
Στα τέλη Ιουλίου, 27 μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπέβαλαν γραπτή ερώτηση ζητώντας από την Κομισιόν να διευκρινίσει τον σκοπό μυστικών συναντήσεων ευρωπαίων και ισραηλινών αξιωματούχων για αστυνομική συνεργασία Βρυξελλών και Τελ Αβίβ.
Μείζον ζήτημα δημιουργείται με την αποκάλυψη μυστικών συναντήσεων Κομισιόν και ισραηλινών αξιωματούχων για αστυνομική συνεργασία Βρυξελλών και Τελ Αβίβ, που αν εγκριθεί, θα παραβιάζει το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο, θέτοντας σε κίνδυνο ζωές Παλαιστινίων, σύμφωνα με ειδικούς.
Την αποκάλυψη έκανε ο βρετανικός ερευνητικός οργανισμός Statewatch, φέροντας στο φως διαβαθμισμένα έγγραφα της ΕΕ, που εκθέτουν την Κομισιόν και δείχνουν τη δυσλειτουργία στα θεσμικά όργανα του μπλοκ.
Όλα ξεκίνησαν στα τέλη του 2022, όταν το Συμβούλιο της ΕΕ ανέστειλε τη διαδικασία έγκρισης σκανδαλώδους σχεδίου συμφωνίας που είχαν εγκρίνει Κομισιόν και Ισραήλ, σχετικά με την καθιέρωση ενός πλαισίου επιχειρησιακής συνεργασίας μετά από συζητήσεις που ξεκίνησαν το 2018. Για να τεθεί σε εφαρμογή χρειάζεται το πράσινο φως Συμβουλίου και Ευρωβουλής
Οι λόγοι που προχώρησε το Συμβούλιο σε αυτή την ενέργεια αποδείχτηκαν δικαιολογημένοι, καθώς μετά από αξιολόγηση του κειμένου από την αρμόδια Νομική Υπηρεσία του Συμβουλίου προέκυψε ότι η Κομισιόν είχε συμπεριλάβει διατάξεις που παραβίαζαν το δίκαιο της ΕΕ και το διεθνές δίκαιο, κρατώντας μάλιστα στο σκοτάδι το Συμβούλιο για το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων.
Ειδικότερα, οι νομικοί του Συμβουλίου κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή όφειλε να αφαιρέσει κάθε διατύπωση που θα νομιμοποιούσε την παράνομη κατοχή παλαιστινιακών εδαφών από το Ισραήλ.
Αντ’ αυτού, το κείμενο στο οποίο συμφώνησε η Κομισιόν επέτρεπε στις «αρμόδιες αρχές» του Ισραήλ να χρησιμοποιούν προσωπικά δεδομένα που λαμβάνουν από την Europol – και κατ’ επέκταση από κράτη μέλη και υπηρεσίες της ΕΕ – στα κατεχόμενα εδάφη σε δύο περιπτώσεις: «για την πρόληψη ποινικού αδικήματος σε περίπτωση άμεσης απειλής κατά της ζωής» και «για την πρόληψη, διερεύνηση, ανίχνευση ή δίωξη ποινικών αδικημάτων». Στις «αρμόδιες αρχές» περιλαμβάνονται η Ισραηλινή Εθνική Αστυνομία, η Υπηρεσία Εσωτερικής Ασφάλειας (Shin Bet) και άλλοι ισραηλινοί φορείς επιβολής του νόμου.
Προκειμένου η Κομισιόν να δικαιολογήσει την παροχή προσωπικών δεδομένων στο Ισραήλ βάσει των περιπτώσεων επικαλέστηκε «την υποχρέωση του Ισραήλ, βάσει του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, να αποκαταστήσει και να διατηρήσει τη δημόσια τάξη και ασφάλεια στα εδάφη που ελέγχονται από τις δυνάμεις του».
Ωστόσο, η Νομική Υπηρεσία του Συμβουλίου απέρριψε το επιχείρημα αυτό, υποστηρίζοντας ότι «η υποχρέωση του Ισραήλ, ως δύναμης κατοχής, να διασφαλίζει τη δημόσια τάξη και ασφάλεια στα κατεχόμενα εδάφη δεν συνεπάγεται ότι άλλα κράτη ή διεθνείς οργανισμοί επιτρέπεται να το συνδράμουν στην εκπλήρωση αυτής της υποχρέωσης, κατά παράβαση άλλων αρχών του διεθνούς δικαίου».
Χωρίς εποπτεία
Όπως και να έχει οι νομικοί του Συμβουλίου αμφισβήτησαν τόσο τη σαφήνεια αυτών των διατάξεων όσο και το κατά πόσο παρείχαν στην Europol περισσότερες εξουσίες από όσες επιτρέπουν οι ιδρυτικές συνθήκες της ΕΕ. Αν γινόταν αποδεκτό το κείμενο «θα ήταν πρώτη φορά που διεθνής συμφωνία μεταξύ της ΕΕ και του Ισραήλ θα προέβλεπε την εφαρμογή της στα εδάφη που κατέλαβε το Ισραήλ το 1967» ανέφεραν στη γνωμοδότησή τους.
Σχολιάζοντας το περιεχόμενο του κειμένου που έφερε στο φως το Statewatch, ο Douwe Korff, νομικός και συνεργάτης του Πανεπιστημίου Γέιλ και του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, δήλωσε ότι «οι ισραηλινές υπηρεσίες ασφαλείας μπορούν να υποκλέπτουν και να παρακολουθούν δεδομένα όπως επιθυμούν, χωρίς εποπτεία που να πληροί τους κανόνες της ΕΕ για τέτοια ζητήματα».
Αυτό που τον ανησυχεί, επιπλέον, είναι ότι η Επιτροπή φαίνεται παρόλα αυτά να εξετάζει εκ νέου το ενδεχόμενο διαβίβασης εξαιρετικά ευαίσθητων δεδομένων για άτομα που βρίσκονται στην ΕΕ, καθώς και κάθε επικοινωνίας που ενδέχεται να έχουν με άλλα πρόσωπα – πχ δημοσιογράφους – σε υπηρεσίες ενός κράτους «που έχει πραγματοποιήσει στοχευμένες δολοφονίες παιδιών, εργαζομένων σε ανθρωπιστικές οργανώσεις και δημοσιογράφων σε πρωτοφανή κλίμακα και το οποίο κατηγορείται με αξιόπιστο τρόπο για γενοκτονία και άλλα εγκλήματα πολέμου».
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενήργησε εκτός του δικαίου της ΕΕ
Η Νομική Υπηρεσία του Συμβουλίου κατέληξε επίσης ότι η Επιτροπή υπερέβη την εντολή που της είχε δοθεί από το Συμβούλιο και παραβίασε αρκετές διατάξεις του δικαίου της ΕΕ. «Στον ρόλο της ως διαπραγματευτή, η Επιτροπή δεν τήρησε το άρθρο 3 της απόφασης του Συμβουλίου με την οποία εξουσιοδοτήθηκε να αρχίσει τις διαπραγματεύσεις» ανέφερε η γνωμοδότηση.
Αυτό συνεπαγόταν επίσης παραβίαση των απαιτήσεων των Συνθηκών της ΕΕ τόσο ως προς τη διαπραγμάτευση διεθνών συμφωνιών όσο και ως προς «την υποχρέωση ειλικρινούς συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων».
Κατά τη διάρκεια των αρχικών συνομιλιών της περιόδου 2018-2022, η Επιτροπή δεν διαβουλεύθηκε με την ομάδα εργασίας του Συμβουλίου που είχε οριστεί να παρακολουθεί τις διαπραγματεύσεις, ούτε την ενημέρωσε για την προτεινόμενη εξαίρεση.
Ως εκ τούτου, η Νομική Υπηρεσία κατέληξε ότι «εναπόκειται στο Συμβούλιο να αποφασίσει εάν οι διαπραγματεύσεις θα πρέπει να συνεχιστούν […] και εάν θα πρέπει να απευθύνει στην Επιτροπή ένα πρόσθετο σύνολο διαπραγματευτικών οδηγιών».
Εδώ έρχονται όμως και οι ευθύνες του Συμβουλίου, καθώς σύμφωνα με το Statewatch δεν ακολούθησε τις συστάσεις της ίδιας της Νομικής του Υπηρεσίας. Έτσι, οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν και μετά το 2022 μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας -και χωρίς να έχουν αντιμετωπιστεί οι σχετικές ανησυχίες.
Μέχρι τα τέλη του Ιανουαρίου 2026 αξιωματούχοι της Επιτροπής πραγματοποίησαν τουλάχιστον επτά συναντήσεις με Ισραηλινούς διπλωμάτες σχετικά με την προτεινόμενη συμφωνία. Μεταξύ αυτών περιλαμβανόταν μία συνάντηση με τον τότε υπουργό Εξωτερικών του Ισραήλ, Έλι Κοέν, τον Απρίλιο του 2023.
«Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα διπλό σκάνδαλο» σημείωσε ο Mounir Satouri, Γάλλος ευρωβουλευτής των Πρασίνων. Πρώτον, η Επιτροπή διαπραγματεύτηκε μια συμφωνία αστυνομικής συνεργασίας με το Ισραήλ, ενώ πολυάριθμοι ειδικοί, καθώς και έκθεση της ίδιας της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κατέγραφαν σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου στη Γάζα. Δεύτερον, το έκανε με απόλυτη μυστικότητα, προστατευμένη από τον κοινοβουλευτικό έλεγχο». Πρόσθεσε: «Οι διαπραγματεύσεις για τη συμφωνία αυτή πρέπει να ανασταλούν αμέσως. Η Επιτροπή διασύρθηκε διεξάγοντάς τες».
Τι φοβούνται ένας Ισραηλινός και ένας Παλαιστίνιος δικηγόρος
Ανάμεσα στα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα στο προτεινόμενο κείμενο περιλαμβάνονται: «φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, πολιτικές απόψεις, θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις ή συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, γενετικά δεδομένα, βιομετρικά δεδομένα… δεδομένα που αφορούν την υγεία ή τη σεξουαλική ζωή ή τον γενετήσιο προσανατολισμό φυσικού προσώπου».
Σχετικά με το ζήτημα αυτό, ο Ισραηλινός δικηγόρος Έιταν Ντάιαμοντ εξήγησε πως «πέρα από την εδαφική εφαρμογή, υπάρχουν και άλλες σοβαρές ανησυχίες που θα πρέπει να οδηγήσουν την ΕΕ να σταματήσει αυτή τη διαπραγματευτική διαδικασία και να απαγορεύσει ορισμένες πρακτικές ανταλλαγής δεδομένων».
Μεταξύ των ανησυχιών περιλαμβάνονται το καθεστώς φυλάκισης στο Ισραήλ και η χρήση εξωδικαστικών εκτελέσεων. Σήμερα, περίπου 3.500 Παλαιστίνιοι βρίσκονται στη φυλακή, δίχως συγκεκριμένη κατηγορία εις βάρους τους σε πολλές περιπτώσεις.
Για τον Ντάιαμοντ, «υπάρχουν σοβαροί λόγοι ανησυχίας ότι οι Παλαιστίνιοι κρατούμενοι υποβάλλονται συστηματικά σε κακομεταχείριση και βασανιστήρια στις ισραηλινές φυλακές». Προειδοποιεί μάλιστα πως «η ΕΕ θα διακινδυνεύσει να έχει συμβάλει στην αυθαίρετη στέρηση της ελευθερίας ανθρώπων και στην υποβολή τους σε συστηματική κακομεταχείριση υπό κολασμένες συνθήκες κράτησης». Ο Ισραηλινός νομικός πρόσθεσε μάλιστα ότι «οι πληροφορίες που θα διαβιβάζονται χάρη σε αυτή τη συμφωνία, ενδέχεται να χρησιμοποιούνται για αξιοποίηση για τη στήριξη αποφάσεων στοχοποίησης και θανάτωσης Παλαιστινίων».
Την ίδια ανησυχία εκφράζει και ο Παλαιστίνιος δικηγόρος από τη Γάζα, Ράτζι Σουράνι, δηλώνοντας πως θα ήταν «εξαιρετικά ανήσυχος εάν υιοθετηθεί μια τέτοια συμφωνία». «Η συνεργασία που προβλέπεται από αυτή τη συμφωνία έχει τις ρίζες της στη ρατσιστική αποικιοκρατική νοοτροπία της Ευρώπης και στρέφεται εναντίον μας, εναντίον των θυμάτων της γενοκτονίας… Είναι σαν να εμπιστεύεσαι στον Χίτλερ τα δεδομένα των Εβραίων».



















