
Η Ίντερ έκλεισε δεύτερη συνεχόμενη χρήση με κέρδη, εμφάνισε έσοδα 518 εκατ. ευρώ και επανέφερε την καθαρή θέση σε θετικό έδαφος.
Η Ίντερ δεν κατακτά τίτλους μόνο μέσα στο γήπεδο. Οι «νερατζούρι» πέτυχαν κάτι που μέχρι πριν από λίγα χρόνια έμοιαζε ιδιαίτερα δύσκολο για έναν μεγάλο ιταλικό σύλλογο: έκλεισαν για δεύτερη συνεχόμενη χρήση με κέρδη, διατηρώντας παράλληλα μια ομάδα ικανή να διεκδικεί τίτλους στην Ιταλία και στην Ευρώπη.
Σύμφωνα με τα οικονομικά στοιχεία που ενέκρινε το διοικητικό συμβούλιο, η Ίντερ ολοκλήρωσε την τελευταία οικονομική χρήση με καθαρά κέρδη 22,7 εκατ. ευρώ. Είχε προηγηθεί το εντυπωσιακό αποτέλεσμα της περιόδου 2024-25, όταν τα κέρδη είχαν φτάσει τα 35,4 εκατ. ευρώ.
Τα έσοδα διαμορφώθηκαν στα 518 εκατ. ευρώ, επίδοση που αποτελεί τη δεύτερη υψηλότερη στην ιστορία του συλλόγου. Το ρεκόρ είχε καταγραφεί μία σεζόν νωρίτερα, με 567 εκατ. ευρώ.
Η σύγκριση των δύο χρήσεων κάνει το φετινό αποτέλεσμα ακόμη πιο σημαντικό. Το 2024-25 η Ίντερ είχε φτάσει μέχρι τον τελικό του Champions League, εξασφαλίζοντας σημαντικά έσοδα από την ευρωπαϊκή πορεία της. Αντίθετα, την επόμενη σεζόν αποκλείστηκε ήδη τον Φεβρουάριο από την Μπόντο/Γκλιμτ, χάνοντας ένα σημαντικό μέρος των εσόδων που θα μπορούσε να της προσφέρει η συνέχεια στη διοργάνωση. Παρά το ευρωπαϊκό πλήγμα, όμως, ο ισολογισμός παρέμεινε κερδοφόρος.

Από το αρνητικό στο θετικό κεφάλαιο
Ακόμη πιο σημαντική είναι η εξέλιξη της καθαρής θέσης του συλλόγου. Στο τέλος της χρήσης 2024-25 βρισκόταν περίπου στα -12 εκατ. ευρώ, ενώ πλέον έχει περάσει σε θετικό έδαφος, στα 10,4 εκατ. ευρώ.
Πρόκειται για βελτίωση άνω των 22 εκατ. ευρώ μέσα σε μόλις έναν χρόνο, που ενισχύει σημαντικά την οικονομική εικόνα του συλλόγου.
Η αλλαγή αυτή συνδέεται και με τη νέα εποχή ιδιοκτησίας. Η Oaktree Capital Management απέκτησε τον έλεγχο της Ίντερ από τη Suning και επέλεξε να μη διαλύσει τη διοικητική δομή που είχε ήδη δημιουργηθεί. Αντίθετα, διατήρησε τον βασικό κορμό της και αναβάθμισε τον Τζουζέπε Μαρότα σε πρόεδρο.
Η φιλοσοφία είναι διαφορετική από το παραδοσιακό μοντέλο του ιταλικού ποδοσφαίρου. Για δεκαετίες, ισχυροί επιχειρηματίες όπως ο Μάσιμο Μοράτι, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι και η οικογένεια Ανιέλι χρηματοδοτούσαν τις ομάδες τους, καλύπτοντας μεγάλες ζημιές προκειμένου να εξασφαλίσουν αγωνιστικές επιτυχίες.
Σήμερα το περιβάλλον έχει αλλάξει. Η οικονομική βιωσιμότητα αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα ενός συλλόγου. Το σημαντικότερο: δεν πούλησε τα αστέρια της
Εδώ βρίσκεται ίσως και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της περίπτωσης της Ίντερ. Η βελτίωση των οικονομικών αποτελεσμάτων δεν επιτεύχθηκε μέσω αποδυνάμωσης του ρόστερ.
Ο Λαουτάρο Μαρτίνες παρέμεινε στο Μιλάνο, όπως και άλλα σημαντικά περιουσιακά στοιχεία της ομάδας, ενώ ο σύλλογος συνέχισε να επενδύει σε νεότερους ποδοσφαιριστές με προοπτική.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Πολλοί ευρωπαϊκοί σύλλογοι εμφανίζουν λογιστικά κέρδη επειδή προχωρούν σε μεγάλες πωλήσεις παικτών. Στην περίπτωση της Ίντερ, η οικονομική εξυγίανση μειώνει ακριβώς αυτή την ανάγκη: δεν υπάρχει πλέον η ίδια πίεση να πωληθεί ένας κορυφαίος ποδοσφαιριστής μόνο και μόνο για να κλείσει μια «τρύπα» στον ισολογισμό.
Δημιουργείται έτσι ένας οικονομικός και αγωνιστικός ενάρετος κύκλος. Τα καλύτερα οικονομικά επιτρέπουν στον σύλλογο να διατηρεί ισχυρό ρόστερ. Η ισχυρή ομάδα φέρνει περισσότερες νίκες, καλύτερες πορείες στις διοργανώσεις και υψηλότερα έσοδα. Και αυτά, με τη σειρά τους, ενισχύουν ακόμη περισσότερο τον ισολογισμό.
Αυτό είναι ουσιαστικά το δεύτερο «σκουντέτο» που διεκδικεί η Ίντερ: εκείνο της οικονομικής σταθερότητας. Χωρίς πανηγυρισμούς και τρόπαια, αλλά με ένα αποτέλεσμα που μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντικό για το μέλλον της.



















