
Οι κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιδρούν στην προσπάθεια των Βρυξελλών να αναδιαμορφώσουν το κόστος των ηλεκτρικών δικτύων, αποδυναμώνοντας τα σχέδια για συντονισμένες τιμές, καθώς η διαμάχη σχετικά με τα ακριβά και υπερφορτωμένα ηλεκτρικά δίκτυα της ΕΕ αποκτά όλο και πιο πολιτικό χαρακτήρα
Οι κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιθυμούν να αποδυναμώσουν μια πρόταση που θα παρέχει στις Βρυξέλλες μεγαλύτερο έλεγχο επί του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας της ΕΕ, προτιμώντας να διατηρήσουν τον έλεγχο του τρόπου χρηματοδότησης και διαχείρισης των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με έγγραφο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
Στις Βρυξέλλες βρίσκονται σε εξέλιξη πολιτικές συζητήσεις σχετικά με το ποιος θα χρηματοδοτήσει τον εκσυγχρονισμό του ηλεκτρικού δικτύου της Ευρώπης, ένα κρίσιμο βήμα για την επίτευξη του στόχου της κλιματικής ουδετερότητας της ΕΕ έως το 2050, την ίδια στιγμή που η ηλεκτρική ενέργεια αναδεικνύεται σε κεντρικό στοιχείο της οικονομικής στρατηγικής της Ένωσης.
Η ΕΕ επιθυμεί τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις να στραφούν από τα ορυκτά καύσιμα στην ηλεκτρική ενέργεια, ενώ αναμένεται ότι οι κατασκευαστές, τα κέντρα δεδομένων, οι αντλίες θερμότητας και τα ηλεκτρικά οχήματα θα οδηγήσουν σε αύξηση της ζήτησης. Ωστόσο, το κόστος της επέκτασης και της λειτουργίας των ενεργειακών δικτύων αντανακλάται όλο και περισσότερο στους λογαριασμούς ρεύματος.
Τα τέλη δικτύου και οι φόροι, αθροιστικά, συχνά υπερβαίνουν την τιμή της καταναλωθείσας ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΕ, τα τέλη δικτύου αντιπροσώπευαν το 27% των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος των νοικοκυριών και το 21% των επιχειρήσεων, ενώ οι εθνικοί φόροι και οι εισφορές πρόσθεσαν ένα επιπλέον 24% για τα νοικοκυριά και 16% για τις επιχειρήσεις.
Η αύξηση των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος στην Ευρώπη ώθησε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προτείνει τον Ιούλιο νέους κανόνες με στόχο τη δραστική μείωση των λογαριασμών ενέργειας, εν μέσω μιας κλιμακούμενης κρίσης που προκλήθηκε από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Η Επιτροπή παρουσίασε επίσης ένα σχέδιο ηλεκτροδότησης, θέτοντας ως στόχο για την Ένωση το 46% έως το 2040.
Η ιρλανδική Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιδιώκει να διατηρήσει τον ευρύ στόχο της Επιτροπής να καταστήσει την ηλεκτρική ενέργεια φθηνότερη και ευκολότερη στην υιοθέτηση, παρέχοντας παράλληλα στις εθνικές κυβερνήσεις και τις ρυθμιστικές αρχές μεγαλύτερο περιθώριο να αποφασίσουν πώς θα εφαρμόζονται οι κανόνες στην πράξη, όπως αποκαλύπτει το έγγραφο στο οποίο είχε πρόσβαση το Euronews.
Το Δουβλίνο, που έχει αναλάβει το ρόλο του μεσολαβητή στις διαπραγματεύσεις μεταξύ της Επιτροπής, του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, προτείνει μια ριζική αναθεώρηση των τελών δικτύου, απαιτώντας οι τιμολογιακές ρυθμίσεις να ενθαρρύνουν τους καταναλωτές να μειώσουν τη ζήτηση στις ώρες αιχμής, να χρησιμοποιούν ηλεκτρική ενέργεια σε διαφορετικές ώρες και να λαμβάνουν υπόψη την τοποθεσία των νέων συνδέσεων.
Ωστόσο, οι τελευταίες προπαρασκευαστικές συνομιλίες, που πραγματοποιήθηκαν στις 23 Σεπτεμβρίου από τους πρεσβευτές της ΕΕ, υποδηλώνουν ότι οι κυβερνήσεις διστάζουν να επιτρέψουν αυτά τα εργαλεία να μετατραπούν σε απαιτήσεις «ενιαίου μεγέθους για όλους».
Η Πολωνία, η Ιταλία, η Τσεχία, το Λουξεμβούργο, η Λιθουανία και η Λετονία επιθυμούν οι ρυθμιστικές αρχές να χρησιμοποιούν εργαλεία όπως η φθηνότερη ηλεκτρική ενέργεια εκτός ωρών αιχμής ή κίνητρα για την εγκατάσταση νέων έργων σε περιοχές όπου το δίκτυο διαθέτει πλεονάζουσα χωρητικότητα και μόνο όταν αυτό είναι κατάλληλο για το σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας της εκάστοτε χώρας, αντί να επιβάλλονται αυτοί οι κανόνες σε ολόκληρη την ΕΕ.
Η Ισπανία, η Ολλανδία, η Σουηδία και η Κύπρος έχουν εκφράσει έντονες ανησυχίες σχετικά με την αποτελεσματικότητα και τις πιθανές κοινωνικές συνέπειες αυτών των εργαλείων και μέτρων.
Ο Francesco Sassi, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Όσλο, δήλωσε στο Euronews ότι ένας κεντρικός έλεγχος από την Επιτροπή θα μπορούσε «να συμβάλει στην άρση της απομόνωσης της Ιβηρικής Χερσονήσου ή να προσελκύσει περισσότερες επενδύσεις σε διασυνδέσεις ενέργειας χαμηλών εκπομπών άνθρακα στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη».
«Αυτές οι χώρες εκφράζουν αυξανόμενη ανησυχία για την παραχώρηση εξουσίας στις Βρυξέλλες, εν μέσω της δεύτερης ενεργειακής κρίσης υπό την προεδρία της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και των επαναλαμβανόμενων διαταραχών στην αγορά, τις οποίες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φαίνεται ανίκανη να ελέγξει», τόνισε χαρακτηριστικά.
Εθνική ευελιξία έναντι συντονισμού της ΕΕ
Για την Κομισιόν, οι κοινοί κανόνες αποτελούν ένα τρόπο να καταστεί η κατακερματισμένη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας της Ευρώπης πιο διαφανής και αποδοτική. Ωστόσο, οι χώρες της ΕΕ αντιτίθενται σε οτιδήποτε θα μπορούσε να τις υποχρεώσει να αναδιαμορφώσουν τα εθνικά συστήματα τιμολόγησης, τα οποία αντανακλούν πολύ διαφορετικά δίκτυα, βιομηχανίες και καταναλωτικές βάσεις.
Το πιο ξεκάθαρο πεδίο μάχης είναι μια διάταξη που θα επέτρεπε στην Επιτροπή να θεσπίσει μια κοινή δομή και μεθοδολογία αναφοράς για τα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας.
Η ιρλανδική Προεδρία τονίζει ότι αυτό θα «εναρμονίσει τη μεθοδολογία» και όχι τα ίδια τα τιμολόγια και πως οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα μπορούν να παρεκκλίνουν από την προσέγγιση αναφοράς, όπου αυτό δικαιολογείται.
Ωστόσο, αρκετά σημαντικά κράτη μέλη της ΕΕ εξακολουθούν να είναι δυσαρεστημένα. Η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Πολωνία, η Φινλανδία, η Ισπανία και η Ολλάνδία επιθυμούν να περιοριστούν σημαντικά ή να καταργηθούν οι εξουσίες της Επιτροπής. Υποστηρίζουν ότι η προτίμηση που διαμορφώνεται είναι προς τις κατευθυντήριες γραμμές και όχι προς μια δεσμευτική προσέγγιση. Τελικά, η απόφαση θα εξαρτηθεί από τον τρόπο κατανομής του κόστους της ενεργειακής μετάβασης της ΕΕ.
«Το προφανές πρόβλημα που κανείς δεν θέλει να συζητήσει άμεσα, προτιμώντας να επικεντρωθεί σε τεχνοοικονομικά ζητήματα που αφορούν στα συστήματα δικτύου, στον έλεγχο του δικτύου, στις διασυνδέσεις και τα τιμολόγια, είναι ότι η φύση αυτών των ζητημάτων είναι εγγενώς πολιτική και γεωπολιτική», πρόσθεσε ο Σάσι.
Αγώνας για το ποιος θα έχει προτεραιότητα πρόσβασης στο δίκτυο
Τα πολιτικά διακυβεύματα γίνονται ακόμη πιο σαφή όταν πρόκειται για νέες συνδέσεις με το δίκτυο.
Η ΕΕ αντιμετωπίζει αυξανόμενες ουρές αναμονής για πρόσβαση στο δίκτυο, καθώς εργοστάσια, έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, κέντρα δεδομένων και άλλες επενδύσεις με υψηλή κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας ανταγωνίζονται για την περιορισμένη χωρητικότητα. Οι προτεινόμενοι κανόνες θα επιτρέπουν στις χώρες της Ένωσης να καθορίζουν προτεραιότητες όταν δεν υπάρχει αρκετός χώρος στο δίκτυο.
Ο τελευταίος συμβιβασμός θα ενισχύσει τον ρόλο των κρατών μελών στον καθορισμό της γενικής κατεύθυνσης της πολιτικής, αφήνοντας στις ρυθμιστικές αρχές την ελευθερία να εφαρμόζουν τους κανόνες.
Μια μεγάλη ομάδα χωρών – μεταξύ των οποίων η Γερμανία, η Γαλλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ελλάδα, η Πολωνία, η Σουηδία, η Δανία, η Φινλανδία, το Βέλγιο, η Λιθουανία και η Λετονία – τάσσεται ευρέως υπέρ της ανάθεσης ισχυρότερου ρόλου στις κυβερνήσεις.
Η Ελλάδα, μαζί με άλλες κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντιτίθεται σθεναρά στο σχέδιο των Βρυξελλών που αφορά στη διαχείριση και την κατανομή των χρεώσεων και της χωρητικότητας στο ηλεκτρικό ρεύμα.
Υποστηρίζουν ότι η απόφαση για το ποια έργα θα λάβουν τη σπάνια χωρητικότητα του δικτύου δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία, αλλά περιλαμβάνει πολιτικές επιλογές σχετικά με τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα, την ενεργειακή ασφάλεια και τις κοινωνικές προτεραιότητες. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο καθορισμός τεχνικών κριτηρίων και τελών δικτύου αποτελεί κατά βάση ρυθμιστικό καθήκον.
Αρκετές χώρες της ΕΕ φοβούνται ότι η ραγδαία επέκταση των κέντρων δεδομένων – για τα οποία οι Βρυξέλλες στοχεύουν να τριπλασιάσουν τη χωρητικότητα σε ολόκληρη την Ένωση έως το 2035, στο πλαίσιο μιας προσπάθειας να μειωθεί η εξάρτηση από τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας και να αναπτυχθούν οι δυνατότητες της Ευρώπης στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης – θα μπορούσε να επιβαρύνει τα ηλεκτρικά δίκτυα και να οδηγήσει σε αύξηση των εγχώριων τιμών της ενέργειας.



















