
Οι διεθνείς κατατάξεις τραβούν τα βλέμματα, όμως η ουσία βρίσκεται αλλού: στο τι μαθαίνουν πραγματικά οι μαθητές, ποιοι μένουν πίσω και αν τα εκπαιδευτικά συστήματα μπορούν να αλλάξουν πορεία
Η δημοσίευση των αποτελεσμάτων του Προγράμματος Διεθνούς Αξιολόγησης Μαθητών (PISA 2025) επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για την κατάσταση της εκπαίδευσης διεθνώς. Όπως συμβαίνει κάθε φορά, οι αριθμοί μεταφράστηκαν γρήγορα σε κατατάξεις: ποια χώρα βρίσκεται ψηλότερα, ποια υποχώρησε και ποια κατάφερε να βελτιώσει τις επιδόσεις της.
Ωστόσο, πίσω από τους μέσους όρους και τις θέσεις στον πίνακα υπάρχει ένα πολύ πιο ουσιαστικό ερώτημα: τι καταφέρνουν πραγματικά τα εκπαιδευτικά συστήματα να προσφέρουν στους μαθητές τους;
Τα τελευταία αποτελέσματα δείχνουν μια ανησυχητική διεθνή τάση. Στις χώρες του ΟΟΣΑ, η μέση επίδοση έχει υποχωρήσει σημαντικά την τελευταία δεκαετία, ιδιαίτερα στα μαθηματικά και την ανάγνωση.
Μεταξύ 2015 και 2025, οι βαθμολογίες μειώθηκαν κατά 22 μονάδες στα μαθηματικά και κατά 28 μονάδες στην ανάγνωση. Παράλληλα, περίπου ένας στους πέντε 15χρονους εμφανίζει πλέον χαμηλή επίδοση και στους τρεις βασικούς τομείς αξιολόγησης.
Οι αριθμοί δεν λένε όλη την ιστορία
Η πρώτη παγίδα είναι να αντιμετωπίζουμε την κατάταξη ως αυτοτελές μέτρο επιτυχίας ή αποτυχίας. Το αν μια χώρα βρίσκεται στην 20ή, την 25η ή την 30ή θέση δεν έχει ιδιαίτερη σημασία χωρίς να εξετάσουμε την πορεία της στον χρόνο, τις κοινωνικές ανισότητες που κρύβονται πίσω από τον μέσο όρο και το ποιοι μαθητές προοδεύουν ή μένουν πίσω.
Η PISA είναι πολύτιμη ακριβώς επειδή επιτρέπει αυτές τις συγκρίσεις. Δείχνει ότι ορισμένα εκπαιδευτικά συστήματα καταφέρνουν να βελτιώνονται, ενώ άλλα παρουσιάζουν σταθερή υποχώρηση. Η διεθνής εμπειρία, επομένως, δεν προσφέρει έτοιμες συνταγές, αλλά μπορεί να αποκαλύψει ότι η εκπαιδευτική παρακμή δεν είναι αναπόφευκτη.
Η μακροχρόνια εικόνα είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η επέκταση της σχολικής φοίτησης αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά επιτεύγματα του 20ού αιώνα. Όμως, σήμερα, όταν η πρόσβαση στην εκπαίδευση έχει γίνει σχεδόν καθολική σε πολλές κοινωνίες, το ερώτημα έχει αλλάξει. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε πόσα χρόνια περνά ένας νέος στο σχολείο.
Πρέπει να γνωρίζουμε τι μαθαίνει κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων.
Από την πρόσβαση στην πραγματική μάθηση
Η καθολική πρόσβαση στο σχολείο δεν συνεπάγεται αυτόματα και δημοκρατικοποίηση της μάθησης, υποστηρίζει σε άρθρο του στο The Conversation ο ερευνητής Claude Diebolt.
Η μεγάλη πρόκληση του 21ου αιώνα είναι να διασφαλιστεί ότι όλοι οι μαθητές αποκτούν ένα βασικό επίπεδο γνώσεων και δεξιοτήτων, ανεξάρτητα από την κοινωνική και οικονομική τους προέλευση.
Αυτό είναι κρίσιμο, επειδή οι εκπαιδευτικές ανισότητες δεν αφορούν μόνο όσους βρίσκονται στις χαμηλότερες επιδόσεις. Όταν ένα σύστημα αδυνατεί να καλλιεργήσει τις δυνατότητες μεγάλου μέρους του μαθητικού πληθυσμού, χάνει ταυτόχρονα ένα σημαντικό κομμάτι του ανθρώπινου κεφαλαίου του.
Οι διεθνείς συγκρίσεις δείχνουν ότι υπάρχουν χώρες που κατάφεραν, σε συγκεκριμένες περιόδους, να βελτιώσουν ταυτόχρονα τις επιδόσεις και να περιορίσουν τις ανισότητες. Η Αγγλία, η Πολωνία και η Πορτογαλία αποτελούν παραδείγματα χωρών που παρουσίασαν σημαντική πρόοδο σε προηγούμενους κύκλους της PISA. Αυτό αποδεικνύει ότι οι εκπαιδευτικές πολιτικές μπορούν να αλλάξουν την πορεία των αποτελεσμάτων.
Δεν αρκεί να δαπανούμε περισσότερα
Ένα συνηθισμένο επιχείρημα απέναντι στις χαμηλές επιδόσεις είναι ότι απαιτούνται περισσότερα χρήματα. Οι πόροι ασφαλώς έχουν σημασία: ο αριθμός των μαθητών ανά εκπαιδευτικό, οι συνθήκες εργασίας, η ποιότητα των υποδομών και η δυνατότητα προσέλκυσης ικανών εκπαιδευτικών επηρεάζουν τη λειτουργία ενός συστήματος.
Ωστόσο, η αύξηση των δαπανών από μόνη της δεν εγγυάται καλύτερη μάθηση. Το κρίσιμο ζήτημα είναι πώς μετατρέπονται οι πόροι σε εκπαιδευτικό αποτέλεσμα. Ανάμεσα στα χρήματα που δαπανώνται και στις γνώσεις που τελικά αποκτά ένας μαθητής παρεμβάλλεται ένα ολόκληρο οικοσύστημα: εκπαιδευτικοί, σχολεία, προγράμματα σπουδών, διδακτικές μέθοδοι, οικογένειες, αξιολόγηση και χρόνος.
Γι’ αυτό και η εκπαιδευτική πολιτική χρειάζεται κάτι περισσότερο από συνεχείς μεταρρυθμίσεις. Χρειάζεται τη δυνατότητα να αξιολογεί τι λειτουργεί, να διορθώνει ό,τι αποτυγχάνει και να εγκαταλείπει πρακτικές που δεν αποδίδουν. Με άλλα λόγια, τα ίδια τα εκπαιδευτικά συστήματα πρέπει να αποκτήσουν την ικανότητα να μαθαίνουν από την εμπειρία τους.
Η ψυχολογία του μαθητή μετράει
Η μάθηση, όμως, δεν είναι μόνο ζήτημα θεσμών και εκπαιδευτικών πολιτικών. Τα αποτελέσματα της PISA αναδεικνύουν όλο και περισσότερο τη σημασία των κοινωνικοσυναισθηματικών δεξιοτήτων.
Η αυτοπεποίθηση, η επιμονή, η περιέργεια, η δημιουργικότητα, η ικανότητα συνεργασίας και η πίστη ότι κάποιος μπορεί να βελτιωθεί συνδέονται με την εκπαιδευτική πορεία. Το ίδιο ισχύει και για το άγχος. Ιδιαίτερα στα μαθηματικά, η σχέση ανάμεσα στο άγχος και τις επιδόσεις είναι σημαντική.
Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει μία μοναδική «μαγική» δεξιότητα που μπορεί να λύσει τα προβλήματα ενός εκπαιδευτικού συστήματος. Οι ίδιες κοινωνικοσυναισθηματικές δεξιότητες μπορεί να έχουν διαφορετική επίδραση από χώρα σε χώρα, ανάλογα με το κοινωνικό περιβάλλον και το κλίμα μέσα στην τάξη.
Επομένως, η ποιότητα της σχέσης μαθητή και εκπαιδευτικού αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η εξατομικευμένη ανατροφοδότηση, η ενθάρρυνση και ένα ασφαλές μαθησιακό περιβάλλον μπορούν να επηρεάσουν ιδιαίτερα τους μαθητές που δυσκολεύονται περισσότερο.
Η νέα πρόκληση της τεχνητής νοημοσύνης
Όλα αυτά αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Ένας μαθητής μπορεί πλέον μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να πάρει μια περίληψη, μια μετάφραση, μια εξήγηση ή ακόμη και τη λύση μιας άσκησης.
Αυτό όμως δεν καθιστά τη βασική γνώση λιγότερο σημαντική. Αντίθετα, σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία είναι άφθονη, η ικανότητα αξιολόγησης της πληροφορίας γίνεται ακόμη πιο πολύτιμη. Η σύγκριση διαφορετικών πηγών, η ερμηνεία δεδομένων και η κριτική σκέψη αποκτούν κεντρικό ρόλο.
Το ανθρώπινο κεφάλαιο του 21ου αιώνα, επομένως, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένα απόθεμα γνώσεων που αποκτάται μία φορά. Πρέπει να περιλαμβάνει και την ικανότητα να μαθαίνουμε πώς να μαθαίνουμε: να αναθεωρούμε τις γνώσεις μας, να αποκτούμε νέες δεξιότητες και να προσαρμοζόμαστε στις αλλαγές.
Μέτρο για να κατανοήσουμε, όχι για να κατατάξουμε
Πρέπει, ωστόσο, να διατηρηθεί μια βασική επιφύλαξη: οι εξετάσεις δεν είναι εκπαίδευση, και η PISA δεν είναι σχολείο. Κανένας δείκτης δεν μπορεί να αποτυπώσει όλα όσα μαθαίνει ένα παιδί καθώς μεγαλώνει. Τα δεδομένα μπορούν να ενημερώσουν τις αποφάσεις μας· δεν μπορούν όμως να αποφασίσουν για εμάς τι επιθυμούμε να μεταδώσουμε ή τι επιθυμούμε συλλογικά να γίνουμε.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο τα τελευταία ευρήματα της PISA πιθανώς δεν θα πρέπει να ερμηνευθούν ως ενδείξεις αναπόφευκτης παρακμής. Ορισμένες μαθησιακές διαδρομές παρουσιάζουν βελτίωση.
Φυσικά, δεν υπάρχει ένα μοναδικό μοντέλο που να μπορεί απλά να αναπαραχθεί. Η ιστορία δεν παρέχει ποτέ έτοιμες συνταγές· μερικές φορές προσφέρει δυνατότητες. Η PISA, επομένως, μας καλεί, ίσως, να θέσουμε τα ερωτήματά μας για την εκπαίδευση με μια ελαφρώς διαφορετική σειρά.
Ρωτάμε πόσα ξοδεύουμε, πόσοι μαθητές πετυχαίνουν, ποιες χώρες προχωρούν μπροστά και ποιες μένουν πίσω. Όλα αυτά τα ερωτήματα είναι εύλογα. Αλλά ίσως έρχονται μετά από ένα άλλο: τι καταφέρνει πραγματικά να μετασχηματίσει ένα εκπαιδευτικό σύστημα;
Τον χρόνο σε μάθηση, τη γνώση σε δεξιότητες, τις δεξιότητες στην ικανότητα προσαρμογής και, ίσως, αυτές τις ατομικές ικανότητες σε συλλογικές δυνατότητες. Αυτό είναι που πρέπει να επιδιώξουμε να μετρήσουμε, αντί να περιορίζουμε την εκπαίδευση σε μια χούφτα αριθμούς, προκειμένου να διακρίνουμε, στο μέτρο του δυνατού, την ψευδαίσθηση της προόδου από την πραγματικότητα της προόδου.



















