Εντάσεις μεταξύ των συμμάχων στον πόλεμο κατά του Ιράν

Εντάσεις μεταξύ των συμμάχων στον πόλεμο κατά του Ιράν

Οι στόχοι Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ αποκλίνουν όσο εντείνεται και επεκτείνεται η ενεργειακή κρίση

«Δεν θα υπάρξουν άλλες επιθέσεις από το Ισραήλ στις εγκαταστάσεις φυσικού αερίου του Ιράν στο South Pars». Ο Ντόναλντ Τραμπ το υποσχέθηκε γράφοντας με κεφαλαία γράμματα στο Truth Social την Πέμπτη. Είχε προηγηθεί ο βομβαρδισμός της Τετάρτης στις συγκεκριμένες ενεργειακές εγκαταστάσεις, που εκτίναξε και πάλι στο… Θεό τις τιμές του φυσικού αερίου και του πετρελαίου. Λίγες ώρες αργότερα το σχεδόν αφοπλισμένο, υποτίθεται, Ιράν απάντησε βομβαρδίζοντας τον τερματικό σταθμό υγροποίησης φυσικού αερίου του Κατάρ στο Ρας Λαφάν.

ΗΠΑ και Ισραήλ εξακολουθούν να πολεμούν δίπλα-δίπλα, αλλά οι στόχοι τους πλέον αρχίζουν να αποκλίνουν σε σημείο απειλητικό για τη μέχρι τώρα αγαστή συνεργασία τους. Αποκλίνουν σε σημείο απειλητικό ίσως και για την προσωπική σχέση του Ισραηλινού πρωθυπουργού με τον Αμερικανό πρόεδρο.

Διαβάστε επίσης: Οδηγοί ταξί: Γέμισαν τη Σταδίου με καπνογόνα και συνθήματα κατά του Κυρανάκη

Όπως εξηγούν οι ανταποκριτές της «Les Echos» στη Νέα Υόρκη Σολβέιγκ Γκοντελίκ και στο Τελ Αβίβ Πασκάλ Μπρινέλ, καθίσταται πλέον προφανές ότι ο στόχος του Βενιαμίν Νετανιάχου είναι στρατιωτικός και γεωπολιτικός, ενώ ο στόχος του Τραμπ μετατρέπεται ταχέως σε οικονομικο-πολιτικό. Ενώ ο Νετανιάχου δηλαδή επιδιώκει την ανατροπή του καθεστώτος της Τεχεράνης, πρωταρχικός στόχος του Τραμπ κατέστη πλέον η συγκράτηση των τιμών στις διεθνείς αγορές ενέργειας που ξεφεύγουν.

Αναρωτιέται κανείς μήπως το επόμενο στάδιο είναι η «Επική Οργή» του Τραμπ να στραφεί και κατά του Νετανιάχου. Με φραστικούς βομβαρδισμούς εννοείται…

Καλός και κακός μπάτσος

Οι ανταποκριτές της γαλλικής οικονομικής εφημερίδας παρατηρούν ότι οι σύμμαχοι έχουν μοιράσει πλέον τους ρόλους. Ο ένας κάνει τον σκληρό που χτυπά και ο άλλος το διαλλακτικό που παρηγορεί. Νετανιάχου και Τραμπ άρχισαν να λειτουργούν δηλαδή στο στερεοτυπικό χολυγουντιανό πρότυπο του «καλού και του κακού μπάτσου».

«Η στρατιωτική συμμαχία μεταξύ Τραμπ και Νετανιάχου δεν φαίνεται να κλονίζεται ακόμα σοβαρά. Ο Αμερικανός πρόεδρος επιδιώκει πάνω από όλα να καθησυχάσει τους Άραβες εταίρους του στον Περσικό Κόλπο», γράφουν οι ανταποκριτές της «Les Echos». Και εξηγούν ότι αν απειληθούν σοβαρά οι υποδομές των συμμάχων αυτών, θα μπορούσαν οι αραβικές μοναρχίες να απαντήσουν με στρατιωτικά αντίποινα κατά της Τεχεράνης και να πάψουν να παραμένουν παρατηρητές περιοριζόμενοι στην παθητική αναχαίτιση των ιρανικών πυραύλων.

«Διατηρούμε το δικαίωμα να πραγματοποιήσουμε στρατιωτικές ενέργειες εάν χρειαστεί», δήλωσε την Τετάρτη από το Ριάντ ο υπουργός Εξωτερικών της Σαουδικής Αραβίας έπειτα από συνάντηση που είχε με ομολόγους του από δώδεκα χώρες της περιοχής. «Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, δεν θα βλέπαμε για πολύ καιρό να πέφτει ξανά η τιμή του Brent στα 60 δολάρια», γράφουν οι Γάλλοι ανταποκριτές.

Ραγίζει το γυαλί;

Είναι προφανές ότι η σταθερότητα της αμερικανοϊσραηλινής συμμαχίας στον πόλεμο κατά του Ιράν εξαρτάται πολύ από την ποιότητα και την ειλικρίνεια των προσωπικών σχέσεων Τραμπ-Νετανιάχου. Ο ισραηλινός πρωθυπουργός ήταν ο πρώτος ξένος ηγέτης που επισκέφτηκε πέρυσι τον Τραμπ μετά την επανεκλογή του. Στη συνέχεια έγινε ο μοναδικός ηγέτης που επισκέφθηκε πέντε φορές τον αμερικανό πρόεδρο στις ΗΠΑ το 2025!

Η σχέση αυτή μοιάζει να αμφισβητείται το τελευταίο διάστημα από γεγονότα όπως η ξαφνική παραίτηση του διευθυντή του αμερικανικού Εθνικού Αντιτρομοκρατικού Κέντρου, Τζο Κεντ, ενός ένθερμου οπαδού του προέδρου και της κοσμοθεωρίας MAGA. Ο Κεντ παραιτήθηκε καταγγέλλοντας ότι οι ΗΠΑ μπήκαν στον πόλεμο «εξαιτίας της πίεσης του Ισραήλ και του ισχυρού λόμπι του στη χώρα». Αμέσως ο Τραμπ τον κακοχαρακτήρισε ως «αδύναμο τύπο».

Όπως σημειώνει η ανταποκρίτρια της «Les Echos» στις ΗΠΑ, «μέρος της εκλογικής βάσης του λαϊκιστή προέδρου δεν εκτιμά την εγγύτητα του Ντόναλντ Τραμπ με το Ισραήλ και την υπεράσπιση της εβραϊκής υπόθεσης». Η Σολβέιγκ Γκοντελίκ διαπιστώνει ότι «ο Τραμπ γίνεται προασπιστής της ελευθερίας της έκφρασης όταν τον βολεύει, αλλά εν προκειμένω μετέτρεψε σε νέο ταμπού κάθε κριτική προς το Ισραήλ, ταυτίζοντάς τη με μια μορφή αντισημιτισμού». Θα παρατηρούσε κανείς ότι βοήθησε σ’ αυτό και η πολιτικά και κοινωνικά φιλελεύθερη Αμερική (και η Δύση εν γένει), στην οποία η ισλαμοφοβία βρίσκει γόνιμο έδαφος τα τελευταία χρόνια.

Η καταδίκη κάθε κριτικής άποψης ως «αντισημιτικής» επέτρεψε στον Τραμπ να κρατήσει ομήρους τα φημισμένα για την ποιότητα των σπουδών και το σεβασμό στην ελευθερία της σκέψης αμερικανικά πανεπιστήμια. Ωστόσο, αυτή η ευνοιοκρατία ενοχλεί ορισμένους υποστηρικτές του προέδρου. «Μπορεί οι καλύτεροι φίλοι του Ντόναλντ Τραμπ, από τον Στιβ Γουίτκοφ μέχρι τον Χάουαρντ Λούτνικ, να είναι Εβραίοι, (στην εξίσωση ασφαλώς μπαίνει και ο Τζάρεντ Κούσνερ, ο δραστήριος γαμπρός του προέδρου που θέλει να γεμίσει τη Γάζα με πεντάστερα ξενοδοχεία), όμως οι οπαδοί του MAGA δεν είναι όλοι φιλοσημίτες», γράφει η Γαλλίδα ανταποκρίτρια.

Εξάλλου οι απομονωτιστές οπαδοί του Τραμπ, αυτοί που τον πίστεψαν επειδή θα έστρεφε την προσοχή του στα εσωτερικά προβλήματα των ΗΠΑ, δεν είχαν δει θετικά ούτε τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων τον περασμένο Ιούνιο, στον πόλεμο των 12 ημερών. «Κι εκεί έβλεπαν έντονη την επιρροή του Ισραήλ», σημειώνει η Σολβέιγκ Γκοντελίκ.

Οι στόχοι του πολέμου

Η Γαλλίδα ανταποκρίτρια αποκωδικοποιεί τους στόχους Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ στον πόλεμο αυτό. Το Τελ Αβίβ και ο Νετανιάχου επιζητούν την ανατροπή του καθεστώτος των μουλάδων. Για την Ουάσιγκτον και τον Τραμπ τα πράγματα είναι λιγότερο σαφή. «Ο Τραμπ δεν έχει σταθερό πολεμικό στόχο. Είπε ότι ήταν έτοιμος να διατηρήσει το καθεστώς εφόσον ο νέος αγιατολάχ ήταν πιο πειθήνιος. Όμως το Ισραήλ έχει δολοφονήσει αρκετούς πιθανούς διαδόχους του Αλί Χαμενεΐ», παρατηρεί η Γκοντελίκ.

Εξάλλου ο αμερικανός υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ μιλά μόνο για αφοπλισμό της Τεχεράνης, όχι για αλλαγή του θεοκρατικού καθεστώτος. Και ο γιος του Σάχη Παχλεβί είναι σαφές ότι έχει μείνει στα κρύα του λουτρού, αφού οι Αμερικανοί φίλοι του έβαλαν στον πάγο τα σχέδιά του να επιστρέψει ως απελευθερωτής-μονάρχης στη χώρα που το μακρινό 1979 εκδίωξε κακήν κακώς τον πατέρα του – μαζί με τους Αμερικανούς προστάτες του, είναι αλήθεια.

Εν κατακλείδι, η συζήτηση πλέον επικεντρώνεται στον «επικείμενο κίνδυνο» που ώθησε τις ΗΠΑ να μπουν σε πολεμική περιπέτεια κατά του Ιράν, ενώ οι πυρηνικές δυνατότητες της χώρας υποτίθεται ότι είχαν ήδη εκλείψει μετά τον πόλεμο των 12 ημερών τον περασμένο Ιούνιο. Το είχε διακηρύξει σαφώς και με πανηγυρικό τρόπο ο Τραμπ, είναι πολύ πρόσφατο το γεγονός για να ξεχαστεί ακόμα και από τους φανατικούς οπαδούς του κινήματος MAGA στις Μεσοδυτικές Πολιτείες.

Μιλώντας ενώπιον Επιτροπής του Κογκρέσου την Τετάρτη η επικεφαλής της Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ, Τούλσι Γκάμπαρντ, αρνήθηκε να απαντήσει αν το Ιράν εξακολουθεί να συνιστά πυρηνικό κίνδυνο και παρέπεμψε στον πρόεδρο Τραμπ, δηλώνοντας ότι σ’ αυτόν εναπόκειται να χαρακτηρίσει τον κίνδυνο.

Καθώς ο αμερικανικός τύπος και η κοινή γνώμη αναδιφούν στα στοιχεία και τα γεγονότα των τελευταίων μηνών, η ιδέα ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είχε πραγματικό λόγο να κινηθεί στρατιωτικά κατά του Ιράν και ότι ωθήθηκε σε πόλεμο από τον Βενιαμίν Νετανιάχου διατηρείται και ενισχύεται.

«Ο Ντόναλντ Τραμπ ενθαρρύνθηκε από την εύκολη νίκη των αμερικανικών δυνάμεων τον Ιούνιο του 2025 στο Ιράν και από την κινηματογραφικά εύκολη ανατροπή του Μαδούρο εφέτος τον Ιανουάριο στη Βενεζουέλα», παρατηρεί η «Les Echos». Και «σε κάθε περίπτωση ο Τραμπ αρνείται ότι επηρεάζεται από τον Νετανιάχου». Αλλά δεν θα ήταν ποτέ δυνατό οποιοσδήποτε ηγέτης των ΗΠΑ ή άλλης χώρας να δεχόταν σύρεται σε αποφάσεις (και δη πολεμικές) από ξένο ηγέτη.

Πηγή: ΟΤ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις αθλητικές ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Αθλητικές Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ