Φύσα ρούφα πάτατόνε

Ο Κώστας Καίσαρης, γράφει για το ανελέητο κυνήγι της φούντας σε άπασα την επικράτεια. Σε αντίθεση με το Αλβανικό που εισαγωγή είναι αβέρτα κι όλα τα λεφτά καταλήγουν στα Τίρανα.

Φύσα ρούφα πάτατόνε | to10.gr

«ΜΑΣ κυνηγούν τον ναργιλέ, γιατί τον πίνουν μάγκες και ζούλα τον φουμάρουνε, όλ’ οι αριστοκράτες». Στίχοι, που ανατρέχουν στο 1935. Σήμερον, ογδόντα και πλέον χρόνια μετά, τα ίδια και τα ίδια. Πράγματι. Το κυνήγι είναι συνεχές αδιάκοπο και ανελέητο. Απ’ άκρου εις άκρον, σε όλη την επικράτεια. Για να δικαιωθεί ο στιχουργός, που εν έτη 1935, έγραφε: «Μάγκα μου, το ´χει η μοίρα σου, έτσι για να τραβιέται για τέτοια μικροπράγματα, στη τούφα να πετιέσαι».

Έχουμε και λέμε λοιπόν:

Στην ευρύτερη περιοχή, της Αλεξανδρούπολης εντοπίστηκε 76χρονος, ημεδαπός, ο οποίος και συνελήφθη, Με τους αστυνομικούς, να εντοπίζουν ακατέργαστη κάνναβη συνολικού βάρους 263 κιλών και 840 γραμμαρίων.

Οργανωμένη χασισοφυτεία με 780 δενδρύλλια εντοπίστηκε από τη Δίωξη Ναρκωτικών σε δύσβατη ημικρημνώδη περιοχή στη Μαυρολίμη Λουτρακίου. Ο 40χρομος καλλιεργητής συνελήφθη . Παρεμπιπτόντως συνελήφθη και έτερος μικροκαλλιεργητής, για τέσσερα δενδρύλλια.

-Στον Βαρνάβα Αττικής συνελήφθη 63χρονος, για καλλιέργεια 53 δενδρυλλίων, στην αυλή του σπιτιού του.

-Στην Ιαλυσό Ρόδου, 54χρονος πατέρας και 27χρονος υιός, για έξι δενδρύλλια ύψους ενός μέτρου και 20 εκατοστών.

-Χασισοκαλλιεργητής 54ων ετών στα Γρεβενά για 17 δενδρύλλια ύψους έως 70 εκατοστών. Στα Ιωάννινα, 37χρονος μετά από στοχευμένη έρευνα στη κατοικία του, όπου διεπιστώθη ότι καλλιεργούσε δύο δενδρύλλια κάνναβης στο μπαλκόνι.

ΕΠΤΑ συνολικά περιπτώσεις, από δύο έως 780 δενδρύλλια, σε διάστημα δύο ημερών. Από την Αλεξανδρούπολη μέχρι τη Ρόδο, φύσα ρούφα πάτατόνε άναφτον και τραβατόνε. Που πάει να πει, ότι στην Ελλάδα λειτουργούν η τάξη και ο νόμος. Μπορεί η Αστυνομία, εκεί με τη φωτιά στο Μάτι να μπουρδουκλώθηκε με τη Πυροσβεστική και να τα κάνανε μούτι, στα σπουδαία και στα σοβαρά, όμως κέρβερος. Κι είναι ένα ζήτημα αυτό για τους μερακλήδες. Το Αλβανικό που κυκλοφορεί στο αβέρτο, είναι μάπα. Τα ραντίζουνε με χημικά και σου κάνουνε το κεφάλι καζάνι. Κι αντί οι ένοπλες δυνάμεις, ο στρατός, η αεροπορία, η αστυνομία και το λιμενικό να ρίξουν το βάρος στη φύλαξη των συνόρων, σε ξηρά και θάλασσα, κυνηγάνε την εγχώρια παραγωγή. Αντί να αρπάζουνε τους Αλβανούς κομιτατζίδες, τα έχουνε βάλλει με τους Έλληνες.

ΠΟΥ έχει ακουστεί, αδελφός να κυνηγάει αδελφό; Καλά να πάθουνε όμως οι Έλληνες. Αν είχανε αφήσει αυτό το καλό παιδί, τον Γιωργάκη Παπανδρέου, να ολοκληρώσει το έργο του, θα το είχε λύσει αυτό το θέμα. Η καλλιέργεια για ατομική χρήση θα είχε νομιμοποιηθεί κι όλα καλά κι όλα ωραία. Ο καθείς θα έβαζε στο μπαλκόνι του, δύο γλάστρες, για πάρτη του και θα είχε το κεφάλι του ήσυχο. Κι αντί να στηρίζουνε τα ελληνικά προϊόντα, αυτά που βγαίνουν στα Άγια χώματα, της Καλαμάτας και της Αμαλιάδας, τα έχουνε βάλλει στο σημάδι. Και κυκλοφοράει αβέρτα πάγκα, η αλβανική σαβούρα. Κι όλο το χαρτί να καταλήγει στα Τίρανα.

ΤΙ συμβαίνει όμως και οι καλλιεργητές, ο εις μετά τον άλλον καταλήγουν στην απόχη της Αστυνομίας; Ο ανυπέρβλητος Σταύρος Τσιώλης, το έχει περιγράφει στον «θησαυρό του Χουρσίτ Πασά», με τον καλύτερο δυνατό τρόπο:

«Τα’ αδέρφια του, του βάλλανε εκεί χάμω διακόσια δέντρα για να τον σπουδάσουνε. Και το καλοκαίρι που ερχότανε από την Αθήνα, τον βάζανε και τα φύλαγε. Και τον προειδοποιήσανε. «Κοίταξε Νίκο, μη ξεγελαστείς και δοκιμάσεις τη φούντα, γιατί είσαι μικρός και αμάθητος». Όπως του είπανε, έτσι έκανε. Δοκίμασε κι αποκοιμήθηκε. Και το πρωί τον ξύπνησε ο ενωμοτάρχης της χωροφυλακής». Που πάει να πει, όταν ασκείς το λειτούργημα του φύλακα, οφείλεις να έχεις τα μάτια σου δεκατέσσερα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Από τη παραγωγή καταλαβαίνεις τη κατανάλωση. Και τη ζήτηση. Που πάει να πει, ότι ήθη και έθιμα, που ανατρέχουν εδώ εκατό χρόνια, τουλάχιστον, διατηρούνται αναλλοίωτα. Δεν σβήνουν. Από τον πατέρα στον γιο κι απ’ τον παππού στον εγγονό. Εκατοντάδες είναι τα ρεμπέτικα τραγούδια. Ότι και να κάνουν τα αποσπάσματα του Νόμου. Όσο κι αν επιτελούν το καθήκον. Όσα δέντρα κι αν ξεριζώνουν. Η φλόγα, του φύσα ρούφα πάτατόνε, δεν πρόκειται να σβήσει ποτέ.

Στη μουσική επιλογή Μάρκος Βαμβακάρης, ώρες με θρέφει ο λουλάς.