεμεθά, τον κατηγορεί για κλοπή.

Πριν συλληφθεί, ο αλήτης προλαβαίνει να δώσει τα χρήματα στην κοπέλα. Εκείνη πληρώνει τα χρέη της και υποβάλλεται σε ιατρική επέμβαση που της αποκαθιστά την όραση.

Όταν ο αλήτης αποφυλακίζεται, μήνες αργότερα, τη βρίσκει αγνώριστη: βλέπει πια και διευθύνει ένα ανθοπωλείο που πηγαίνει εξαιρετικά καλά. Εκείνος, κουρελιασμένος, στέκεται έξω από τη βιτρίνα.

Η στιγμή της αναγνώρισης έρχεται χωρίς λόγια. Εκείνη καταλαβαίνει ποιος είναι. Το πρόσωπό της μαλακώνει. Εκείνος χαμογελά, αμήχανος, σχεδόν φοβισμένος. Η κάμερα πλησιάζει. Το πλάνο σβήνει.

Δεν υπάρχει απάντηση. Και αυτό είναι το νόημα.

Αγάπη, φτώχεια και κοινωνική ψευδαίσθηση

Όσο ανοιχτό κι αν μοιάζει, το φινάλε του City Lights δεν είναι ουδέτερο. Είναι βαθιά κοινωνικό – και ενδεχομένως πιο σκληρό απ’ όσο δείχνει. Ο αλήτης μπορεί να σώσει την ανθοπώλισσα μόνο θυσιάζοντας τον εαυτό του: δουλεύει εξοντωτικά, μπλέκει με το έγκλημα, φυλακίζεται. Το τίμημα της δικής της αποκατάστασης είναι η δική του εξαφάνιση.

Όταν εκείνη αποκτά όραση, αποκτά ταυτόχρονα και οικονομική ασφάλεια. Και μαζί της αλλάζει θέση μέσα στον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι, μόλις ξαναβρίσκονται, εκείνη βρίσκεται πίσω από τη βιτρίνα ενός επιτυχημένου καταστήματος, ενώ εκείνος στέκεται απ’ έξω, κουρελιασμένος. Η κοινωνική απόσταση έχει αποκατασταθεί πλήρως.

Ο εκκεντρικός εκατομμυριούχος της ταινίας –που αναγνωρίζει τον αλήτη μόνο όταν είναι μεθυσμένος– λειτουργεί ως καθρέφτης αυτής της υποκρισίας: η αλληλεγγύη υπάρχει μόνο όταν η ταξική συνείδηση θολώνει. Όταν επανέρχεται η «κανονικότητα», ο αλήτης μετατρέπεται ξανά σε απειλή, σε ύποπτο, σε κλέφτη.

Σε αυτό το πλαίσιο, η αποκατάσταση της όρασης της ανθοπώλισσας δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με ηθική διαύγεια. Όπως επισημαίνει ο βιογράφος Τζέφρι Βανς, βλέπουμε τη ματαιοδοξία της να εμφανίζεται σχεδόν αμέσως: κοιτάζεται στον καθρέφτη, φτιάχνει τα μαλλιά της, συνειδητοποιεί ότι ο άντρας που τη βοήθησε δεν είναι εκείνος που φανταζόταν. Όταν αντικρίζει τον αλήτη, η πρώτη της αντίδραση είναι να του δώσει χρήματα – μια χειρονομία οίκτου, όχι ισότητας.

Το City Lights γυρίζεται στη σκιά του Κραχ του 1929, σε έναν κόσμο όπου η φτώχεια δεν είναι ρομαντική συνθήκη αλλά κοινωνικό αδιέξοδο. Το φινάλε δεν υπόσχεται συμφιλίωση ανάμεσα στις τάξεις. Δεν λέει ότι η αγάπη αρκεί. Αντίθετα, αφήνει να αιωρείται το ενδεχόμενο ότι, μόλις εκείνη «βλέπει», εκείνος δεν χωρά πια στο ίδιο κάδρο.

Γι’ αυτό και το τελευταίο χαμόγελο του αλήτη δεν είναι μόνο ελπίδα. Είναι και επίγνωση. Ένα χαμόγελο που ξέρει ότι το όριο ανάμεσα στους δύο κόσμους παραμένει – ακόμη κι αν, για μια στιγμή, μοιάζει να γεφυρώνεται.

«Ήταν μια στιγμή που δεν έπαιζα»

Ο Τσαρλς Μάρλαντ, συγγραφέας της έκδοσης BFI Classics για το City Lights, επισημαίνει ότι ο Τσάπλιν ήξερε πώς να χειριστεί την κάμερα για να ενισχύσει το συναίσθημα: από μεσαία πλάνα περνά σε κοντινά, καθώς η σκηνή βαθαίνει. Ο ίδιος ο Τσάπλιν έλεγε ότι τα γενικά πλάνα ανήκουν στην κωμωδία, ενώ τα κοντινά στο δράμα.

Καθοριστικό ρόλο παίζει και η μουσική επένδυση, που δεν λειτουργεί απλώς συναισθηματικά αλλά και διανοητικά, οδηγώντας τον θεατή χωρίς να τον χειραγωγεί.

Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του φινάλε, ο Τσάπλιν ένιωσε ότι εκείνος και η Τσέριλ υπερέβαλλαν. Σταμάτησε τις λήψεις και απλοποίησε τα πάντα: κανένα εμφανές συναίσθημα, καμία θεατρική έκφραση. Μόνο βλέμμα.

Αργότερα περιέγραψε τη σκηνή ως «μια εμπειρία μη-υποκριτικής»: ο αλήτης είναι ντροπαλός, χαρούμενος, ελαφρώς απολογητικός, χωρίς να εκφράζει τίποτα ανοιχτά. Παρατηρεί και περιμένει.

Η ίδια η Βιρτζίνια Τσέριλ θυμόταν ότι ένιωσε την παλάμη του Τσάπλιν να ιδρώνει – κάτι ασυνήθιστο για εκείνον. Ο βιογράφος Τζέφρι Βανς το ερμηνεύει ως τη στιγμή που ο Τσάπλιν έπαψε να σκηνοθετεί και αντέδρασε αποκλειστικά ως χαρακτήρας.

Για πολλούς θεατές, το φινάλε είναι βαθιά ρομαντικό: η ανθοπώλισσα αναγνωρίζει την αγάπη πέρα από τα χρήματα και την εμφάνιση. Για άλλους, όχι.

Ο Τζέφρι Βανς υποστηρίζει ότι η ταινία υπονοεί απογοήτευση: όταν η κοπέλα αποκτά όραση, φροντίζει την εικόνα της, κοιτάζεται στον καθρέφτη και δείχνει να συνειδητοποιεί ότι ο άντρας που τη βοήθησε δεν είναι αυτός που φανταζόταν. Όταν βλέπει ξανά τον αλήτη, αρχικά του δίνει χρήματα από οίκτο.

Η ταινία δεν παίρνει θέση. Και γι’ αυτό αντέχει.

Ένα φινάλε που συνεχίζει να αντιγράφεται

Από το Les Quatre Cents Coups μέχρι το Moonlight, και από το This Is England έως το Gone Girl, το μοτίβο του βλέμματος προς την κάμερα στο τέλος έχει χρησιμοποιηθεί ξανά και ξανά. Άλλοτε ως υπαινιγμός, άλλοτε ως καθαρός φόρος τιμής.

Ο Γούντι Άλεν στο Manhattan και ο Τζον Μακένζι στο The Long Good Friday πλησίασαν ακόμη περισσότερο το πνεύμα του City Lights. Ακόμη και η Pixar, στο Monsters, Inc., επέλεξε να κόψει τη δράση πριν από τη συνάντηση, αφήνοντας το συναίσθημα να ολοκληρωθεί εκτός οθόνης.

Ένα ρίσκο σε λάθος εποχή – που δικαιώθηκε

Όταν ξεκίνησαν τα γυρίσματα, τον Δεκέμβριο του 1928, ο ομιλών κινηματογράφος είχε ήδη αλλάξει το Χόλιγουντ. Ο Τσάπλιν, όμως, επέμεινε: ο αλήτης δεν θα μιλούσε ποτέ.

Για να γίνει αποδεκτή αυτή η επιλογή, ήξερε ότι η ταινία έπρεπε να είναι τέλεια. Δούλεψε για χρόνια, γύρισε μία σκηνή 342 φορές, ξόδεψε 1,5 εκατομμύριο δολάρια – το μεγαλύτερο ποσό της καριέρας του.

YouTube thumbnail

Το City Lights τριπλασίασε τα έσοδά του και η φήμη του μεγάλωσε με τον χρόνο.Σχεδόν εκατό χρόνια μετά, το τελευταίο χαμόγελο του αλήτη παραμένει αξεπέραστο. Όχι επειδή υπόσχεται ευτυχία, αλλά επειδή αφήνει χώρο στην αμφιβολία. Όπως λέει ο Τζέφρι Βανς: «Γι’ αυτό ο Τσάπλιν ήταν ιδιοφυΐα. Και γι’ αυτό ήταν μια κατηγορία μόνος του».

*Mε πληροφορίες από: BBC

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις αθλητικές ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Αθλητικές Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ