
Η τρομερή ζωή της Μαίρης Χρονοπούλου και η πορεία που την συνόδευσε.
Η Μαίρη Χρονοπούλου υπήρξε, χωρίς αμφιβολία, μία από τις πιο εμβληματικές και επιβλητικές φυσιογνωμίες που πέρασαν ποτέ από τη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου. Μακριά από το στερεότυπο του «παιδιού του λαού», καθιερώθηκε ως μια λαμπερή σταρ με εκρηκτικό ταμπεραμέντο και αριστοκρατικό αέρα.
Η πορεία της σημαδεύτηκε από τεράστιες καλλιτεχνικές επιτυχίες, θυελλώδεις έρωτες, αλλά και μια προσωπική ζωή γεμάτη ανατροπές που θύμιζε δραματική ταινία. Η ίδια, εξάλλου, συνήθιζε να λέει πως η ζωή της ήταν ένα «θρίλερ», και όσοι τη γνώρισαν συμφωνούσαν πως τη χαρακτήριζαν το πάθος, η ένταση και μια σπάνια, αξιοθαύμαστη αντοχή στα χτυπήματα της μοίρας.
Μεγαλώνοντας στο «Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα»
Η Μαίρη Χρονοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου 1933 και μεγάλωσε στους αστικούς κύκλους του Κολωνακίου. Παρά το καλλιεργημένο περιβάλλον, η καθημερινότητά της ήταν ιδιαίτερα αυστηρή. Η ίδια, επιστρατεύοντας το χαρακτηριστικό της χιούμορ, παρομοίαζε το σπίτι της –το οποίο ήταν γεμάτο γυναίκες– με το «σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα».
Οι περιορισμοί της μητέρας της την έπνιγαν, ενώ σε συνέντευξή της στην Έλενα Κατρίτση είχε εξομολογηθεί πως θεωρούσε τη μητέρα της υπεύθυνη για τη φυγή του πατέρα της, όταν εκείνη ήταν μόλις 8 ετών. Ο χαμός του πατέρα της, χρόνια αργότερα, τη συνέτριψε. Όπως είχε αποκαλύψει, την ημέρα που έμαθε για τον θάνατό του, έπρεπε να παίξει στο μιούζικαλ «Το κοροϊδάκι της πριγκηπέσσας» δίπλα στον Σταύρο Παράβα:
«Δεν πήγα με μαύρα. Πήγα με κόκκινο πουκάμισο και τζιν. Δεν έκλαιγα, αλλά όταν βγήκα στη σκηνή, ενώ χόρευα και τραγουδούσα, τα δάκρυά μου έπεφταν σαν βροχή και μούσκευαν το σανίδι».
Από το μπαλέτο στην αγκαλιά του Εθνικού Θέατρου
Αν και το μεγάλο της όνειρο από μικρή ηλικία ήταν να γίνει μπαλαρίνα, μια τυχαία αγγελία έμελλε να αλλάξει την πορεία της για πάντα. Ο σπουδαίος σκηνοθέτης Δημήτρης Ροντήρης αναζητούσε ψηλές κοπέλες για τον Χορό των αρχαίων τραγωδιών, και η νεαρή Μαίρη αποφάσισε να δηλώσει συμμετοχή.
Η κίνηση αυτή την οδήγησε κατευθείαν στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Από τα πρώτα της κιόλας βήματα ως φοιτήτρια, βρέθηκε να παίζει στο πλάι ιερών τεράτων της υποκριτικής, όπως η Κατίνα Παξινού και ο Αλέξης Μινωτής. Πολύ γρήγορα κατάφερε να ξεχωρίσει από τους συnodeικότερούς της, χάρη στην επιβλητική της ομορφιά, τη χαρακτηριστική βαθιά της φωνή και μια καθηλωτική εσωτερική ένταση που μαγνήτιζε το κοινό.
Η “χρυσή δεκαετία” στον κινηματογράφο
Η καριέρα της ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1950, όμως η καθιέρωση ήρθε τη δεκαετία του 1960. Στην εποχή όπου ο ελληνικός κινηματογράφος γνώριζε πρωτοφανή άνθηση, η Χρονοπούλου έγινε ένα από τα μεγαλύτερα αστέρια. Δεν είχε την εύθραυστη γοητεία άλλων πρωταγωνιστριών, εξέπεμπε δυναμισμό, ανεξαρτησία και αισθησιασμό. Η Μαίρη Χρονοπούλου υπήρξε μία από τις ηθοποιούς που έγραψαν την ιστορία της λεγόμενης χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου.
Λαμπερή πρωταγωνίστρια με το δικό της ξεχωριστό στιλ, σπουδαία καριέρα και έντονη προσωπική ζωή. Διακρίθηκε τόσο σε δραματικούς ρόλους όσο και στο μιούζικαλ, που είχε καθιερώσει ο Γιάννης Δαλιανίδης. Είναι όμως και η μόνη σταρ του εμπορικού κινηματογράφου που έκανε καριέρα και στον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο.
Πρωταγωνίστησε σε δύο ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου(«Οι Κυνηγοί», «Ταξίδι στα Κύθηρα»), ενώ βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για την ερμηνεία της στην ταινία του Κώστα Βρεττάκου «Τα παιδιά της Χελιδόνας». Δες βίντεο από “Τα παιδιά της Χελιδόνας”:
Το 1953 πήρε το βάπτισμα του πυρός και στον κινηματογράφο, ερμηνεύοντας ένα μικρό ρόλο στην ταινία του Ντίνου Δημόπουλου «Χαρούμενο Ξεκίνημα». Στην ίδια ταινία εμφανιζόταν και η Μάρω Κοντού, που ξεκινούσε και η ίδια τη μεγάλη της καριέρα στον κινηματογράφο και το θέατρο. Από το 1957 άρχισε να εργάζεται στο ελεύθερο θέατρο, αρχικά με τα έργα των Σακελλάριου – Γιαννακόπουλου «Η Κυρία» και το «Ρομάντζο μιας καμαριέρας».
Ξεχωρίζουν οι ερμηνείες της στις ταινίες «Κόκκινα Φανάρια» (1963) και «Το αίμα βάφτηκε κόκκινο» (1966) του Βασίλη Γεωργιάδη, «Χωρίς Ταυτότητα» (1963) και «Πολύ Αργά για Δάκρυα» (1968) του Γιάννη Δαλιανίδη, «Οι Αδίστακτοι» του Ντίνου Κατσουρίδη (1965), «Κοινωνία Ώρα Μηδέν» του Ντίνου Δημόπουλου (1966), «Η Ζούγκλα των Πόλεων» (1970) του Σταύρου Τσιώλη, «Η Λεωφόρος του Μίσους» (1968) και «Ορατότης Μηδέν» (1970) του Νίκου Φώσκολου (1970). Δύο από τις ταινίες στις οποίες πρωταγωνίστησε («Κόκκινα Φανάρια», «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο») ήταν υποψήφιες για το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας. Δες βίντεο από την ταινία “Το αίμα βάφτηκε κόκκινο”:
Εκτός από τους δραματικούς ρόλους της, η Μαίρη Χρονοπούλου, ξεχώρισε με την παρουσία και τις ερμηνείες της σε τρία μιούζικαλ του μετρ του είδους Γιάννη Δαλιανίδη, παραγωγής Φίνος Φιλμ: «Οι Θαλασσιές οι Χάντρες» (1967), όπου ερμήνευσε το τραγούδι «Έκλαψα χτες», «Μια Κυρία στα Μπουζούκια» (1968), όπου τραγούδησε τις μεγάλες επιτυχίες «Είμαι Γυναίκα του Γλεντιού» και «Του Αγοριού Απέναντι», και «Γοργόνες και Μάγκες» (1968), το Ορατότης Μηδέν και το “Οι Κυνηγοί”. Ήταν από τις λίγες εμπορικές σταρ που κατάφεραν να περάσουν με επιτυχία και στον ποιοτικό, καλλιτεχνικό κινηματογράφο.
Η τεράστια διαδρομή της Μαίρης Χρονοπούλου ξεκίνησε παράδοξα. Ντρεπόταν να βγει στη σκηνή. Πρωτάρα τότε. Στην πρεμιέρα όμως βγήκε τελικά με φόρα χάρη σε μία κλωτσιά του Αλέκου Σακελλάριου, που την προσγείωσε απότομα στον καναπέ της σκηνής. Στην ταινία “Ορατότης μηδέν” το budget δεν έφτανε για κομπάρσους. Κι έτσι στη σκηνή της κηδείας ο Νίκος Φώσκολος έστειλε την Μαίρη σε μία πραγματική κηδεία! Άρχισε να κλαίει. Άναυδη η γυναίκα του αποθανόντος την ρώτησε: «Ήξερες τον Παντελή;». «Τον Παντελή δεν ήξερα;» απάντησε η Μαίρη που έκλαιγε απαρηγόρητη πάνω από το ξένο φέρετρο όσο οι κάμερες τραβούσαν. Δες το βίντεο από την ταινία “Ορατότης μηδέν”:
Το επικό τσιφτετέλι
Στην ταινία “Μια κυρία στα μπουζούκια”, η Μαίρη Χρονοπούλου χορεύει τσιφτετέλι “Είμαι γυναίκα του γλεντιού”, και σαγηνεύει. Η σκηνή που έμεινε στην ιστορία του κινηματογράφου και την καθιέρωσε κρύβει πίσω της μια μεγάλη ιστορία. Η Μαρία από το Κολωνάκι με τα ιδιωτικά σχολεία τα γαλλικά και το πιάνο δεν ήθελε να χορέψει. Φοβόταν την συντηρητική μητέρα της, που περίμενε να την δει πρίμα μπαλαρίνα. Ο αυστηρός Δαλιανίδης όμως… αγύριστο κεφάλι. Η Μαρία, που είχε γίνει Μαίρη πια, φορώντας ένα εντυπωσιακό πράσινο φόρεμα προσπαθούσε να τον μεταπείσει. Ανένδοτος… Τότε εκείνη γέμισε ένα ποτήρι κονιάκ, το ήπιε με μιας, χόρεψε και έγραψε ιστορία.
Όπως είχε δηλώσει σε μια συνέντευξή της τον Απρίλιο του 2021: «Το τσιφτετέλι που έπρεπε να χορέψω με το τραγούδι “Είμαι γυναίκα του γλεντιού” μου φάνηκε εξωπραγματικό με τις αστικές καταβολές που είχα. Πήρα ένα μπουκάλι πορτοκαλάδα της έβαλα μέσα κονιάκ χύμα από το μπαρ και το κατέβασα. Έγινα ντίρλα, έτσι βγήκε η σκηνή. Στο τρίτο μιούζικαλ λύθηκα εγώ, στο “Γοργόνες και Μάγκες”, εκεί ναι μου άρεσα. Δεν πίστευα ότι είχα κανένα τεράστιο ταλέντο ως ηθοποιός, passable.
Δεν έχω τη στόφα της σταρ, το ιδεώδες του Ρωμιού. Αυτό που άλλαξε την καριέρα μου ήταν το “Μία κυρία στα μπουζούκια”. Η απήχηση που είχε το κομμάτι “Του αγοριού απέναντι” δεν έχει ξαναγίνει, εμβληματικό άσμα. Είχα αυτοσχεδιάσει εκείνη την ώρα, δεν ήταν τίποτα χορογραφημένο. Ο τύπος αυτής της γυναίκας με σημάδεψε, ενώ δεν είμαι έτσι σαν γυναίκα. Απλώς είχα τους γενετικούς αδένες και την προσωπικότητα να επιβάλλω αυτό τον τύπο. Εγώ ήμουν τελείως άλλος άνθρωπος. Απολύτως πιο ευάλωτη και απολύτως πιο συναισθηματική. Είχα ανάγκη από το άγγιγμα της ψυχής και το άγγιγμα της καρδιάς, αλλά δεν το έδειχνα το κράταγα για μένα». Δες βίντεο από το θρυλικό τσιφτετέλι της ταινίας:
Η βαριά, βραχνή φωνή της Μαίρης Χρονοπούλου όμως έγινε σήμα κατατεθέν σε πολλές ταινίες. Το τραγούδι “Έκλαψα Χθες”, σε μουσική του Μίμη Πλέσσα, παραμένει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τραγούδια του ελληνικού κινηματογράφου. Η φωνή της δεν ήταν τεχνικά αψεγάδιαστη, όμως μετέφερε συγκίνηση, δύναμη και αυθεντικότητα. Δες βίντεο από την ταινία “Γοργόνες και Μάγκες”:
Ο Μίμης Πλέσσας
Για τη σχέση της με τους άντρες, η Μαίρη Χρονοπούλου, που όπως υποστήριζε δεν υπήρξε ποτέ «μία γυναίκα του γλεντιού, αλλά μία απλή αστή», είχε πει: «Οι άνδρες αντιδρούσαν άσχημα απέναντί μου. Δεν το συγχωρούν οι μάγκες εύκολα το να είσαι σε ένα επάγγελμα προβολής. Εγώ κανονική γυναίκα ήμουνα, αλλά δεν το καταλάβαιναν. Όταν η γυναίκα είναι πιο προβεβλημένη από έναν άντρα το πληρώνει. Με ζήλευαν πολύ, λες και ήμουν η Λουκρητία Βοργία, ενώ ήμουν απόλυτα πιστή.
Έφαγα πολλά χρόνια με κάθε άντρα και μου έχουν επισυνάψει 500 σχέσεις, που δεν υπήρξαν. Έμεινα 7 χρόνια μόνη μου, από τα 35 μέχρι τα 42, εποχή που ήμουν στα ντουζένια μου. Είχα πάθει σοκ από προηγούμενη σχέση και δεν ήθελα να συνυπάρχω με κανέναν. Δεν άντεχα στην ιδέα ότι θα με ακουμπήσει έστω και στα ακροδάχτυλα μου ένας άντρας». Από την προσωπική της ζωή δεν έλειψαν οι θυελλώδεις δεσμοί. Πρώτος έρωτάς της ο Μίμης Πλέσσας, τραγούδια του οποίου ερμήνευσε με τεράστια επιτυχία, όταν τον γνώρισε σε ηλικία 16 ετών.
«Τον ερωτεύτηκα βιαίως. Αυτός ήταν 20, μόλις είχε γυρίσει από την Αμερική με το master της χημείας, θεός για μένα. Μισώ τον αθλητισμό αλλά πήγα για μπάσκετ αφού η αδελφή του Μίμη ήταν η αρχηγός της ομάδας. Το έχουμε αποκαλύψει τόσες φορές που όλες του οι σύζυγοι λένε «για όνομα του θεού βαρεθήκαμε να το ακούμε». Είχα πάει και στον πρώτο του γάμο, φόρεσα μαύρο ταγέρ και γόβες και πήγα», είχε εξομολογηθεί η ίδια σε συνέντευξή της.
Η σχέση της με τον Μίμη Πλέσσα ήταν πλατωνική, στην συνέχεια όμως δεν έλειψαν οι θυελλώδεις δεσμοί, όπως αυτοί με τον Κώστα Πρέκα, τον Ανδρέα Μπάρκουλη με τον οποίο είχε αρραβωνιαστεί και τον Νίκο Σταγόπουλο.
Ο αρραβώνας με τον Ανδρέα Μπάρκουλη
Ένας από τους σημαντικότερους σταθμούς στην προσωπική της ζωή ήταν η σχέση της με τον Ανδρέα Μπάρκουλη. Όπως είχε αποκαλύψει, είχαν αρραβωνιαστεί επίσημα «με παπά και με κουμπάρο». Η σχέση τους ήταν παθιασμένη αλλά και θυελλώδης. Δύο ισχυρές προσωπικότητες δυσκολεύτηκαν να συνυπάρξουν μακροπρόθεσμα, και τελικά ο γάμος δεν πραγματοποιήθηκε. Παρ’ όλα αυτά, ο Μπάρκουλης παρέμεινε ένας από τους μεγάλους έρωτες της ζωής της.
Ο γάμος που κράτησε τρεις ημέρες
Η Μαίρη Χρονοπούλου παντρεύτηκε τον Αύγουστο του 1975 τον τότε δήμαρχο Σπάτων και αργότερα βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Δήμο Μπότσαρη, ένας γάμος που κατέληξε σύντομα σε διαζύγιο. Η ίδια αντιμετώπιζε αυτό το γεγονός με χιούμορ, θεωρώντας το χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανήσυχης φύσης της. Δεν ήταν γυναίκα που μπορούσε να εγκλωβιστεί εύκολα σε συμβατικές δομές. Η τελετή έγινε στη Μητρόπολη και είχε μαζευτεί πλήθος κόσμου σε τέτοιο βαθμό, που δεν μπορούσε να προσεγγίσει την εκκλησία.
Χρειάστηκε η παρέμβαση της αστυνομίας για να φτάσει στον ναό με αρκετή καθυστέρηση και ένα σπασμένο παρμπρίζ από τους αμέτρητους θαυμαστές της, που ήθελαν να τη δουν από κοντά. 3 μέρες κράτησε αυτός ο δυστυχισμένος γάμος, όπως έλεγε η ίδια, γεγονός που την οδήγησε να φύγει στη Θεσσαλονίκη, αναζητώντας δουλειά στο ΚΘΒΕ. Τελικά αυτός ο κύκλος έκλεισε μετά από δύο χρόνια με ένα βελούδινο διαζύγιο.
Ο τελευταίος σύντροφος της ζωής της ήταν ο Νίκος Σταγόπουλος, με τον οποίο γνωρίστηκαν στο θέατρο Πανελλήνιο. Μαζί μοιράστηκαν δέκα χρόνια κοινής συνύπαρξης και υπήρξαν ένα από τα πιο αγαπημένα ζευγάρια της δεκαετίας του ‘90 παρά τη διαφορά ηλικίας τους. Γι’ αυτό και μετά από τον χωρισμό τους, οι δυο τους μέχρι το τέλος της ζωής της, παρέμειναν καλοί φίλοι. Δεν έκανε παιδιά, γιατί όπως είχε εξομολογηθεί, δεν πίστευε πως κανείς από τους συντρόφους της θα γινόταν καλός πατέρας. Δώρισε όμως όλη την περιουσία της, καθώς και το υπέροχο σπίτι της στην Παιανία, στο «Χαμόγελο του παιδιού».
Η φιλία και η κουμπαριά με τον Νίκο Κούρκουλο
Ιδιαίτερη θέση στη ζωή της είχε ο Νίκος Κούρκουλος. Η σχέση τους βασίστηκε σε βαθιά φιλία, αμοιβαίο σεβασμό και προστατευτικότητα. Η ίδια αποκάλυψε ότι ο Κούρκουλος τη στήριξε σε δύσκολες στιγμές, ακόμη και όταν αντιμετώπισε κακοποίηση από σύντροφό της. Αυτή η αφοσίωση αποδεικνύει πόσο στενοί ήταν οι δεσμοί τους. Ο Νίκος Κούρκουλος ήταν ο αδερφός που δεν είχε, ο προστάτης της. Όταν η Μαίρη πληγωνόταν, ο Νίκος καθάριζε. Λένε πως μία φορά βρήκε τον φίλο της με τον οποίο είχε τσακωθεί η ίδια και τον έκανε «ασήκωτο» από το ξύλο. Δύο μέρες μετά τους είδε ξανά μαζί. «Τι θα γίνει ρε Μαίρη; Εγώ θα τους δέρνω κι εσύ θα ξαναγυρνάς;» την ρώτησε.
Το σοβαρό τροχαίο
Μια γυναίκα υπερκινητική και τόσο δραστήρια όπως η Μαίρη Χρονοπούλου, πέρασε δύσκολα μια περίοδο της ζωής της που αναγκάστηκε να μείνει καθηλωμένη στο κρεβάτι και στην συνέχεια σε αναπηρικό καρότσι. Τον Αύγουστο του 1999 η Μαίρη Χρονοπούλου, έπαθε ένα σοβαρό ατύχημα με το αυτοκίνητό της, που την έχει αναγκάσει να βρίσκεται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και η ζωή της άλλαξε δραματικά. Υπέστη πολλαπλά κατάγματα και πέρασε μακρά περίοδο αποκατάστασης.
Οι επιπτώσεις στην υγεία της ήταν μόνιμες. Για χρόνια αντιμετώπιζε κινητικά προβλήματα και περιορισμούς, όμως δεν έχασε ποτέ το πνεύμα και το χιούμορ της. Η ίδια ανέφερε επίσης πως πέρασε μετά από αυτό, μια δύσκολη περίοδο τουλάχιστον 20 χρόνων. «Ήμουν παράλυτη, παχύσαρκη 120 και βάλε κιλά. Υπήρξα ένα τέρας. Είχα μεταμορφωθεί σε ένα τέρας. Ένα τέρας που πήρε το θάρρος και έβγαλε τη φωτογραφία του στην τηλεόραση. Ένα τέρας, γουρούνι παχύσαρκο και με σήκωναν για να καθίσω ακόμη και στο καροτσάκι. Μετά από αυτό κάηκα, αλλά ευτυχώς βρήκα τον άνθρωπο που με έκανε να σταθώ ξανά στα πόδια μου. Περπατάω, αλλά δεν μπορώ ακόμη να κάνω μεγάλη απόσταση, πιστεύω ότι του χρόνου θα κάνω κατοστάρι».
Με πείσμα κατάφερε να ανακτήσει σημαντικό μέρος της αυτονομίας της. Η δημόσια εικόνα της παρέμεινε πάντα επιβλητική, ακόμη και όταν η καθημερινότητά της ήταν δύσκολη. «Έξι φορές πήγα να φύγω από τη ζωή. Μετά το τροχαίο σταμάτησα το θέατρο, έκανα μία αποτυχημένη εγχείρηση στη σπονδυλική στήλη. Μετά το ατύχημα με πήγαν στο νοσοκομείο με ανακοπή. Εννέα μήνες με κράταγαν σε μηχανήματα. Μετά κάηκα. Και μετά ήμουν σε σοβαρό κώμα. Δεν το πιστεύω πως συνήλθα. Πήγα πολλές φορές στο θάνατο και γύρισα. Ένας φίλος μου μου είπε ότι ο δημιουργός με άφησε να ζήσω για κάποιο λόγο.. Δεν ξέρω ποιος είναι ακόμα το ψάχνω», είχε δηλώσει το 2021.
Η αποτέφρωση
Ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία παρέμεινε πνευματώδης, οξυδερκής και αφοπλιστικά ειλικρινής. Οι συνεντεύξεις της έδειχναν μια γυναίκα που δεν ωραιοποιούσε τίποτα. Μιλούσε για τον θάνατο χωρίς φόβο, για τους έρωτες χωρίς νοσταλγική υπερβολή και για τα λάθη της χωρίς άμυνες. «Πιστεύω αιρετικά. Εμένα δεν θα με πάνε στην εκκλησία να ακούσω εκείνες τις φρικτές λέξεις. Ο δικός μου πνευματικός θα πει τις προσευχές που λέω κάθε βράδυ κι όσα έχω διαλέξει και μετά θα με κάψουν. Θέλω να πιστεύω ότι θα έχω την πιο πλούσια κηδεία του κόσμου» ανέφερε.
Προσέθεσε επίσης ότι ζήτησε από την αγαπημένη της φίλη Ευανθία Ρεμπούτσικα μία χάρη: «Να μου γράψει ένα μικρό ρέκβιεμ μουσικό. Θα έρθει στην Ριτσώνα και με το υπέροχο κόκκινο βιολί της θα μου παίξει αυτό το κομμάτι πριν από την καύση. Αισθάνομαι αυτοκράτειρα με αυτό και μου αρέσει». Με ένα συγκινητικό βίντεο που ανέβασε στο Instagram, η Ζωζώ Σαπουντζάκη “αποχαιρέτησε” τη Μαίρη Χρονοπούλου, Είναι σε ένα ταβερνάκι και τραγουδάνε μαζί το «Ακόμα ένα ποτηράκι». Σε άλλη της συνέντευξη είχε πει: «Δε θέλω να ξέρει κανείς πού θα είμαι».
Η Χρονοπούλου τελικά δεν ήταν γυναίκα του γλεντιού. Ήταν μία μοναχική γυναίκα, τα βράδια συζητούσε με τον πνευματικό της για τη ζωή και τον θάνατο. Δανειζόταν την φράση του Καζαντζάκη κι έλεγε: «δεν φοβάμαι τίποτα. Δεν ελπίζω τίποτα. Είμαι ελεύθερη». Και έφυγε ελεύθερη… Τον Οκτώβριο του 2023 έπεσε από τις σκάλες στο σπίτι της στην Παιανία και νοσηλεύτηκε σε κρίσιμη κατάσταση.
Έφυγε από τη ζωή στις 6 Οκτωβρίου 2023, σε ηλικία 90 ετών. Η απώλειά της σκόρπισε συγκίνηση σε ολόκληρη την Ελλάδα, καθώς έκλεισε οριστικά ένα σημαντικό κεφάλαιο της ιστορίας του ελληνικού κινηματογράφου. Ακόμα ερευνώνται οι συνθήκες του θανάτου της… Ο Δημήτρης Χατζημιχάλης, δικηγόρος της, έχει εμφανιστεί σε πολλές εκπομπές μετά τον θάνατό της και έχει μιλήσει για τα στοιχεία που προβληματίζουν τις αρχές όσον αφορά τις συνθήκες θανάτου της σπουδαίας ηθοποιού:
«Ομολογώ ότι δεν ξέρω και δεν μπορώ να φανταστώ τι κίνητρο θα μπορούσε να υπάρξει εφόσον υπήρξε εγκληματική ενέργεια, να σκεφτείτε όμως ότι μπορεί να είναι και κάτι άλλο, μπορεί να είναι σπρώξιμο, το οποίο να έγινε επάνω σε έναν διαπληκτισμό, σε μια αντίδραση, στα νεύρα του κάποιος να την έσπρωξε.
Εγώ έχω απομονώσει και επικεντρωθεί σε κάποια γεγονότα(…) Δεν είναι μόνο το νυχτικό, είναι και το ασθενοφόρο το οποίο δεν έχει ακόμα εντοπιστεί η εταιρεία, η οποία έκανε τη μεταφορά. Προσπαθούμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει. Ενώ θα έπρεπε αμέσως να ειδοποιηθεί το νοσοκομειακό, ασχολήθηκαν αυτά τα δύο άτομα -η οικιακή βοηθός και ο φίλος Μαίρης Χρονοπούλου, ο οποίος είναι και γείτονας- με αυτά τα πράγματα, με το να της βγάλουν το ματωμένο νυχτικό και να την αλλάξουν». Η τελευταία βόλτα της Μαίρης Χρονοπούλου στο σπίτι της στην Παλλήνη πριν την αποτέφρωσή της έκανε πολλούς φίλους της να κλάψουν αποχαιρετώντας της!
Πηγή:athensmagazine.gr



















