
Ο Γουίνι το Αρκουδάκι συμπληρώνει 100 χρόνια από την πρώτη του εμφάνιση, με την επέτειο να φέρνει στο φως τη δύσκολη σχέση του δημιουργού του με τον γιο του, Κρίστοφερ Ρόμπιν
Τον Οκτώβριο του 1926, ένα μικρό αρκουδάκι με αδυναμία στο μέλι έκανε την πρώτη του εμφάνιση στις σελίδες ενός παιδικού βιβλίου. Κανείς δεν μπορούσε τότε να φανταστεί ότι ο Γουίνι θα γινόταν ένας από τους πιο αγαπημένους ήρωες όλων των εποχών, μεγαλώνοντας γενιές παιδιών σε ολόκληρο τον κόσμο. Πόσο μάλλον δε, ότι πίσω από τις τρυφερές ιστορίες του θα κρυβόταν μια οικογενειακή σχέση πολύ πιο περίπλοκη από εκείνες που περιέγραφε ο δημιουργός του.

Με αφορμή την εκατονταετηρίδα από την έκδοση του πρώτου βιβλίου, το BBC ανατρέχει σε συνεντεύξεις και προσωπικές μαρτυρίες του γιου του Βρετανού συγγραφέα Α. Α. Μιλν, φωτίζοντας μια λιγότερο γνωστή πλευρά της ιστορίας: εκείνη ενός παιδιού που έγινε λογοτεχνικός ήρωας πριν προλάβει να αποφασίσει ποιος ήθελε πραγματικά να είναι.

Πώς γεννήθηκε ο κόσμος του Γουίνι
Η έμπνευση για τις ιστορίες του Μιλν βρισκόταν μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Ο μικρός Κρίστοφερ Ρόμπιν είχε μια συλλογή από λούτρινα παιχνίδια, τα οποία ο πατέρας του μετέτρεψε σε λογοτεχνικούς χαρακτήρες.
Το δάσος Άσνταουν, στο Ανατολικό Σάσεξ της Αγγλίας, όπου το αγόρι περνούσε χρόνο παίζοντας, έγινε το περίφημο Δάσος των Εκατό Στρεμμάτων. Εκεί τοποθετήθηκαν οι περιπέτειες του Γουίνι και των φίλων του, σε έναν κόσμο όπου τα προβλήματα μπορούσαν συνήθως να λυθούν με λίγη καλοσύνη, μια αγκαλιά ή ένα βάζο μέλι.
Η επιτυχία των βιβλίων ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Από το 1966, η Disney άρχισε να μεταφέρει τις ιστορίες στον κινηματογράφο, μετατρέποντας τον Γουίνι σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της παγκόσμιας παιδικής ψυχαγωγίας.

Η δημοτικότητά του έφτασε μέχρι την πολιτική επικαιρότητα. Στην Πολωνία ο χαρακτήρας χαρακτηρίστηκε κάποτε «ακατάλληλος», ενώ στην Κίνα η μορφή του χρησιμοποιήθηκε σε διαδικτυακά αστεία που σατίριζαν τον πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ.
Οι χαρακτήρες των βιβλίων έγιναν ακόμη και αντικείμενο ανεπίσημων ψυχολογικών αναλύσεων, στις οποίες οι ιδιαίτερες συμπεριφορές τους συνδέθηκαν με διαφορετικές ψυχικές διαταραχές.
Όσο, όμως, ο Γουίνι κατακτούσε τον κόσμο, ο πραγματικός Κρίστοφερ Ρόμπιν προσπαθούσε να απομακρυνθεί από αυτόν.

«Ο πατέρας μου σκαρφάλωσε στους παιδικούς μου ώμους»
Στην αρχή, ο Κρίστοφερ απολάμβανε τη δημοσιότητα. Όταν κυκλοφόρησαν τα πρώτα βιβλία, αισθανόταν ενθουσιασμένος και περήφανος που ο πατέρας του είχε αντλήσει έμπνευση από τα παιχνίδια του.
Η στάση του, ωστόσο, άλλαξε καθώς μεγάλωνε.
Σε συνέντευξή του στην εκπομπή Desert Island Discs του BBC το 1976, παραδέχτηκε ότι η αρχική του χαρά είχε αρχίσει να εξανεμίζεται όσο συνειδητοποιούσε πως οι άνθρωποι τον αντιμετώπιζαν περισσότερο ως λογοτεχνικό χαρακτήρα παρά ως ξεχωριστή προσωπικότητα.
Η πικρία του αποτυπώθηκε με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια στα απομνημονεύματά του, The Enchanted Places, που εκδόθηκαν το 1974.
«Μου φαινόταν σχεδόν σαν ο πατέρας μου να είχε φτάσει εκεί όπου βρισκόταν σκαρφαλώνοντας στους παιδικούς μου ώμους, σαν να μου είχε κλέψει το καλό μου όνομα και να μου είχε αφήσει μόνο την κενή φήμη του να είμαι γιος του», έγραψε.
Ο Κρίστοφερ αισθανόταν ότι η παιδική του ηλικία είχε μετατραπεί σε μια επιτυχημένη λογοτεχνική δημιουργία, από την οποία ο ίδιος δεν μπορούσε πλέον να ξεφύγει.

Η παιδική ηλικία του Κρίστοφερ Ρόμπιν δεν έμοιαζε με παραμύθι
Στα βιβλία, ο Κρίστοφερ Ρόμπιν εμφανίζεται ως ένα ευτυχισμένο παιδί που εξερευνά το δάσος μαζί με τους αγαπημένους του φίλους. Η πραγματική ζωή του, όμως, απείχε αρκετά από αυτή την εικόνα.
Μιλώντας στο BBC το 1971, αποκάλυψε ότι τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα πέρασε κυρίως με την νταντά του.
«Ολόκληρη η παιδική μου ηλικία, μέχρι τα δέκα μου χρόνια, κυριαρχούνταν από την παρουσία της νταντάς», θυμόταν.
Οι γονείς του, όπως εξηγούσε, ήταν αρκετά απόμακροι. Μέχρι περίπου την ηλικία των εννέα ετών, τους συναντούσε μόνο σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας, χωρίς να έχει αναπτύξει μαζί τους την οικειότητα που θα περίμενε κανείς από την οικογένεια ενός συγγραφέα παιδικών βιβλίων.
Ο ίδιος πίστευε, μάλιστα, ότι ο πατέρας του δεν είχε γράψει τις ιστορίες με σκοπό να τον ευχαριστήσει.
«Ο πατέρας μου δεν ενδιαφερόταν για μένα. Έγραφε για τον εαυτό του», είχε δηλώσει.
Μια χαρακτηριστική ιστορία που περιλαμβάνεται στα απομνημονεύματά του αποκαλύπτει και τη στάση του ίδιου του Μιλν απέναντι στα παιδιά.
Όταν ένας δημοσιογράφος του είπε ότι τα βιβλία του φανέρωναν μεγάλη κατανόηση και αγάπη για τους μικρούς αναγνώστες, ο συγγραφέας απάντησε ότι δεν έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη για τα παιδιά και ότι δεν είχε αισθανθεί ποτέ ιδιαίτερα συναισθηματικός απέναντί τους.
Στην ίδια συνέντευξη, όταν ρωτήθηκε για τον αντίκτυπο που είχε η φήμη στον γιο του, ο Μιλν αρκέστηκε να δηλώσει πως ήλπιζε ότι η δημοσιότητα δεν τον είχε επηρεάσει αρνητικά.

Ένα όνομα από το οποίο δεν μπορούσε να ξεφύγει
Για τον Κρίστοφερ, η φήμη δεν ήταν πάντα προνόμιο. Στα σχολικά του χρόνια, η διαρκής σύνδεσή του με τον ήρωα των βιβλίων αποτελούσε πηγή αμηχανίας, ιδιαίτερα επειδή ήταν ένα εξαιρετικά ντροπαλό παιδί.
Στα απομνημονεύματά του περιέγραψε αυτή την εμπειρία ως «μια πληγή που έμοιαζε να μην επουλώνεται ποτέ».
«Δυστυχώς, ο φανταστικός Κρίστοφερ Ρόμπιν αρνήθηκε να πεθάνει, και εκείνος και ο πραγματικός συνονόματός του δεν είχαν πάντοτε τις καλύτερες σχέσεις», έγραψε.
Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο δύσκολη όταν ενηλικιώθηκε. Καθώς προσπαθούσε να βρει δουλειά και να δημιουργήσει τη δική του ζωή, ζήλια άρχισε να «φυτρώνει» μέσα του για την επιτυχία του ίδιου του πατέρα του.

Αναρωτιόταν αν ο Μιλν είχε καταφέρει πράγματι τα πάντα μόνος του ή αν η συμβολή του ίδιου, ως παιδιού που ενέπνευσε τις ιστορίες, άξιζε μεγαλύτερη αναγνώριση.
Η επιθυμία του να απομακρυνθεί από το παρελθόν ήταν τόσο έντονη, ώστε αρνήθηκε ακόμη και να επισκεφθεί ξανά το πατρικό του σπίτι.
Όπως αποκάλυψε στο BBC το 2002 ο μεταγενέστερος ιδιοκτήτης του, όταν τον προσκάλεσε να επιστρέψει στον χώρο όπου είχαν γεννηθεί οι ιστορίες του Γουίνι, ο Κρίστοφερ απάντησε με μια επιστολή στην οποία ξεκαθάριζε ότι τίποτα δεν θα μπορούσε να τον πείσει να περάσει ξανά την πόρτα του.

Παρόλα αυτά, το 1979 επέστρεψε στο δάσος Άσνταουν, όπου έπαιξε ξανά το Poohsticks, ένα παιχνίδι των παιδικών του χρόνων που έγινε διάσημο μέσα από τα βιβλία του Γουίνι. Οι παίκτες αφήνουν ξυλάκια στο νερό από τη μία πλευρά μιας γέφυρας και παρακολουθούν ποιο θα εμφανιστεί πρώτο από την άλλη.
Αργότερα συνέβαλε και στην προσπάθεια των τοπικών αρχών να αγοράσουν το δάσος, προκειμένου να διατηρηθεί και να προστατευτεί.
Η σχέση του με τη φήμη, όμως, παρέμενε δύσκολη. Ακόμη και οκτώ χρόνια μετά την επιστροφή του στο Άσνταουν, παραδεχόταν ότι όταν οι άνθρωποι άρχιζαν να μιλούν για τον Γουίνι, εκείνος προτιμούσε να αποφεύγει τη συζήτηση και να απομακρύνεται.

Η βουβή αγάπη ενός πατέρα
Μεγαλώνοντας, ο Κρίστοφερ άρχισε να επανεξετάζει τη σχέση του με τον πατέρα του.
Σύμφωνα με τη βιογράφο του Μιλν, Αν Θουέιτ, η οποία μίλησε στο BBC το 2002, προς το τέλος της ζωής του είχε καταφέρει να αποδεχτεί ότι ο πατέρας του τον αγαπούσε πραγματικά και ότι δεν είχε προβλέψει τις συνέπειες που θα είχε η τεράστια επιτυχία των βιβλίων.
Ο ίδιος ο Κρίστοφερ κατέληξε σε μια διαφορετική ερμηνεία της συμπεριφοράς του πατέρα του.
Ο Μιλν, όπως έγραψε, ήταν ένας άνθρωπος που δυσκολευόταν να εκφράσει όσα αισθανόταν. Η συγγραφή τού επέτρεπε να διοχετεύει στο χαρτί συναισθήματα που δεν μπορούσε να εκδηλώσει στην καθημερινή του ζωή.
«Η καρδιά του πατέρα μου παρέμεινε κλειδωμένη σε όλη του τη ζωή», σημείωνε.
«Ένιωθε βαθιά, αλλά κρατούσε τα συναισθήματά του για τον εαυτό του. Ή μάλλον, επειδή ήταν συγγραφέας, τους επέτρεπε να ξεφύγουν μέσα από τα γραπτά του».
Ακόμη και στη λογοτεχνία, όμως, τα συναισθήματα αυτά κρύβονταν, μεταμφιέζονταν σε κάτι άλλο.
«Έτσι, όποιες στενοχώριες υπήρχαν, κρύβονταν πίσω από μια κωμική μεταμφίεση και έπαιρναν τη μορφή του Γκαρή», έγραψε, αναφερόμενος στον μελαγχολικό γάιδαρο των ιστοριών.

Το παράδοξο πίσω από τον Γουίνι
Η πιο ουσιαστική διαπίστωση του Κρίστοφερ αφορούσε τελικά τον ίδιο τον λόγο για τον οποίο ο πατέρας του είχε δημιουργήσει αυτόν τον φανταστικό κόσμο.
Όπως εξηγούσε, πολλοί άνθρωποι του έλεγαν πόσο τυχερός ήταν που είχε έναν τόσο υπέροχο πατέρα. Θεωρούσαν αυτονόητο ότι ένας συγγραφέας που περιέγραφε με τόση τρυφερότητα τη σχέση ενός παιδιού με τα παιχνίδια του θα ήταν εξίσου τρυφερός και στην πραγματική ζωή.
Εκείνος, όμως, είχε καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα.
«Ο πατέρας μου ήταν ένας δημιουργικός συγγραφέας και έτσι, ακριβώς επειδή δεν μπορούσε να παίξει με τον μικρό του γιο, η επιθυμία του αναζήτησε και βρήκε ικανοποίηση προς μια άλλη κατεύθυνση — έγραψε γι’ αυτόν».

Κρίστοφερ Ρόμπιν Μιλν, 1928
Με άλλα λόγια, ο Μιλν κατάφερε μέσα από τη λογοτεχνία να δημιουργήσει μια σχέση με τον γιο του την οποία δυσκολευόταν να καλλιεργήσει στην πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα ήταν μάλλον ότι ένα από τα πιο τρυφερά παιδικά βιβλία όλων των εποχών γεννήθηκε από τη δυσκολία ενός πατέρα να εκφράσει την αγάπη του.
Στο τέλος του βιβλίου The House at Pooh Corner, ο Κρίστοφερ Ρόμπιν ζητά από τον Γουίνι να του υποσχεθεί ότι δεν θα τον ξεχάσει ποτέ, ούτε όταν θα γίνει εκατό χρονών.
Έναν αιώνα μετά την πρώτη κυκλοφορία του βιβλίου, ο Γουίνι εξακολουθεί να είναι αγαπητός σε ολόκληρο τον κόσμο και ο Κρίστοφερ Ρόμπιν παραμένει αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας του.
Μόνο που, σε αντίθεση με τον φανταστικό ήρωα που ζητούσε να μην ξεχαστεί, ο πραγματικός Κρίστοφερ πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του επιθυμώντας ακριβώς το αντίθετο. Και αυτό ήταν να πάψει ο κόσμος να τον βλέπει ως το αγόρι του Γουίνι και να τον γνωρίσει ως τον άνθρωπο που είχε γίνει.



















