
Το πλήθος έκλαιγε και προσευχόταν, η αστυνομία χρησιμοποίησε τους στίχους των τραγουδιών τους για τις ενημερώσεις της και ένας εφημέριος έδωσε κήρυγμα για την αδελφική συγχώρεση. Οι σκηνοθέτες της ταινίας «Oasis: Don’t Look Back in Anger» αναπολούν την πιο τρελή περιπέτεια της ζωής τους.
Στις 4 Ιουλίου του περασμένου έτους, οι Oasis ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν την πρώτη συναυλία της πολυαναμενόμενης επιστροφής τους, 16 χρόνια αφότου η μπάντα διαλύθηκε, όταν ο Λίαμ Γκάλαχερ έριξε μια κιθάρα προς το κεφάλι του αδελφού του Νόελ στα παρασκήνια στο Παρίσι.
Ωστόσο, μόλις 20 λεπτά πριν την έναρξη της συναυλίας, δεν υπήρχε κανένα ίχνος του τραγουδιστή.
Περίπου 74.500 οπαδοί στο Principality Stadium του Κάρντιφ είχαν τρελαθεί, ενώ ο Νόελ περιφερόταν ανυπόμονα γύρω από την αποβάθρα φόρτωσης του χώρου, με την απορία πιθανώς αν όλα επρόκειτο να καταρρεύσουν ξανά.
«Τι στο διάολο;»
«Τότε η οθόνη στην οποία παρακολουθούσα όλα αυτά ξαφνικά έσβησε», λέει ο Γουίλ Λόβλεϊς, ο σκηνοθέτης που κινηματογραφούσε την επιστροφή. «Όταν επανήλθε, ξαφνικά ο Λίαμ και ο Νόελ ήταν εκεί και μιλούσαν. Μετά βγήκαν έξω και ξέσπασε αυτή η έκρηξη ενθουσιασμού».
Αργότερα, ο Νόελ φαίνεται στις λήψεις να εκφράζει την απίστευτη έκπληξή του που ο μικρότερος αδελφός του, με τον οποίο είχε αποξενωθεί εδώ και καιρό, μπόρεσε «να παραλείψει την τελική πρόβα, και μετά απλά να εμφανιστεί, να μου πιάσει το χέρι, και εγώ να λέω: “Τι στο διάολο;” Και φεύγει, ακούγοντας σαν να είναι 30 χρόνια νεότερος. Και εγώ λέω: “Είσαι εντελώς τρελός μαλάκας”».
Ατίθασοι νεαροί της εργατικής τάξης
Η είσοδος στο Κάρντιφ αποτελεί μία από τις πιο εντυπωσιακές σκηνές της ταινίας «Oasis: Don’t Look Back In Anger» του Λόβλεϊς και του συν-σκηνοθέτη Ντίλαν Σάουθερν, η οποία εστιάζει εν συντομία στο πώς οι ατίθασοι νεαροί της εργατικής τάξης από το Μάντσεστερ έγιναν το μεγαλύτερο ροκ συγκρότημα στον κόσμο τη δεκαετία του 1990, πριν επικεντρωθεί στο πώς, 30 χρόνια αργότερα, κατάφεραν να το επαναλάβουν.
Η περιοδεία «Oasis Live 25» περιλάμβανε 41 συναυλίες σε 14 χώρες και πέντε ηπείρους, με πάνω από δύο εκατομμύρια θεατές.
Η ταινία «Don’t Look Back In Anger» αποτυπώνει την τεράστια, ακατέργαστη δύναμη αυτών των συναυλιών, αλλά προσφέρει επίσης μια απροσδόκητα συναισθηματική έκπληξη, δείχνοντας πώς μια πικρή, μακροχρόνια διαμάχη μεταξύ δύο αδελφών θεραπεύτηκε από τη δύναμη της ίδιας τους της μουσικής – όχι μόνο για τους ίδιους, αλλά και για εκείνα τα εκατομμύρια των θαυμαστών.
«Ήμουν συγκλονισμένος»
Οι κάμερες καταγράφουν την έκπληκτη ομολογία του Νόελ ότι «δεν ήταν προετοιμασμένος για αυτή την έντονη εκδήλωση συναισθημάτων, για το τι σήμαινε αυτό για τον κόσμο». Ο Γουίλ Λόβλεϊς επιμένει ότι το ίδιο ίσχυε και για τους σκηνοθέτες.
«Φτάσαμε στο Κάρντιφ απροετοίμαστοι για αυτό το κύμα συναισθημάτων. Φαινόταν κάτι μεγαλύτερο από τους Oasis, κάτι που χρειαζόταν πολύς κόσμος. Δεν νομίζω ότι καταλάβαμε το μέγεθός του. Ήμουν συγκλονισμένος».
Μεταξύ των προηγούμενων μουσικών ταινιών των Σάουθερν και Λόβλεϊς συγκαταλέγονται το ροκ ντοκιμαντέρ για την indie σκηνή της Νέας Υόρκης Meet Me in the Bathroom (2022) και η ζωντανή αποχαιρετιστήρια συναυλία των LCD Soundsystem, Shut Up and Play the Hits (2012).
Ο Σάουθερν λέει ότι «ποτέ δεν αναφέρθηκε» το γεγονός ότι οι δύο τους είχαν γυρίσει επίσης το No Distance Left to Run, το ντοκιμαντέρ του 2010 για τους δηλωμένους αντιπάλους των Oasis, τους Blur.
«Οι γυρίσματα των προβών στο Λονδίνο απαιτούσαν πολλές διαπραγματεύσεις, επειδή δεν το είχαν επιτρέψει ποτέ στο παρελθόν»

«Definitely Maybe»
Οι σκηνοθέτες έχουν τη δική τους ιστορία με το συγκρότημα από το Μάντσεστερ – ως οπαδοί.
Ο Λόβλεϊς θυμάται ότι, ως έφηβος που μεγάλωνε στα Fens της Ανατολικής Αγγλίας, άκουγε το «Definitely Maybe» σε ένα Walkman και σκεφτόταν: «Αυτή είναι η πρώτη μουσική που νιώθω σαν δική μου».
Ο Σάουθερν τους είδε το 1994 στο Hull Adelphi, χωρητικότητας 200 ατόμων, όταν οι βόρειοι της εργατικής τάξης «νιώθαμε σαν να ήταν το δικό μας συγκρότημα».
Όταν τα εισιτήρια για το «Oasis Live 25» βγήκαν στην πώληση, ο Λόβλεϊς βρισκόταν «μέσα σε ένα αυτοκίνητο, προσπαθώντας μάταια να κλείσει εισιτήριο από το κινητό του», ενώ ο Σάουθερν «τελικά τα παράτησε».
«Να γίνουμε αόρατοι»
Αργότερα τους προσέγγισαν για «ένα μεγάλο έργο», χωρίς όμως να τους πουν τι ακριβώς ήταν και τους έβαλαν να ορκιστούν να τηρήσουν μυστικότητα. Στη συνέχεια, τους έφεραν σε επαφή με τον δημιουργό της σειράς «Peaky Blinders», Στίβεν Νάιτ, ως σεναριογράφο, και το έργο ξεκίνησε.
«Οι γυρίσματα των προβών στο Λονδίνο απαιτούσαν πολλές διαπραγματεύσεις, επειδή δεν το είχαν επιτρέψει ποτέ στο παρελθόν», λέει ο Λόβλεϊς.
«Δεν θα γινόταν ποτέ αν απλά μπαίναμε εκεί μέσα με τις κάμερές μας», προσθέτει ο Σάουθερν. «Έπρεπε να βρούμε έναν τρόπο να γίνουμε αόρατοι».

Περίμεναν και περίμεναν
Έτσι, έκρυψαν τις κάμερες σε όλο τον εξοπλισμό ήχου. «Είχαμε ένα άθλιο προκάτ έξω, εν μέσω καύσωνα, για να μπορούμε να παρακολουθούμε τα πάντα», λέει ο Σάουθερν. «Ήταν εντελώς άχαρο», χαμογελά ο Λόβλεϊς.
«Αλλά για έξι εβδομάδες, οι Oasis δεν είδαν ούτε εμάς ούτε το συνεργείο μας».
Το συγκρότημα επανέφερε τραγούδια που δεν είχε παίξει εδώ και χρόνια, με τον Νόελ να τραγουδάει πλέον, ενώ οι σκηνοθέτες είχαν στρέψει μια κάμερα προς την πόρτα για να καταγράψουν τη μεγαλοπρεπή άφιξη του Λίαμ. Περίμεναν και περίμεναν.
Μαζί στο ίδιο δωμάτιο μετά από 16 χρόνια
«Κανείς δεν ήξερε ακριβώς πότε θα έρθει» λέει ο Σάουθερν. «Υπήρχε μια αισθητή ένταση. Γνωρίζαμε ότι είχαμε να κάνουμε με αυτούς τους ιστορικά εκρηκτικούς χαρακτήρες, οπότε αναρωτιόσουν: “Θα τσακωθούν – ή θα αγκαλιαστούν;”
»Και φυσικά δεν έκαναν ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είχαν μια δουλειά να κάνουν. Εκτός από μια πολύ σύντομη φωτογράφιση, δεν είχαν βρεθεί μαζί στο ίδιο δωμάτιο εδώ και 16 χρόνια. Τότε μπαίνει ο Λίαμ, αφήνει την τσάντα του και λέει: “Είμαστε έτοιμοι, λοιπόν;” Δύο ώρες αργότερα, ενώ παίζουν το φινάλε του “Champagne Supernova”, παίρνει την τσάντα του και φεύγει. Το έκανε αυτό κάθε μέρα. Και ξαφνικά άρχισαν να δίνουν συναυλίες – και η ένταση άρχισε να λιώνει. Μπορούσες να δεις τον Νόελ και τον Λίαμ να έρχονται πιο κοντά κάθε βράδυ”».
«Η συμφιλίωση δεν συνέβη στις πρόβες», λέει ο Σάουθερν. «Άρχισε να συμβαίνει επί σκηνής και συνέχισε να συμβαίνει»
«Εκεί, ανάμεσα στο πλήθος»
Γυρίστηκαν δεκατρείς συναυλίες, αλλά οι σκηνοθέτες ήθελαν κάτι περισσότερο από μια απλή ταινία συναυλίας, οπότε προσέλαβαν ανθρώπους με αυτό που ο Σάουθερν αποκαλεί «μοναδικό μάτι».
«Προσλάβαμε κινηματογραφιστές για να χειριστούν κάθε κάμερα, αντί για κάποιον που είχε γυρίσει τους Stereophonics την προηγούμενη εβδομάδα».
Αυτό σήμαινε ανθρώπους όπως ο Χάρης Ζαμπαρλούκος (Belfast, Beetlejuice, Beetlejuice), ο Λολ Κρόουλι (που κέρδισε Όσκαρ για το The Brutalist) και ο υποψήφιος για Όσκαρ για το Moonlight, Τζέιμς Λάξτον.
Ο Σάουθερν είχε παρατηρήσει ότι κλασικές ταινίες ροκ ντοκιμαντέρ, όπως το Monterey Pop και το Gimme Shelter, γυρίστηκαν από «τους μεγάλους της εποχής».
Κρατούσε μάλιστα και ο ίδιος μια κάμερα. «Ήθελα να βρίσκομαι εκεί, ανάμεσα στο πλήθος», εξηγεί.
«Να μην κοιτάς πίσω με οργή»
Η ταινία περιλαμβάνει ασυνήθιστα προσωπικό υλικό με θαυμαστές όλων των ηλικιών. Μια ελεύθερη δύτρια από τη Νότια Κορέα εξηγεί πώς οι στίχοι του συγκροτήματος την βοήθησαν να ξεπεράσει την κατάθλιψη· ένας έφηβος που κλαίει ασταμάτητα παρηγορείται από έναν άγνωστο· ένας άντρας που κάθεται σταυροπόδι στο πάτωμα προσεύχεται ενώ τραγουδάει μαζί με το «Slide Away»· μια νεαρή γυναίκα που επέζησε της βομβιστικής επίθεσης στο Manchester Arena το 2017, αλλά έμεινε με το «σύνδρομο του επιζώντος», συνειδητοποιεί ότι το νόημα όλων αυτών είναι «να μην κοιτάς πίσω με οργή».
Ο Σάουθερν το συνοψίζει: «Η επίδραση που έχει η μουσική στους ανθρώπους είναι σαν μαγεία. Στην ταινία, ο Λίαμ λέει: “Είναι σαν να προέρχεται από κάπου αλλού”».
Ο ιερέας και οι Oasis
Η αφήγηση ενισχύθηκε περαιτέρω από μια σειρά «απροσδόκητων δώρων», όπως τα αποκαλεί ο Σάουθερν. «Πριν γυρίσουμε, πήγαμε στο Μπέρνεϊτζ όπου μεγάλωσαν οι Γκάλαχερ και απορροφήσαμε τα πάντα. Πήγαμε στην εκκλησία του Αγίου Βερνάρδου, απέναντι από το παλιό δημοτικό σχολείο τους, και ρωτήσαμε τον πάτερ Λουκ αν μπορούσαμε να γυρίσουμε. Δεν είχαμε ιδέα ότι, τη μοναδική μέρα που μπορούσαμε να γυρίσουμε, θα διάβαζε το απόσπασμα από τη Βίβλο όπου ο Άγιος Πέτρος ρωτά τον Ιησού: “Πόσες φορές πρέπει να συγχωρήσω τον αδελφό μου που αμάρτησε εναντίον μου;” Και του απαντά: “Όχι επτά φορές, αλλά 77 φορές.”
»Στη συνέχεια, αφιέρωσε ολόκληρο το κήρυγμά του εκείνο το πρωί στον Νόελ και τον Λίαμ».
Γέλιο και θλίψη, όλα μαζί
Ένα ακόμη δώρο ήταν η ανακάλυψη αρχειακού υλικού όπου ο Νόελ αποκαλύπτει ότι έχει ένα «ελάττωμα χαρακτήρα που σημαίνει ότι δεν μπορώ ποτέ να συγχωρήσω… κανέναν, ποτέ».
Αυτό στη συνέχεια καταρρίπτεται σταδιακά κατά τη διάρκεια της ταινίας. Υπάρχει επίσης ένας αστείος αστυνόμος σε μια συναυλία, του οποίου η ενημέρωση προς την ομάδα του αποτελείται από τίτλους τραγουδιών των Oasis. «Απλά θα πρέπει να το δεχτούμε (Roll With It)», λέει. «Είναι το The Masterplan».
Μια πιο θλιβερή στιγμή έρχεται στο Σάο Πάολο, όταν το συγκρότημα μαθαίνει ότι ο μπασίστας των Stone Roses, Γκάρι «Μάνι» Μούνφιλντ, έχει πεθάνει σε ηλικία 63 ετών.
Βλέπουμε τους μουσικούς σε κατάσταση σοκ, τον Λίαμ να αφιερώνει το «Live Forever» στον «αγαπημένο μας φίλο, τον ήρωά μας», και έναν ορατά συγκλονισμένο Νόελ να παίζει το σόλο στην κιθάρα, ενώ κοιτάζει το πρόσωπο του Μάνι σε μια οθόνη πάνω από τη σκηνή.
«Πιθανότατα υπάρχουν εκτελέσεις του “Live Forever” που ήταν τεχνικά καλύτερες», λέει ο Σάουθερν, «αλλά αυτή έπρεπε να μπει».
«Η συμφιλίωση»
Με έως και 20 κάμερες να λειτουργούν ταυτόχρονα, οι σκηνοθέτες κατέληξαν με «εκατοντάδες και εκατοντάδες ώρες» υλικού. Μια από τις πιο οδυνηρές αποφάσεις κατά το μοντάζ ήταν η παράλειψη ενός κοντινού πλάνου τριών λεπτών με μια έφηβη που έκλαιγε κατά τη διάρκεια του «Talk Tonight», επειδή απλά δεν ταίριαζε πουθενά.
Και, ενώ η ταινία δεν περιέχει πολλά κουτσομπολιά και αποκαλύψεις, υπάρχει δύναμη σε ό,τι μένει ανείπωτο.
«Η συμφιλίωση δεν συνέβη στις πρόβες», λέει ο Σάουθερν. «Άρχισε να συμβαίνει επί σκηνής και συνέχισε να συμβαίνει».
Ο Γουίλ Λόβλεϊς, προσθέτει: «Γεφυρώνουν αυτό το τεράστιο χάσμα όχι ιδιωτικά, αλλά δημόσια. Και τα πράγματα έλαβαν συγχώρεση χωρίς να ειπωθεί ούτε μια λέξη. Ίσως αυτό να είναι ένα από τα πράγματα που συγκινεί τον κόσμο».
Συνήθως, οι Γκάλαχερ δίνουν συνεντεύξεις ξεχωριστά, αλλά στο τέλος δίνουν την πρώτη τους κοινή συνέντευξη εδώ και δύο δεκαετίες – ως ώριμοι άνδρες που αναστοχάζονται, επαινώντας τη συμβολή του άλλου, γελώντας με το χιούμορ του άλλου και με το «τρελοκομείο» των Oasis.
«Είμαστε σε επαφή πολύ περισσότερο από ό,τι ήμασταν ποτέ στο παρελθόν», λέει ο Νόελ. «Είχα ξεχάσει πόσο αστείος ήταν ο Λίαμ. Όλα τα μικρά πράγματα που μας ενοχλούσαν ο ένας στον άλλον έχουν εξαφανιστεί».
*Το «Oasis: Don’t Look Back in Anger» προβάλλεται στην Αθήνα σε IMAX κινηματογράφους στις 12 Σεπτεμβρίου.
*Με στοιχεία από theguardian.com



















