Η φιλία με τους ΟΦΗτζήδες, τιμά περισσότερο εμάς

Είναι αδύνατον να μην λατρέψεις τους Κρητικούς, η συμπάθεια στην ομάδα που εκφράζει παραδοσιακά το νησί, είναι αυτονόητη.

Η φιλία με τους ΟΦΗτζήδες, τιμά περισσότερο εμάς | to10.gr

Ένα από τα πράγματα που με γοητεύουν διαχρονικά είναι τα ταξίδια, είναι ο πιο εύκολος τρόπος για να ξεφύγει το μυαλό και να ταξιδέψει κι αυτό μαζί σου. Στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο, το μυαλό είναι αυτό που σε ωθεί να ταξιδέψεις και το σώμα ακολουθεί.

Έτσι συμβαίνει πάντα το πνεύμα αποφασίζει και τα υπόλοιπα έπονται. αν πετάξεις μια πέτρα θα είναι επειδή ο εγκέφαλος έδωσε εντολή, αν δεν την πετάξεις θα είναι επειδή σε απέτρεψε. Εκτός κι αν σημαδεύεις τον Σπάθα ή τον Κασναφέρη, είναι από τις εξαιρέσεις που το μυαλό παίρνει ρεπό, αφού όλα γίνονται ενστικτωδώς..

Τέλος πάντων για να μην ξεφεύγω ακόμα δεν ξεκίνησα, έλεγα πως μου αρέσουν τα ταξίδια, όπου ταξίδι βάλτε και ένα απλό πέρασμα με το αυτοκίνητο από δυο χωριά για μια σύντομη βόλτα, το τοπίο, ακόμα και η φυσιογνωμία ενός παππού στον καφενέ, μπορεί να οδηγήσει το μυαλό σε ατραπούς που δεν ήξερες πως υπάρχουν.

Όσο κι αν τρελαίνομαι για ταξίδια όμως, το ίδιο γρήγορα βαριέμαι, η χρονική τους διάρκεια δεν ξεπερνάει το πενθήμερο. Καλή η Πάρος, η Νάξος, η Σαντορίνη, όμορφο το Παρίσι, το Βερολίνο και η Στοκχόλμη, μερικές ημέρες όμως αρκούν για να δεις τα βασικά και να χορτάσεις, «ωραίο το μέρος σας παιδιά, πέρασα ωραία, ευχαριστώ πολύ, καληνύχτα σας».

Το μόνο μέρος στην Ελλάδα όπου έσπασα κάθε ρεκόρ ήταν η Κρήτη, πήγα κάποτε για πέντε ημέρες, έκατσα δεκαπέντε κι αν μπορούσα να μείνω όλο το καλοκαίρι, θα το έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη. Μη σας πω ότι αν έπαιζε το ενδεχόμενο να συνεχίζω το υπόλοιπο της ζωής μου στο νησί, θα το συζητούσα σοβαρά με τον εαυτό μου.

Μια και το φερε η κουβέντα, το δεύτερο μέρος που με σαγήνευσε ήταν η Μάνη, το τοπίο ήταν τόσο άγριο και ελκυστικό ταυτόχρονα, που ένιωσα την ίδια μαγεία σαν την πρώτη φορά που μπήκα στη Θύρα 4.

Δεν είναι τυχαίο πως τα προϊόντα που παράγει η Κρητική γη θεωρούνται μοναδικά σε ποιότητα, από τα πορτοκάλια και τα μέλια, μέχρι τα κρασιά και το ελαιόλαδο.

Βγάζουν και καλό πράσο είναι η αλήθεια, -Νοικοκύρη, βάλε μπιπ στο πράσο μη μας δέσουν-. στο Άμστερνταμ τα βρίσκεις μόνο στα πάνω ράφια…

Γενικότερα θεωρώ πως υπάρχει απόλυτη συνάφεια μεταξύ του υπ-εδάφους και της ατμόσφαιρας που μας περιτριγυρίζει με το χαρακτήρα που διαμορφώνει ο καθένας, τα πάντα γύρω μας παράγουν ενέργεια και vibes που καθορίζουν τις λειτουργίες του εγκεφάλου. Το ότι δεν είναι ορατά δια γυμνού οφθαλμού, δε σημαίνει πως δεν υφίστανται. Είναι διαφορετικό να μεγαλώνεις σε τοπίο με πράσινο, ωραίες εικόνες και καθαρό ουρανό, από το να ζεις σε περιοχή που παράγει κάρβουνο και 300 μέρες το χρόνο έχει συννεφιά

Δεν είναι τυχαίο πως οι περισσότεροι ποιητές, λογοτέχνες, άνθρωποι του πνεύματος γενικότερα, στην Ελλάδα, ήταν νησιώτες. Το μάτι ταξίδευε μέχρι εκεί που δεν έφτανε άλλο, ακολουθούσε και η σκέψη που αναγκαστικά ξεπερνούσε τα συνηθισμένα όρια.

Πως να γράψω εγώ ο φουκαράς κείμενο της προκοπής στο to10.gr, όταν κάθε πρωί αντικρίζω την κυρά Φρόσω στο απέναντι μπαλκόνι με τα μαστάρια σε ρόλο επιγονατίδας, να κοπανάει το χαλί με ένα ξύλινο πράγμα, σα ρακέτα του τένις;

Η Κρήτη είναι τόσο αντιφατικά όμορφη, συνδυάζει ιδανικά την επιθετικότητα και την ευγένεια, στον ίδιο τόπο κατοικοεδρεύουν η βεντέτα, όσο και περίφημη φιλοξενία των ανθρώπων της..

Τη φορά που την επισκέφτηκα, είχα διανύσει τη διαδρομή από Άγιο Νικόλαο μέχρι Ηράκλειο με ετοιμοθάνατη βέσπα 50 κυβικών, φορτωμένη με βαλίτσες και λογής λογής τζιμπράγκαλα, οπότε αν και η απόσταση δεν ήταν μεγάλη, κάναμε πολλές στάσεις μην και τυχόν κάψουμε το μοτόρι..

Σε κάθε στάση μα σε κάθε στάση που κάναμε, έβγαιναν νοικοκυραίοι από τα σπίτια τους ρωτώντας μας «παιδιά πάθατε κάτι; είστε καλά; θέλετε βοήθεια;», Σε μια από αυτές μάλιστα, εμφανίστηκε μια γιαγιά κρατώντας δίσκο με γλυκά του κουταλιού και νερά, να μας κεράσει επειδή δείχναμε ταλαιπωρημένοι.

Στις απρόσωπες πολυκατοικίες που ζούμε όλοι μας έτσι και ακουστεί από διαμέρισμα κραυγή «βοήθεια, με σφάζουν, με βιάζουν, με κλέβουν, με απαγχονίζουν», από όλα τα υπόλοιπα θα ακουστεί με μορφή συγχορδίας η φωνή «άντε γ@μ@σου βραδιάτικα ρε μ@λ@κα, βγάλε το σκασμό και άσε μας να κοιμηθούμε».

Και να μην το θες λοιπόν είναι αδύνατον να μην λατρέψεις τους Κρητικούς, οπότε η συμπάθεια στην ομάδα που εκφράζει παραδοσιακά ολόκληρο το νησί, είναι αυτονόητη.

Είναι κάτι σαν τον Πανιώνιο που σας έγραφα πρόσφατα, μόνο που η πορεία είναι αντίστροφη. Τους πρώτους τους συμπάθησα ως σύλλογο και μετά αντιλήφθηκα στην αύρα της πλατείας, στην περίπτωση του ΟΦΗ πρώτα κόλλησα με την Κρήτη, κάτι που μοιραία με έκανε να δω με διαφορετικό μάτι και την ομάδα.

Όλα αυτά, πολύ πριν ο κόσμος του ΠΑΟΚ έρθει πιο κοντά με τους ΟΦΗτζήδες, όπως και με τους Πάνθηρες.

Για τον ίδιο λόγο που όπως έλεγα πριν κάθε λαός αφομοιώνει τα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος που ζει και αναπνέει, με τον ίδιο τρόπο αυτά μεταλαμπαδεύονται στο dna της ομάδας.

Οι Κρήτες είναι έξω καρδιά αλλά και άγριοι, τις φιλίες τις τιμούν μέχρι τελευταίας ρανίδας, τους τρύπιους τους απεχθάνονται και δεν τους συγχωρούν ποτέ

Πριν από περίπου ένα χρόνο, ο Σαββίδης κι ο Τζάμπας απάλλαξαν το Ελληνικό ποδόσφαιρο από τον πατροπαράδοτη κηδεμονία του γαύρου και πριν αλέκτωρ λαλήσει, εμφανίστηκε ο νεόγαυρος ντυμένος στα κίτρινα.

Δεν υπήρχε περίπτωση να αντέξει τέτοια συμπεριφορά ο Κρητικός, όχι σε φίλο ή έστω σύμμαχο αλλά ούτε σε συνοδοιπόρο, γιατί αυτό ήταν ο Ιβάν κι ο Τζάμπας.

Ακόμα κι αν παρ΄ ελπίδα η διοίκηση του ΟΦΗ έκανε κάτι παρόμοιο, η αποστολή της ομάδας δεν θα προσγειωνόταν στο αεροδρόμιο της πόλης, θα τους περίμεναν όπως κάποτε τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές.

Γιατί υπάρχουν φορές που οι διοικητικές επιλογές δε συνάδουν με τα θέλω του κόσμου, το ζήτημα είναι κατά πόσο ο κόσμος συμβιβάζεται με καταστάσεις που δεν τον εκφράζουν.

Το κοινό της χάρτινης επιβράβευσε τους θεατρίνους της ομάδας του, επιμένοντας να ταυτίζει υποκριτικά την περίπτωση ενός προπονητή που έφαγε γεμάτο κουτί μπύρα στο κεφάλι και αποχώρησε με ράμματα, με τη δική τους περίπτωση που αφού ακύρωσαν ένα καθαρό γκολ, ρωτούσαν αν μέτρησε τελικά, για να αποφασίσουν αν τρομοκρατήθηκαν ή όχι από μια φωτό.

Κάποτε ο «ο Άρης» κουβαλούσε τους δανεικούς από τον Ολυμπιακό σε συστοιχίες και όχι μόνο δεν ίδρωνε το αυτί τους, αλλά επιδίδονταν και σε κηρύγματα ανεξαρτησίας και επαναστατικότητας, βάλλοντας κατά του συστήματος..

Ιστορικά, ο ΟΦΗ ήταν ένα από τα πρώτα παραρτήματα, ο κόσμος του όμως δε συμβιβάστηκε ποτέ, έπαιζε με τον βάζελο και το Γεντί σειόταν από τα συνθήματα κατά του Βαρδινογιάννη.

Όταν μια ομάδα ειδικά με συνεχείς παρουσίες στην Α εθνική βιώνει φάση μελλοθάνατου, είθισται ο κόσμος να την εγκαταλείπει, ίσως επειδή δε θέλει να έχει εικόνες από στιγμές που μαυρίζουν την ψυχή του και δεν ταιριάζουν στην ιστορία της.

Μου είχε κάνει εντύπωση πως στα στερνά του ΟΦΗ ο κόσμος ήταν εκεί, στο παιγνίδι με το γαύρο η ατμόσφαιρα θύμιζε εποχές του αείμνηστου Γκέραρντ.

Ήταν αυτή ακριβώς η ιδέα που κατοικοεδρεύει στην ψυχή κάθε Κρητικού, πως «μπορεί να χάσω, μπορεί και να πεθάνω, αφού είναι να συμβεί όμως, προτιμώ να πεθάνω όρθιος κοιτώντας τον εκτελεστή μου κατάματα…».

Το ότι με τους φιλάθλους του ΟΦΗ έχουμε άριστες σχέσεις είναι γνωστό, για όλους τους παραπάνω λόγους θεωρώ πως η φιλία αυτή, τιμά περισσότερο τη δική μας πλευρά.

Για τον απλούστατο λόγο, πως όσο κι αν το ποδόσφαιρο θεωρείται αντρική υπόθεση, αυτοί που φορούν παντελόνια στην πραγματικότητα, σπανίζουν…