Πάουλο Φούτρε: Ο Κριστιάνο Ρονάλντο, πριν τον Κριστιάνο Ρονάλντο (pics, vids)

Η τύχη να έχεις ταλέντο δεν είναι αρκετή. Δεν αρκεί να κουβαλάς τον τίτλο του «Μαραντόνα της Πορτογαλίας». Η μοίρα θα κάνει τους δικούς της υπολογισμούς. Αυτή είναι η ιστορία του Πάουλο Φούτρε.

Πάουλο Φούτρε: Ο Κριστιάνο Ρονάλντο, πριν τον Κριστιάνο Ρονάλντο (pics, vids) | to10.gr

Είναι Πορτογάλος. Ξεκίνησε την καριέρα του από την Σπόρτινγκ Λισαβόνας. Αγωνίζεται ως αριστερό εξτρέμ. Στο παλμαρέ του δεσπόζει η κούπα με τα μεγάλα αφτιά. Στη Μαδρίτη λατρεύεται όσο λίγοι. Όχι, αυτό το κείμενο δεν είναι για τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Είναι για έναν θρυλικό Πορτογάλο άσο με περίσσιο ταλέντο και τραυματισμούς που «θάμπωσαν» τη λάμψη του. Για ένα αριστερό εξτρέμ που έπαιξε σε υψηλό επίπεδο για όσο το επέτρεψε ο δεσποτισμός της τύχης.

Κάθε χώρα έχει «παράδοση» σε ένα συγκεκριμένο τύπο ποδοσφαιριστή. Αν για παράδειγμα ψάχνετε για 10αρια; Ρίξτε μια ματιά στη Βραζιλία. Αν θέλετε έναν τεχνίτη «πασέρ»; Θα βρείτε στην Ισπανία. Έναν αδίστακτο νικητή; Στη Γερμανία. Αναζητάτε την τέχνη της άμυνας; Η Ιταλία είναι το λιμάνι σας. Θέλετε εξαιρετικά ταλαντούχα πτέρυγα; Τότε αναζητήστε την στην Πορτογαλία. Λουίς Φίγκο, Ρονάλντο, Σιμάο, Κουαρέσμα και πόσοι άλλοι, μόνο τα τελευταία 20 χρόνια, έχουν… αραδιάσει στο χορτάρι τεράστιες επιτυχίες και ακόμα μεγαλύτερες δόσεις ταλέντου. Αλλά μπροστά από τους προαναφερθέντες, ο άνθρωπος που το έκανε… καλύτερα στην Πορτογαλία, δεν ήταν άλλος από τον Πάουλο Φούτρε. Διεθνής από τα 17 του, το ψηφιδωτό της καριέρας του συντίθεται από ταλέντο, λαμπρότητα, ασυνέπεια, τρέλα, τραυματισμούς και αδιαμφισβήτητο ταλέντο.

Από μια λεπτομέρεια, την ώρα που της έπαιρνε τον αέρα…

Η αναμέτρηση της Πέμπτης, όταν η Ατλέτικο Μαδρίτης υποδέχτηκε την Σπόρτινγκ Λισαβόνας για τα προημιτελικά του Europa League, για εκείνον είχε μια ιδιαιτερότητα. Έβλεπε στο χορτάρι ποδοσφαιριστές ντυμένους με χρώματα που καθόρισαν τη δική του καριέρα. Μάλιστα, πριν την σέντρα, ο παλαίμαχος πλέον άσος, υπέγραψε την πλακέτα που έχει τοποθετηθεί προς τιμήν του, έξω από νέο γήπεδο της Ατλέτι και όταν πάτησε το πόδι του στον αγωνιστικό χώρο φορώντας στο λαιμό του κασκόλ και των δύο ομάδων γνώρισε την αποθέωση.

Γεννημένος στο Μοντίζο της Πορτογαλίας στις 28 Φεβρουαρίου του 1966, ο Πάουλο Χόρχε Ντο Σάντος Φούτρε, όπως είναι το πλήρες όνομά του, ή απλώς Πάουλο Φούτρε, έκανε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα στην πατρίδα του, πριν ενταχθεί στις Ακαδημίες της Σπόρτινγκ Λισαβόνας σε ηλικία μόλις εννέα χρονών. Η εξέλιξή του μέσω των κλιμακιών ήταν ταχεία και έτσι κατάφερε να κάνει το επαγγελματικό ντεμπούτο του το 1983, μόλις στα 17. Γρήγορα καθιερώθηκε στην ενδεκάδα των Λιονταριών. Τη σεζόν 1983/84 μέτρησε συνολικά 24 εμφανίσεις, σημείωσε 3 γκολ και εντυπωσίασε τόσο, ώστε να κερδίσει μία θέση στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της χώρας του, πριν καν ενηλικιωθεί.

Ο ίδιος, ενθουσιασμένος από το επιτυχημένο ντεμπούτο του στην πρώτη του επαγγελματική σεζόν με τη Σπόρτινγκ, πήγε στον πρόεδρο της ομάδας, Ζοάο Ρόσα, για να ζητήσει αύξηση αποδοχών. Βασισμένος στις πολύ καλές του εμφανίσεις, που είχαν ανοίξει και την πόρτα της Εθνικής Πορτογαλίας, ο έφηβος Φούτρε θεώρησε αρκετά λογικό το αίτημά του, το οποίο και απορρίφθηκε από τους ιθύνοντες του συλλόγου. Μάλιστα τα Λιοντάρια αναγκάστηκαν να προχωρήσουν σε μία συμφωνία με την μισητή Πόρτο. Αντόνιο Σοούζα και Ζάιμε Πασέκο δόθηκαν ως αντάλλαγμα για τον Φούτρε. Βέβαια αμφότεροι επέστρεψαν στην Πόρτο δύο σεζόν αργότερα, χωρίς επουδενί να έχουν καλύψει το κενό του Φούτρε.

Η Πόρτο, με τον Πάουλο στην αριστερή πτέρυγα, άρχισε να ανεβαίνει επίπεδο. Μια χρυσή περίοδος για εκείνη ανέτειλε. Κέρδισε το ισπανικό πρωτάθλημα το 1985 και το 1986, με τον Φούτρε να προσελκύει πάνω του όλα τα βλέμματα, με αποτέλεσμα να κερδίσει το βραβείο του Πορτογάλο παίκτη της χρονιάς. Αυτό, ήταν μόνο η αρχή. Και για τους δύο…

Η σεζόν 1986/87 βρήκε την Πόρτο στα προκριματικά για το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Ο Φούτρε έμοιαζε ασταμάτητος και οι Πορτογάλοι με μια εμφατική νίκη με 9-0 στον πρώτο γύρο επί της Ράμπατ Άγιαξ από τη Μάλτας, έκαναν τεράστιο κρότο. Στο δεύτερο γύρο, νίκησαν 3-0 εκτός έδρας την Βιτκόβιτσε από την Τσεχοσλοβακία, με τον Φούτρε να σκοράρει το τρίτο τέρμα της ομάδας ντριμπλάροντας όποιον βρήκε μπροστά του. Ήταν μια θανατηφόρα ένδειξη για το τι μπορούσε να κάνει!

Στους προημιτελικούς, οι Δράκοι απέφυγαν τα ηχηρά ονόματα της διοργάνωσης και έπεσαν πάνω στην Μπρόντμπι. Το εμπόδιο της ομάδας από τη Δανία, προσπελάστηκε με δυσκολία και συνολικό σκορ 2-1. Η κλήρωση της Πόρτο για την ημιτελική φάση ήταν επίσης ευνοϊκή. Ρεάλ Μαδρίτης και Μπάγερν Μονάχου κλήθηκαν να… αλληλοσπαραχτούν, ενώ οι Πορτογάλοι τέθηκαν αντιμέτωποι με την Ντιναμό Κιέβου. Ο 21χρονος πλέον Φούτρε, βασικό στέλεχος της ομάδας του, βοήθησε τα μέγιστα για να έρθει το τελικό 4-2. Στον τελικό τους περίμενε η Μπάγερν Μονάχου. Εκείνη ήταν μια πραγματικά δύσκολη δοκιμασία. Η Πόρτο όμως βρήκε τον τρόπο να κάμψει την αντίσταση των Γερμανών και να είναι εκείνη η τελική νικήτρια.

Μέσα σε μία τριετία, ο σύλλογος απέδειξε ότι έχει ανέβει επίπεδο. Μπορούσε να κοιτάξει κατάματα την Μπενφίκα, ενώ από πλευράς του ο Φούτρε έδειξε ότι μπορούσε να σταθεί σε οποιαδήποτε μεγάλο σύλλογο. Ήταν ένας παίκτης που είχε αγωνιστεί στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986, που είχε οδηγήσει την ομάδα του σε τεράστιες επιτυχίες. Το καλοκαίρι του 1986, έκανε το επόμενο βήμα στην καριέρα του. Ντύθηκε στα ερυθρόλευκα, έγινε μέλος της οικογένειας της Ατλέτικο Μαδρίτης.

Δεύτερος στη ψηφοφορία για τη Χρυσή Μπάλα του 1987 (πίσω μόνο από τον Ρουντ Γκούλιτ της Μίλαν) και Πορτογάλος Παίκτης της Χρονιάς για ακόμα μία σεζόν, ο Φούτρε συνέχισε να λάμπει στη Μαδρίτη όπου αγαπήθηκε όσο λίγοι από τους οπαδούς της Ατλέτι. Οι αμέτρητες ασίστ και τα γκολ του ήταν από τα βασικά στοιχεία που οδήγησαν τους Ροχιμπλάνκος στο Copa del Rey το 1991 και το 1992 (όπου και σκόραρε). Επιπλέον οι ασίστ του, ανέδειξαν τον Μανόλο πρώτο σκόρερ της Primera Division με 27 τέρματα. Στη πρωτεύουσα της Ισπανίας, όμως, αρχίζουν να κάνουν την πρώτη τους εμφάνιση τα προβλήματα τραυματισμών.

Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν ήρθε στη χώρα μας για τον Ολυμπιακό του Γιώργου Κοσκωτά, που βίωνε μία μεταγραφική παράνοια το καλοκαίρι του 1988. Ο Έλληνας επιχειρηματίας είχε συμφωνήσει με την Ατλέτικο για τον Φούτρε, έναντι περίπου τριών δισεκατομμυρίων δραχμών (περίπου 11 εκ. ευρώ)! Ένας τραυματισμός του παίκτη όμως έβαλε φρένο στις διαπραγματεύσεις…

Οι πόνοι στα γόνατά του ήταν ολοένα και πιο συχνοί, συνεχώς πιο έντονοι. Μείωναν αισθητά την απόδοσή του. Τον Ιανουάριο του 1993 επέστρεψε στην Πορτογαλία για χάρη της Μπενφίκα και έγινε τότε ο τέταρτος παίκτης που αγωνίστηκε και για τους τρεις «Μεγάλους» του πρωταθλήματος της χώρας (Três Grandes). Τα «μάγια» του στη Μπενφίκα ήταν βραχύβια και όχι τόσο λαμπερά κι εντυπωσιακά όσο αναμενόταν, παρά την κατάκτηση πορτογαλικού κυπέλλου. Το καλοκαίρι κίνησε για τη Μασσαλία και την Μαρσέιγ. Ποτέ του δεν αποδέχθηκε το πεπρωμένο του. Το’ πε αδικία, το «βάφτισε» προδοσία, απλά κακή τύχη και συνέχισε.

Οι τραυματισμοί του όμως είχαν πλέον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αγωνίστηκε μόλις σε 8 παιχνίδια στο γαλλικό πρωτάθλημα, πριν αποχωρήσει για τη Serie A και την νεοφώτιστη τότε Ρετζιάνα. Αυτό ήταν ένα σοκ για την παγκόσμια ποδοσφαιρική κοινότητα, καθώς ο Φούτρε είχε ακουστεί για την πρωταθλήτρια Ευρώπης Μίλαν, αλλά αντ ‘αυτού επέλεξε την άσημη Ρετζιάνα. Το ντεμπούτο του ήταν πολύ ελπιδοφόρο. Ήταν 21 Νοεμβρίου του 1993, στο Μιραμπέλο. Η Ρετζιάνα υποδεχόταν την Κρεμονέζε, ομάδα με την οποία θα πάλευε για την αποφυγή του υποβιβασμού.

Στο 64ο λεπτό, σκόραρε κι έστειλε στον έβδομο ουρανό περίπου 15.000 φίλους των γηπεδούχων. Αλλά η μοίρα τον χτύπησε και πάλι. Άλλος ένας τραυματισμός, σε εκείνον τον πρώτο του αγώνα, του κόστισε την σεζόν. Αγωνίστηκε ξανά περίπου έναν χρόνο μετά, στις 25 Σεπτεμβρίου του 1994, στην εντός έδρας συντριβή της Ρετζιάνα από τη Ρόμα (1-4). Ακολούθησαν ακόμα ελάχιστες συμμετοχές. Η Ρετζιάνα σώθηκε την πρώτη σεζόν της παρουσίας του, τη δεύτερη όμως καταδικάστηκε σε υποβιβασμό. Συνολικά σε δύο σεζόν συμμετείχε μόλις σε 15 αγώνες και σκόραρε 5 γκολ.

Η επόμενη σεζόν, 1995/1996, τον βρήκε στο Μιλάνο. Ο Φάμπιο Καπέλο έβλεπε ακόμα στο πρόσωπό του τον ταλαντούχο αριστερό εξτρέμ που είχε πολλά να δώσει. Όμως, όχι, οι τραυματισμοί εκεί, αχώριστοι φίλοι του. Η μόνη του συμμετοχή στη ροσονέρα αποστολή ήταν στις 24 Μαρτίου του 1996. Σε μια άνετη επικράτηση της ομάδας επί της Πάρμα (3-0).

Το καλοκαίρι του 1996, αφήνει την Ιταλία και τη Μίλαν για τη Γουέστ Χαμ του Χάρι Ρέντναπ. Μπορεί να πήρε χρόνο συμμετοχής σε μόνο εννέα αναμετρήσεις χωρίς να εντυπωσιάσει, ο Ρέντναπ όμως τον αξιολόγησε ως ένα από τα καλύτερα ταλέντα που είχε δει ποτέ, τονίζοντας ότι θα μπορούσε να σταματήσει την προπόνηση, απλά για να τον παρακολουθήσει να κινείται στο γρασίδι.

Βέβαια το πιο διάσημο γεγονός από το πέρασμά του από το Ανατολικό Λονδίνο, είναι η βαθιά του επιθυμία να φορέσει τη φανέλα με τον αριθμό 10. Ο Ρέντναπ στην αυτοβιογραφία του είχε αποκαλύψει τα εξής: Ήρθε σε εμάς το καλοκαίρι του 1996 και ήταν πραγματικά απίστευτος. Στις προπονήσεις δεν μπορούσες να σταματήσεις να κοιτάς τις εκτελέσεις φάουλ του. Θα τον έβαζα στους 10 καλύτερους που έχω δει. Το πρώτο μας παιχνίδι ήταν με την Άρσεναλ και οι συνθέσεις είχαν ήδη βγει, αλλά υπήρχε ένα πρόβλημα. Ο Έντι Τζίλαμ του είχε δώσει τη φανέλα με το Νο 16. Την επόμενη στιγμή ο Πάουλο ήταν μπροστά μου. «Ο Φούτρε έχει το 10, όχι το 16. Ο Εουσέμπιο το 10, ο Μαραντόνα το 10, ο Πελέ το 10, ο Φούτρε το 10, όχι το γαμ**ο 16″ μου είπε.

Απέμενε λιγότερο από μία ώρα για την σέντρα σε εκείνη την αναμέτρηση. Ο προπονητής του, του είπε αμήχανα πως δεν μπορούσε να αλλάξει κάτι εκείνη την στιγμή. Όλα τα νούμερα του εξήγησε σχεδόν με απολογητικό ύφος είχαν δοθεί. «Πάουλο, βάλε τη φανέλα και μπες να παίξεις σε παρακαλώ. Έχουμε ένα σημαντικό παιχνίδι. Αν δε θες να τη φορέσεις, δεν παίζεις», του είπε, κι εκείνος έφυγε… Την πήρε τελικά τη φανέλα με το 10 όμως. Αλλά μόνο μετά από διαπραγματεύσεις και την τρέλα του να πληρώσει μέχρι και 100.000 λίρες γι ‘αυτή. Ο Τζον Μονκέρ, που φορούσε τότε το 10, συμφώνησε να ανταλλάξουν και ο Πάουλο τον άφησε για δύο εβδομάδες να πάει στη βίλα του στο Αλγκάρβ.

Αγωνίστηκε με τα Σφυριά σε εννέα αγώνες. Δεν βρήκε τα δίχτυα ούτε μία φορά. Ήταν «σκιά» του εαυτού του. Στις εμπειρίες του στο αγγλικό πρωτάθλημα σημείωσε: τραυματισμοί, τραυματισμοί, τραυματισμοί. Η Ατλέτικο, όμως, δεν έχασε την πίστη της. Του ζήτησε να επιστρέψει. Όπερ και εγένετο, το 1997. Εκείνη ήταν μια άλλη φτωχή σεζόν, πριν ταξιδέψει στην Ιαπωνία και την Γιοκοχάμα Φλούγκελς. Έκλεισε την καριέρα του το 1998 σε ηλικία μόλις 32 ετών. Η διεθνή του καριέρα τον είδε να μετρά μόλις 41 συμμετοχές συνολικά, σκοράροντας έξι γκολ, καθώς οι τραυματισμοί δεν σεβάστηκαν το ταλέντο του, περιόρισαν μια λαμπερή καριέρα. Έξι χρόνια, επτά διαφορετικές ομάδες. Μπενφίκα, Μαρσέιγ, Ρετζιάνα, Μίλαν, Γουεστ Χάμ, Ατλέτικο Μαδρίτης, Γιοκοχάμα Φλούγκελς. Ασταμάτητοι τραυματισμοί.

Ο Πάουλο Φούτρε ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα της Πορτογαλίας. Ένα φαινόμενο, στα εφηβικά του χρόνια, το αστέρι της ωραιότερης εποχής της Πόρτο. Ήταν προορισμένος για σπουδαία πράγματα, ωστόσο οι τραυματισμοί του περιόρισαν την καριέρα του και έθεσαν εκείνοι το τέλος της. Όσο αγωνίστηκε στο επίπεδο στο οποίο μπορούσε, ήταν ένας από τους καλύτερους παίκτες στον κόσμο. Ένας μοναδικός συνδυασμός ταχύτητας, δεξιοτήτων και επιθετικής αρετής. Οι επιδόσεις του μαράθηκαν και η καριέρα του κατέρρευσε όταν κλήθηκε να αντιμετωπίσει τους πόνους στα γόνατα. Όμως ο Φούτρε ήταν ο βασιλιάς της αριστερής πτέρυγας της Πορτογαλίας. Έθεσε το πρότυπο για τους άλλους, χάραξε τα μονοπάτια, πάνω στα οποία πάτησαν οι επόμενοι, ακολουθώντας  τα χνάρια του…

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ...

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Κλείσιμο