Η αθέατη πλευρά του κορυφαίου σεφ Γκόρντον Ράμσεϊ

Γκόρντον Ράμσεϊ: «Η παιδική μου ηλικία ήταν πολύ σκληρή. Ξεκίνησα από το τίποτα. Ο πατέρας μου ήταν ένας εθισμένος αλκοολικός, βίαιος με την μητέρα μου.»

Η αθέατη πλευρά του κορυφαίου σεφ Γκόρντον Ράμσεϊ | to10.gr

Ο Γκόρντον Τζέιμς Ράμσεϊ, γεννηθείς στις 8 Νοεμβρίου 1966 στην Γλασκόβη της Σκωτίας, αποτελεί έναν από τους πιο γνωστούς σεφ παγκοσμίως αλλά όχι μόνο εξαιτίας της μαγειρικής του. Θα έλεγε κανείς ότι έχει αυτή την… ιδιομορφία που έχουν οι ευφυείς και πετυχημένοι άνθρωποι.

Πρώτη του αγάπη, το ποδόσφαιρο.

Σε ηλικία 5 ετών ο Ράμσεϊ μετακομίζει με τους γονείς του στο Stratford-upon-Avon, όπου και συναντά την πρώτη του αγάπη, το ποδόσφαιρο. Δέκα χρόνια αργότερα, φιλοδοξώντας να ακολουθήσει επαγγελματική καριέρα στο χώρο του ποδοσφαίρου, παίζει για την Glasgow Rangers. Ο χρόνος του στην ομάδα διαρκεί τρία χρόνια και κάπου εκεί σηματοδοτείται το πρόωρο τέλος της καριέρας του, έπειτα από έναν ισχυρό τραυματισμό στο γόνατο. Αντιμετωπίζοντας αυτή τη δυσκολία, αναγκάζεται να επιστρέψει στα θρανία, όπου και αποκτά το πτυχίο του στην Διαχείριση Ξενοδοχείων το 1987.

 

Κορυφαίος σεφ και επιχειρηματίας

Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του, ο Γκόρντον Ράμσεϊ βρίσκεται υπό την καθοδήγηση κορυφαίων σεφ της Ευρώπης. Γίνεται μαθητευόμενος του Marco Pierre White στο Harvey’s στο Λονδίνο, εργάζεται για τον Albert Roux στο Le Gavroche και στη συνέχεια δουλεύει για τους επικεφαλείς σεφ Joel Robuchon και Guy Savoy στη Γαλλία.

Το 1993 αναλαμβάνει τα ηνία ως επικεφαλής σεφ του τότε νεοσύστατου Aubergine στο Λονδίνο, και μέσα σε τρία χρόνια, καταφέρνει να κερδίσει δύο αστέρια Michelin. Χρονιά ορόσημο για τον Ράμσεϊ αποτελεί το έτος 1995, καθώς του αποδίδεται το βραβείο «Νέος της Χρονιάς» στα Catey Awards.

Με τα οικονομικά του εστιατορίου Aubergine να γίνονται ασταθή, το 1998, ο Ράμσεϊ το εγκαταλείπει και εγκαινιάζει το δικό του εστιατόριο Restaurant Gordon Ramsay στο Λονδίνο. Η επιτυχία του εστιατορίου είναι βέβαιη, σαφώς, και κερδίζει βαθμολογία 3 αστεριών Michelin.

Τα επόμενα χρόνια η επιχειρηματική του δραστηριότητα εντείνεται, εγκαινιάζοντας αρκετά νέα εστιατόρια, συμπεριλαμβανομένου του Petrus και ενός δεύτερου Gordon Ramsay στο Λονδίνο, και τελικά του Verre στο Ντουμπάι.

Αποσπώντας τον τίτλο «Σεφ της Χρονιάς» το 2000 στα βραβεία Catey και «Ανεξάρτητος Επιμελητής Εστιατορίου της Χρονιάς» το 2006, ο Ράμσεϊ μεταφέρει την επιχείρησή του στις ΗΠΑ, με το άνοιγμα δύο εστιατορίων στο The London NYC.

Ο διάσημος σεφ σήμερα έχει επεκτείνει την εμβέλεια του σε όλο τον κόσμο, μεταφέροντας την προσωπική του brand, σε χώρες όπως η Νότια Αφρική, η Αυστραλία και ο Καναδάς.

Από τα αστέρια Michelin στα ξεσπάσματα της τηλεόρασης

Το 1996 ο Ράμσεϊ κάνει το τηλεοπτικό του ντεμπούτο ως κριτής στο MasterChef. Το 1999 αποτελεί το επίκεντρο ενός βρετανικού ντοκιμαντέρ miniseries,Boiling Point, το οποίο κινηματογραφεί την επαγγελματική του πορεία κατά την ίδρυση του πρώτου του εστιατορίου. Η επιτυχία του εν λόγω ντοκιμαντέρ γεννά ένα σίκουελ, το 2000, γνωστό ως Beyond Boiling Point.

Την άνοιξη του 2004 από τις οθόνες εκπέμπεται το Hell’s Kitchen αλλά και το Ramsay’s Kitchen Nightmares, γνωστό και ως Εφιάλτες της Κουζίνας του Ράμσεϊ. Στο τελευταίο εμφανίζεται ο ίδιος στην προσπάθειά του να μετατρέψει αποτυχημένα εστιατόρια στο όριο της οικονομικής  καταστροφής, σε εστιατόρια υψηλής αισθητικής, άξια για αστέρια Michelin. Ο τρόπος του βέβαια είναι ιδιαίτερα αμφιλεγόμενος, άκρως αντιεπαγγελματικός για ορισμένους.

Φωνές, βρισιές, άσεμνη συμπεριφορά αποτελούν μερικές λέξεις κλειδιά κάθε επεισοδίου, κατά γενική ομολογία. Η εκκεντρικότητα του διοχετεύεται με κάθε ευκαιρία στα καυστικά του σχόλια απέναντι στους ιδιοκτήτες των εστιατορίων, αναφερόμενος είτε στις εγκαταστάσεις είτε στο φαγητό.

Οι άναυδοι ιδιοκτήτες παρουσιάζονται άλλοτε δεκτικοί και άλλοτε νευριασμένοι στην καυστική συμπεριφορά του Ράμσεϊ, η οποία προς το τέλος, τις περισσότερες φορές, «μαλακώνει», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν εξαντλεί, ακόμα και τότε, την αυστηρότητα του σε όλους τους τομείς.

Το Μάιο του 2005 επεκτείνεται και πάλι στις ΗΠΑ, με την αμερικάνικη έκδοση της εκπομπής Hell’s Kitchen. Τα νούμερα του FOX, αποδεικνύουν ότι το αμερικανικό κοινό αγαπά να μισεί τον Γκόρντον Ράμσεϊ και έτσι του δίνεται το έναυσμα για μια προσαρμογή της εκπομπής Εφιάλτες της Κουζίνας του Ράμσεϊ , η οποία κάνει το ντεμπούτο της τον Σεπτέμβριο του 2007.

Αυτή με τη σειρά της οδήγησε στις αμερικανικές παραγωγές MasterChef (2010) και MasterChef Junior (2013), όπου ο Ράμσεϊ αποτέλεσε κριτής. Το 2012, ξεκινά ακόμα μία εκπομπή το Hotel Hell.

Κακουχίες του Ράμσεϊ

Όπως και ο ίδιος έχει δηλώσει σε συνεντεύξεις του «Η παιδική μου ηλικία ήταν πολύ σκληρή. Ξεκίνησα από το τίποτα. Ο πατέρας μου ήταν ένας εθισμένος αλκοολικός, βίαιος με την μητέρα μου. Εκείνη δούλευε ως μάγειρας και ως νοσοκόμα τη νύχτα. Μετακομίζαμε διαρκώς. Πήγα σε 17 διαφορετικά σχολεία μεταξύ 5 και 16 ετών.»

Για την αρχή της επαγγελματικής του καριέρας υποστηρίζει: «Δεν έχω κάνει ποτέ ναρκωτικά στη ζωή μου – έχω έναν αδερφό που εξακολουθεί να είναι εθισμένος στην ηρωίνη – και πολύ λίγοι σεφ φτάνουν μακριά χωρίς ουσίες, γι ‘αυτό είμαι ωμός και βάναυσα ειλικρινής. «Πούλησα το σπίτι μου, όλα όσα είχα τα έδωσα σε αυτό το εστιατόριο», συμπληρώνει αναφερόμενος στο πρώτο εστιατόριο που εγκαινίασε.

Θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει πως εκκεντρική και καυστική προσωπικότητα του Ράμσεϊ σφυρηλατήθηκε από τα πρώτα μόλις χρόνια της ζωής του.

Σήμερα ο Γκόρντον Ράμσεϊ έχει κάνει την δική του οικογένεια με την πανέμορφη Tana Ramsay και έχουν 5 παιδιά.

«
»
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Κλείσιμο