Πρότειναν απαγόρευση εξόδου αντί για απαλλαγή

Έσπευσαν να βγάλουν την είδηση για την απαγόρευση εξόδου στον Βαγγέλη Μαρινάκη τα γνωστά μέσα «διατεταγμένης υπηρεσίας». Όμως το πρόβλημα είναι ότι εξακολουθούμε να βλέπουμε την υποκατάσταση της δικαιοσύνης από την προσπάθεια με κάθε τρόπο να συντηρείται το αφήγημα περί του «υπόδικου ιδιοκτήτη», σε μια διαδικασία όπου κανόνες δικαίου παραβιάζονται και το μεγαλύτερο θύμα είναι η ίδια η δικαιοσύνη.

Πρότειναν απαγόρευση εξόδου αντί για απαλλαγή | to10.gr

Είναι σαφές ότι υπάρχουν ορισμένα συγκεκριμένα κέντρα μέσα στην κυβέρνηση που έχουν αποφασίσει ότι θα πάνε μέχρι τέλος με το αφήγημα περί του «υπόδικου Μαρινάκη», θεωρώντας ότι με αυτό τον τρόπο στριμώχνουν την αντιπολίτευση και προσφέρουν στο ακροατήριό τους την αίσθηση ότι πολεμούν τους «ολιγάρχες».

Μόνο που για να το κάνουν αυτό κυριολεκτικά δεν ορρωδούν προ ουδενός. Είναι, δηλαδή, διατεθειμένοι να εξαντλήσουν κάθε δυνατότητα να συντηρούν το θέμα, να αξιοποιούν νομικές δυνατότητες, να προσφέρουν «συνταρακτικές ειδήσεις» ακόμη και εάν ξέρουν ότι στο τέλος η υπόθεση θα καταρρεύσει και θα έρθει πανηγυρική δικαίωση, όπως ακριβώς έγινε στον Άρειο Πάγο με τη διαβόητη «εγκληματική οργάνωση στο ποδόσφαιρο».

Η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα που προτείνεται από τη μεριά της Εισαγγελέως Τζίβα, που μένει να επικυρωθεί ή όχι από το δικαστικό συμβούλιο του Πειραιά, προφανώς και θα αξιοποιηθεί σε αυτή την κατεύθυνση. Μικρή σημασία έχει ότι πρόσωπα με δημόσια παρουσία είναι εξ ορισμού μη ύποπτα φυγής εφόσον αυτό θα ήταν έμμεση παραδοχή ενοχής. Το βασικό είναι ότι συντηρείται η αίσθηση ότι για να είναι υπόδικος κάτι έχει κάνει.

Όμως, το χειρότερο είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν την ώρα που έρχονται στο προσκήνιο στοιχεία που αποδεικνύουν ακριβώς ότι έχουμε να κάνουμε με μεθόδευση και σκευωρία με αντικείμενο κατηγορίες για τις οποίες στην πραγματικότητα ο Βαγγέλης Μαρινάκης έχει απαλλαγή.

Για παράδειγμα αποκαλύφθηκε ότι για κατ’ επανάληψη η κ. Τζίβα προσδιόρισε στις παραγγελίες της ότι διερευνά άλλες κατηγορίες (λαθρεμπορία, φοροδιαφυγή κ.λπ.) και όχι αγορά, μεταφορά, αποθήκευση και διακίνηση ναρκωτικών. Τελικά, ασκεί δίωξη για ναρκωτικά χωρίς να έχουν υπάρξει νέα στοιχεία. Σε ποιο βαθμό αποτελεί προσπάθεια για απονομή δικαιοσύνης και διαλεύκανση μια υπόθεση για έρευνα που άλλα αδικήματα υποτίθεται ότι ερευνούσε και σε άλλα καταλήγει, με τα τελικά να έχουν πολύ μεγαλύτερη απαξία;

Έπειτα σε ποια αντίληψη δικαιοσύνης εντάσσεται, το γεγονός ότι υπήρχε άρνηση ενημέρωσης για το ποιες είναι κατηγορίες για τις οποίες γινόταν προκαταρκτική διερεύνηση. Για την ακρίβεια είχαμε το παράδοξο για άλλες κατηγορίες να δίνουν εξηγήσεις όσοι κλήθηκαν και για άλλες να βρίσκονται κατηγορούμενοι. Εντάσσεται ή δεν εντάσσεται αυτό σε μια προσπάθεια με κάθε τρόπο να υπάρξει δίωξη ακόμη και εάν δεν υπήρχαν πραγματικά «αποχρώσες ενδείξεις»;

Και πάνω από όλα, το οποίο είναι το πιο κομβικό. Για τα ναρκωτικά γίνεται όλο αυτό το διάστημα έρευνα. Την έκανε η αρμόδια να διενεργήσει κυρία ανάκριση τακτική ανακρίτρια Πειραιά, που έχει στρέψει την προσοχή της στο βασικό που είναι οι χρηματοδότες για τους οποίους έχει βγάλει εντάλματα σύλληψης. Η κ. Τζίβα γνώριζε ότι η δικονομία δεν επιτρέπει κανονικά να γίνεται ταυτόχρονα κύρια ανάκριση και προκαταρκτική εξέταση για την ίδια υπόθεση. Όπως και γνώριζε καλά ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιά, με αμετάκλητο βούλευμα είχε κρίνει ρητά και κατηγορηματικά ότι δεν διενεργεί προκαταρκτική εξέταση για ναρκωτικά αλλά για λαθρεμπόριο κ.λπ. Δηλαδή, η κ. Τζίβα κανονικά και με βάση τη δικονομία δεν έπρεπε να κάνει έρευνα για τα ναρκωτικά. Τι σημαίνει ότι παρ’ όλα αυτά άσκησε ποινική δίωξη, έβγαλε διάταξη απαγόρευσης εξόδου κ.λπ.;

Τι σημαίνει το γεγονός ότι από 12/07/2017 η υπόθεση για λαθρεμπόριο καυσίμων είχε μπει στο αρχείο και είχε κριθεί νομικά αβάσιμη η κατηγορία; Μήπως ότι στην πραγματικότητα η συνέχιση μιας έρευνας υποτίθεται για αυτό το ζήτημα ήταν απλώς και μόνο ένας χειρισμός μόνο και μόνο για να πάμε με αυτή τη μεθόδευση, δηλαδή με πρόσκληση εξηγήσεων για άλλο θέμα από αυτό για το οποίο θα κατηγορούνταν τελικά; Για να το πούμε απλά: τα όσα έχουν έρθει στη δημοσιότητα δείχνουν ότι η κ. Τζίβα συνέχισε μια έρευνα για ναρκωτικά ενώ κανονικά δεν είχε αρμοδιότητα, καλώντας κατηγορούμενους να δώσουν εξηγήσεις γύρω από κατηγορίες που κανονικά είχαν μπει στο αρχείο και που δεν ήταν οι κατηγορίες για τις οποίες άσκησε τελικά διώξεις. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ορθή απονομή δικαιοσύνης;

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιά καλείται να κρίνει επί της διάταξης απαγόρευσης εξόδου. Καλείται να αποφασίσει απαγόρευση εξόδου αντί για το ουσιώδες που θα ήταν η απαλλαγή από αβάσιμες κατηγορίες. Έχει, όμως, τη δυνατότητα να βάλει έναν πρώτο φραγμό στον κατήφορο.

Υπάρχει ανάγκη να μπει ένας φραγμός στον εξευτελισμό της δικαιοσύνης. Δεν είναι τυχαίο ότι δικαστικοί κύκλοι από καιρό έχουν κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για αυτές τις μεθοδεύσεις, επισημαίνοντας τα προβλήματα και υπογραμμίζοντας ότι οι εισαγγελικοί λειτουργοί δεν μπορούν να γίνονται αρνητικοί πρωταγωνιστές σε υποθέσεις που κλονίζουν το κύρος της δικαιοσύνης.

Η κ. Τζίβα σε αυτή την υπόθεση έδειξε τη διάθεση πάση θυσία να υποστηρίξει ένα προκατασκευασμένο αφήγημα. Σε αυτό διευκόλυνε η φιλία της με τη σύντροφο του υπουργού Δικαιοσύνης του κ. Κοντονή και η ιδιαίτερη σχέση που έχει αναπτύξει με τον βασικό ανακριτικό υπάλληλο αυτής της υπόθεσης, τον αξιωματικό του λιμενικού σώματος Παναγιώτη Χριστοφορίδη. Ο τελευταίος έδειξε να έχει ιδιαίτερη σχέση και με τον κ. Καμμένο. Όλοι ακροβατώντας σε μια πολύ λεπτή γραμμή που ξεπερνούσε τα όρια του νόμιμου κατεύθυναν την ανακρίτρια. Οι συνομιλίες και τα ρεπορτάζ που έχουν δημοσιευτεί το αποδεικνύουν.