
Ο 44χρονος από το Αγρίνιο επιχείρησε να αποδώσει την πράξη του σε αυτοάμυνα επειδή, όπως ισχυρίστηκε, ο 50χρονος τον απειλούσε - «Τον σκότωσα για να μη με σκοτώσει» είπε στην ανακρίτρια
Στη φυλακή οδηγήθηκε ο 44χρονος δράστης της δολοφονίας του 50χρονου κοινοτάρχη του Λιθοβουνίου, στο Αγρίνιο, καθώς οι ισχυρισμοί του περί αυτοάμυνας δεν έπεισαν και κρίθηκε προσωρινά κρατούμενος, με σύμφωνη γνώμη ανακριτή και εισαγγελέα.
Το βασικό θέμα που αναμένεται να εξεταστεί στις αίθουσες των δικαστηρίων είναι αν το έγκλημα διαπράχθηκε εν ψυχρώ ή εν θερμώ, όπως είπε μιλώντας στο Mega o Χρήστος Συνδρεβέλης, αντιπρόεδρος της ΠΟΑΣY.
- Διαβάστε επίσης: Αττική: Στου Παπάγου το μεγαλύτερο ύψος βροχής – Χάρτης με την κατανομή ανά περιοχή
«Σύμφωνα με το απολογητικό υπόμνημα που έχει δει το φως της δημοσιότητας, η υπερασπιστική γραμμή του δράστη θα κινηθεί στο αν το έγκλημα αυτό ήταν με προμελέτη ή όχι, γιατί αυτό παίζει καθοριστικό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής» δήλωσε ο ίδιος.
Σημαντικός για την ποινική μεταχείριση του δράστη θα είναι και ο ρόλος της συζύγου του θύματος, η οποία στην κατάθεσή της φέρεται να επιβεβαίωσε τις απειλές που δεχόταν ο δράστης από τον εκλιπόντα. Ο 44χρονος «θα θελήσει να αποδείξει στο δικαστήριο ότι όλο αυτό έγινε γιατί ένιωσε άμεσο κίνδυνο, φόβο, απειλή για τη ζωή του και γι’ αυτό αντέδρασε», πρόσθεσε ο κ. Συνδρεβέλης.
Σημειώνεται ότι ο 44χρονος από την πρώτη στιγμή επιχείρησε να πείσει ότι ο κοινοτάρχης τον απειλούσε, αναφέροντας ότι το μοιραίο πρωινό της 17ης Ιανουαρίου ήταν το θύμα που τον ακολούθησε και τον σημάδεψε με καραμπίνα. «Έχω μετανιώσει, λειτούργησα υπό το καθεστώς φόβου. Δεχόμουν απειλές και είδα όπλο», φέρεται να υποστήριξε μεταξύ άλλων στη μαραθώνια απολογία του.
Δολοφονία στο Αγρίνιο: Ήταν τελικά έγκλημα πάθους;
Σε αντίθεση με όσα υποστήριξε ο καθ’ ομολογίαν δράστης, τα πρώτα στοιχεία της ιατροδικαστικής εξέτασης έδειξαν ότι το θύμα πυροβολήθηκε τρεις φορές από την πίσω αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου, με τα σκάγια να τον βρίσκουν στο κεφάλι και την πλάτη.
Η ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια, Βασιλένα Σταυροπούλου, εξήγησε ότι σε αυτή την περίπτωση «δεν έχουμε ένα έγκλημα πάθους» με την έννοια ότι «δεν έχουμε κάτι που είναι κεραυνός εν αιθρία».
Όπως εξήγησε η ίδια, όταν υπάρχει ένα τέτοιο ερωτικό τρίγωνο με ενεργή συναισθηματική εμπλοκή και των τριών πλευρών, δεν είναι μία υπόθεση που έχει κλείσει. «Έχουμε μία ανοιχτή υπόθεση και γι’ αυτό γίνεται επικίνδυνο το ερωτικό τρίγωνο. Γιατί με κάθε νέα σύγκρουση ή με κάποιο μήνυμα αναζωπυρώνεται, πυροδοτείται, και κάποια στιγμή ξεχειλίζει το ποτήρι. Κάθε νέα σύγκρουση λειτουργεί αθροιστικά στα προηγούμενα» ανέφερε.
Αυτό που ξεχειλίζει το ποτήρι μπορεί να είναι κάτι ασήμαντο. Στη συγκεκριμένη ιστορία, συνέχισε η κ. Σταυροπούλου, «δεν είναι μόνο ότι οι άντρες αυτοί προσπαθούσαν να κατακτήσουν τη γυναίκα ή να την έχουν ως τρόπαιο. Περισσότερο ήταν η αψιμαχία για το ποιον εκείνη θέλει. Για το ποιον εκείνη επιλέγει. Άρα υπήρχε μία σύγχυση μέσα σε όλο αυτό. Δεν υπήρχε κάποιο κλείσιμο. Δεν υπήρχε κάποιος να βάλει ένα τέλος».
Και συνέχισε: «Το χέρι του δράστη δεν το οπλίζει κανένας άλλος παρά μόνο ο χαρακτήρας του. Όταν φοβόμαστε, φτάνουμε στο χαμηλότερο σημείο ηθικής μας ο καθένας. Όλοι μας φτάνουμε στο κατώτατό μας σημείο. Γι’ αυτό λέω ότι κάποιος φοβάται και καταγγέλλει. Κάποιος απειλείται και καταγγέλλει. Φεύγει, εξαφανίζεται. Είναι ανάλογα με τον χαρακτήρα μας. Δεν σηκώνει ο καθένας που φοβάται το όπλο και σκοτώνει».
Όσον αφορά το παιδί, το οποίο είναι και κάνω στην εφηβεία, η κ. Σταυροπούλου σχολίασε: «Είναι θύμα που αυτή τη στιγμή το τραύμα του γράφεται. Δηλαδή το τραύμα δεν περιμένει. Και το τραύμα δεν είναι μόνο το γεγονός. Είναι και το τι θα πούμε μετά. Η δυσκολία σ’ αυτό το σημείο είναι ότι σ’ αυτό το παιδί δεν υπάρχει κάποιος αντικειμενικός παρατηρητής, γιατί και η μητέρα είναι εμπλεκόμενη. Είναι πολύ δύσκολο να χτιστεί στο μυαλό του αυτού του παιδιού μία αφήγηση αντικειμενική για το τι συνέβη».


















