Ο Παναθηναϊκός θα κάνει το καθήκον του στην Εθνική

Το «τριφύλλι» με μαθηματική ακρίβεια θα ξαναγίνει ο αιμοδότης του αντιπροσωπευτικού μας συγκροτήματος.

Ο Παναθηναϊκός θα κάνει το καθήκον του στην Εθνική | to10.gr

Το «τριφύλλι» έχει σταματήσει εδώ και 7-8 χρόνια να δίνει παίκτες στην Εθνική ομάδα. Πολύ απλά γιατί οι δικοί του Έλληνες ποδοσφαιριστές δεν ήταν καλύτεροι απ’ αυτούς που υπήρχαν.

Η ομάδα είχε χάσει την ταυτότητά της και από την Εθνική απλώς καλούνταν 1-2 παίκτες κατά περίσταση. Όπως τώρα συμβαίνει με τον Κουρμπέλη και τον Κολοβέτσιο. Πριν μερικά χρόνια ήταν ο Καρέλης, άντε και ο Κουτρουμπής, λίγο πιο πριν ο Καπίνο ή ο Καρνέζης. Δεν υπήρχαν 4-5 σταθεροί ποδοσφαιριστές στις κλήσεις. Με τα λάθη του Αλαφούζου και χωρίς πλάνο, για να μην πανηγυρίζει ο μεγαλομέτοχος, δόθηκε η ευκαιρία σε μία γενιά ταλαντούχων παικτών να μπει στην πρώτη ομάδα και υπό την καθοδήγηση του Γιώργου Δώνη να δείξει ότι υπάρχει ποιότητα.

Μετά το ματς με τον Λεβαδειακό ανέφερα ότι ο Χατζηγιοβάνης πρέπει να κληθεί στην Εθνική. Σε γενικές γραμμές δεν μου αρέσει να κάνω τον προπονητή, ειδικά όταν πρόκειται για το συγκρότημα όλων των Ελλήνων. Απλώς όταν βλέπεις ότι σαν χώρα δεν έχεις εξτρέμ, αλλά 4-5 δεκάρια που κατά ανάγκη παίζουν στα άκρα, μοιάζει παράλογο να μην δίνεις σημασίας σε παίκτες όπως ο Χατζηγιοβάνης. Ακόμα και ο Χριστοδουλόπουλος που τον έχουμε συνηθίσει στα άκρα, αν τον ρωτήσεις (και γνωρίζω καλά τι αναφέρω, επειδή τον έζησα στον Παναθηναϊκό) ελεύθερος πίσω απόν τον φορ θα σου πει ότι του αρέσει να παίζει περισσότερο. Αλλά εκεί «τρακάρει» με Φορτούνη, Μάνταλο, Πέλκα, Μπακασέτα. Ο Χατζηγιοβάνης, από τη στιγμή που λείπει ένας ακόμα κλασικός εξτρέμ, όπως ο Τάσος Δώνης με ποιους τρακάρει;

Το παιδί έχει ποιότητα, παίζει σε μία θέση που δεν έχουμε λύσεις και το σημαντικότερο, στην παρούσα φάση είναι σε εξαιρετική φόρμα. Έχει άστρο. Κλήθηκε στην Ελπίδων, που ούτε εκεί ήταν στις προηγούμενες κλήσεις και το κάρφωσε με γυριστή κεφαλιά. Μπορεί σε μερικούς μήνες να μην είναι στην ίδια κατάσταση. Μπορεί να εμφανιστούν καλύτεροι. Τώρα, όμως, άξιζε να είναι εκεί. Γι’ άλλους άξιζε να είναι ο Σιόβας αντί του Τζαβέλα, ή δεν έπρεπε να είναι εκεί ο Τζιόλης, ο Μπακάκης και πάει λέγοντας.

Συνήθως επίσης σε μία ήττα, όσοι δεν παίζουν είναι οι καλύτεροι… Είναι συνοδευτικό της γκρίνιας. Αυτό που προσπαθώ, ωστόσο, να ξεκαθαρίσω είναι ότι ο Χατζηγιοβάνης άξιζε να είναι εκεί. Όχι ότι είναι ο καλύτερος. Αυτό που φωνάζουν όλοι. Να καλούνται παίκτες με την αξία τους. Ειδικά όταν η ομάδα δεν είναι ΟΜΑΔΑ. Δεν σχολιάζω για παράδειγμα για τον Μπουζούκη, ο οποίος στα δύο ματς πριν την Τρίπολη έδειξε μία κάμψη και η φυσική του θέση είναι όμοια με άλλων 4-5 παικτών στη γαλανόλευκη.

Σε κάθε περίπτωση ο Παναθηναϊκός έχει πλέον μία σπουδαία φουρνιά Ελλήνων παικτών. Κι ακολουθεί κι άλλη. Οι οποίοι αν δεν γίνουν λάθη από διοικήσεις, τεχνικό τιμ και φυσικά κι από τους ίδιους, τότε το «τριφύλλι» δεν θα αργήσει η εποχή που θα δίνει σταθερά σε κάθε κλήση 5-6 παίκτες στην Ανδρών. Μόνο οκτώ κλήθηκαν στην Ελπίδων για τα τελευταία ματς. Και τραυματίστηκε και δεν πήγε ο Στάικος. Ο Παναθηναϊκός θα το κάνει και πάλι το καθήκον του στην Εθνική. Θα δώσει την… πρώτη ύλη. Τώρα αν αυτή θα αξιοποιηθεί, αν θα γίνει η Ελλάδα ομάδα με όλη τη σημασία της λέξης και θα υπάρξει αξιοκρατία κι όχι «μανατζεροκρατία» είναι δουλειά άλλων.

ΥΓ.: Ο Λουντ είναι ένα πολυεργαλείο, ένας πειθαρχημένος παίκτης που θα ήθελε κάθε προπονητής στην ομάδα. Παίκτης συνόλου. Όχι, όμως, ο παίκτης που θα κουβαλήσει στην πλάτη του ολόκληρο Παναθηναϊκό. Με 1 εκατ. ευρώ πριμ υπογραφής και προμήθεια σε μάνατζερ, βρίσκεις 2-3 Λουντ…

ΥΓ.1: Με τον Ρεχάγκελ δεν καλούνταν στην Εθνική παίκτες όπως οι Στολτίδης, Ζήκος, Γεωργάτος. Αλλά αυτοί που αγωνίζονταν ήταν σπουδαίοι ποδοσφαιριστές, αναδείχθηκαν πρωταθλητές Ευρώπης και πήγαν ξανά σε Euro και Μουντιάλ γιατί είχαν άντερα και κυρίως γιατί ήταν μία οικογένεια. Τώρα το έχουν γι’ αμαρτία να δώσουν πάσα, ενώ όσοι δεν πάρουν πάσα κάνουν σαν μωρά.

ΥΓ.2: Ο οπαδισμός έχει περάσει στην Εθνική περισσότερο από κάθε άλλη χώρα. Δεν μας κάνει ένας παίκτης γιατί παίζει στον… αντίπαλο. Με τον Ρεχάγκελ και λόγω των επιτυχιών αυτό ξεχάστηκε. Γυρίσαμε ξανά, λοιπόν, στις δεκαετίες του ’80 και του ’90.