
Το Eurogroup της 27ης Μαρτίου θα δώσει το πρώτο πολιτικό σήμα για το πώς θα κινηθεί η Ευρώπη
Οι υπουργοί Οικονομικών βλέπουν το χρόνο να μετρά αντίστροφα σε έναν πόλεμο που κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά ότι μπορεί να προβλέψει τι θα γίνει. Με τις πληροφορίες να ανατρέπουν τα δεδομένα διαρκώς, οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης συνεδριάζουν εκτάκτως την Παρασκευή 27 Μαρτίου με τηλεδιάσκεψη σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή για την οικονομία της Ευρωζώνης.
Με το πετρέλαιο να κινείται πάνω από τα 100 δολάρια, τις τιμές καυσίμων να έχουν ήδη περάσει τα 2 ευρώ το λίτρο σε πολλές ευρωπαϊκές αγορές και τις αποδόσεις των ομολόγων να ανεβαίνουν, το Eurogroup καλείται να απαντήσει εάν μπορεί η Ευρώπη να περιορίσει το ενεργειακό σοκ χωρίς να ανοίξει ένα νέο δημοσιονομικό μέτωπο;
Στο παρασκήνιο, οι γραμμές έχουν ήδη διαμορφωθεί πριν καν ξεκινήσει η συνεδρίαση. Από τη μία πλευρά, χώρες που έχουν ήδη δει την ακρίβεια να περνά στην πραγματική οικονομία και πιέζουν για πιο άμεσες παρεμβάσεις, επισημαίνοντας ότι η βενζίνη πάνω από τα 2 ευρώ και το diesel κοντά στα 2,10 ευρώ θα εκτινάξει τις τιμές στα προϊόντα. Από την άλλη, ισχυρές ευρωπαϊκές οικονομίες επιμένουν ότι κάθε παρέμβαση πρέπει να παραμείνει περιορισμένη και προσωρινή, ώστε να μην ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις που ήδη επανεμφανίζονται.
Τον τόνο της συζήτησης καθορίζει και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία έχει ήδη αναθεωρήσει τις προβλέψεις της, βλέποντας τον πληθωρισμό υψηλότερα και την ανάπτυξη χαμηλότερα για το 2026. Σε αυτό το περιβάλλον, κάθε δημοσιονομική κίνηση αξιολογείται με βάση το πώς επηρεάζει το κόστος χρήματος. Πηγές που συμμετέχουν στις διαβουλεύσεις αναφέρουν ότι «το βασικό ερώτημα είναι τα μέτρα θα επιβαρύνουν τον πληθωρισμό και θα καθυστερήσουν τη μείωση των επιτοκίων».
Τα σενάρια στο τραπέζι για την ενεργειακή κρίση
Οι συζητήσεις δεν ξεκινούν από το μηδέν, αφού αρκετές χώρες έχουν προχωρήσει σε εθνικές παρεμβάσεις, δημιουργώντας ένα πρώτο πλαίσιο. Στην Ιταλία, η μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης κατά 0,25 ευρώ ανά λίτρο οδηγεί την τιμή της βενζίνης χαμηλότερα, δίνοντας άμεση ανάσα στην κατανάλωση. Το ίδιο στην Ισπανία, με τη μείωση του ΦΠΑ από 21% σε 10%, ενώ παράλληλα υπάρχουν επιδοτήσεις έως 30 λεπτά/λίτρο για συγκεκριμένες χρήσεις.
Η Πορτογαλία έχει ενεργοποιήσει μηχανισμό που μειώνει αυτόματα τη φορολογία όταν αυξάνονται οι διεθνείς τιμές, ενώ η Αυστρία συνδυάζει μικρές φορολογικές παρεμβάσεις με περιορισμούς στα περιθώρια κέρδους. Αυτά τα παραδείγματα βρίσκονται ήδη στο τραπέζι του Eurogroup, όχι ως θεωρητικές επιλογές αλλά ως εφαρμοσμένες πολιτικές. Το βασικό ζήτημα είναι αν μπορούν να αποτελέσουν κοινό ευρωπαϊκό μοντέλο ή αν θα παραμείνουν εθνικές λύσεις.
Το πρόβλημα των διαφορετικών ταχυτήτων
Η συζήτηση αποκτά μεγαλύτερη ένταση λόγω των διαφορετικών δυνατοτήτων των κρατών-μελών. Οι χώρες με μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο μπορούν να χρηματοδοτήσουν γενναίες μειώσεις φόρων ή επιδοτήσεις, ενώ άλλες κινούνται σε περιορισμένα περιθώρια.
Ο κίνδυνος στην προκειμένη περίπτωση είναι η ίδια ενεργειακή κρίση να αντιμετωπίζεται με διαφορετική ένταση σε κάθε χώρα. Σε μια αγορά όπως η ευρωπαϊκή, αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε διαφοροποίηση τιμών, κόστους παραγωγής και τελικά ανταγωνιστικότητας.
Παράγοντες που συμμετέχουν στις τεχνικές συζητήσεις προετοιμάζοντας το Eurogroup της Παρασκευής, σημειώνουν ότι «η ανισορροπία αυτή μπορεί να επηρεάσει άμεσα την ενιαία αγορά, αν δεν υπάρξει κάποιο κοινό πλαίσιο». Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά μόνο την ακρίβεια, αλλά και τη συνοχή της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η ελληνική θέση στο τραπέζι
Η Ελλάδα μπαίνει στη συζήτηση έχοντας ήδη επιλέξει μια περιορισμένη, επιδοματική προσέγγιση. Το πακέτο μέτρων για τα καύσιμα, ύψους 300 εκατ. ευρώ, περιλαμβάνει επιδότηση στο diesel κατά 16 λεπτά/λίτρο και ενίσχυση έως 50 ευρώ το δίμηνο για τα νοικοκυριά. Η επιλογή αυτή δείχνει ότι η χώρα κινείται εντός των ορίων του δημοσιονομικού χώρου, αλλά ταυτόχρονα ενισχύει το ενδιαφέρον της Αθήνας για μια κοινή ευρωπαϊκή λύση. Χωρίς κοινή ευελιξία, οι δυνατότητες για πιο ουσιαστικές παρεμβάσεις, όπως μειώσεις φόρων, παραμένουν περιορισμένες.
Σύμφωνα με στελέχη του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης, η ελληνική πλευρά στηρίζει σενάρια που θα επιτρέπουν παρεμβάσεις χωρίς να επηρεάζονται οι δημοσιονομικοί στόχοι, ιδίως σε περίπτωση παρατεταμένης κρίσης.
Η βασική δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι υπουργοί της Ευρωζώνης είναι ότι οι επιλογές είναι γνωστές, αλλά κάθε μία έχει κόστος. Οι μειώσεις φόρων μειώνουν άμεσα τις τιμές, αλλά επιβαρύνουν τους προϋπολογισμούς. Οι επιδοτήσεις περιορίζουν το δημοσιονομικό κόστος, αλλά δεν αλλάζουν τη δομή των τιμών. Οι παρεμβάσεις στην αγορά ενέργειας απαιτούν χρόνο και συντονισμό.
Στελέχη της αγοράς σημειώνουν ότι «ο χρόνος είναι κρίσιμος παράγοντας». Οι τιμές έχουν ήδη αυξηθεί και η επίδραση περνά στην κατανάλωση και στις επιχειρήσεις. Αυτό σημαίνει ότι οι καθυστερήσεις μειώνουν την αποτελεσματικότητα των μέτρων.
Από την ενέργεια στον πληθωρισμό
Η συζήτηση στο Eurogroup δεν θα περιοριστεί στις επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ, αλλά θα εξετάσει και τις επιπτώσεις στην ανάπτυξη. Η άνοδος των τιμών των καυσίμων επηρεάζει το κόστος μεταφοράς, την παραγωγή και τις τιμές προϊόντων. Οι πρώτες ενδείξεις από την αγορά δείχνουν ήδη πιέσεις σε τρόφιμα και βασικά αγαθά.
Αυτό δημιουργεί έναν δεύτερο κύκλο επιπτώσεων. Η κατανάλωση αρχίζει να προσαρμόζεται, οι επιχειρήσεις βλέπουν το κόστος να αυξάνεται και οι επενδύσεις επανεξετάζονται.
Το μήνυμα των αγορών
Την ίδια στιγμή, οι αγορές ομολόγων στέλνουν το δικό τους μήνυμα. Η άνοδος των αποδόσεων σε όλη την Ευρώπη δείχνει ότι οι επενδυτές προεξοφλούν υψηλότερα επιτόκια για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Αυτό περιορίζει ακόμη περισσότερο τα περιθώρια κινήσεων των υπουργών Οικονομικών καθώς οσο αυξάνεται το κόστος δανεισμού, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η χρηματοδότηση γενναίων παρεμβάσεων.
Όλες οι πληροφορίες συγκλίνουν ότι το Eurogroup της 27ης Μαρτίου δεν αναμένεται να καταλήξει σε ένα ενιαίο πακέτο μέτρων. Αναμένεται όμως να δώσει το πρώτο πολιτικό σήμα για το πώς θα κινηθεί η Ευρώπη. Το ζητούμενο είναι αν θα υπάρξει μια κοινή κατεύθυνση που θα επιτρέψει συντονισμένες κινήσεις ή αν οι χώρες θα συνεχίσουν να κινούνται μεμονωμένα σε ένα περιβάλλον όπου οι τιμές ενέργειας παραμένουν υψηλές και η επίδραση στην οικονομία είναι ήδη ορατή. Η απάντηση που θα πρέπει να δώσουν οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης θα κρίνει την αντοχή της ευρωπαϊκής οικονομίας τους επόμενους μήνες.
Πηγή ΟΤ



















