Ο Πέτρος Κωστόπουλος και η «Ελλάδα της ανάπτυξης»

Ο Πέτρος Κωστόπουλος κατάφερε να κάνει αισθητή την παρουσία του, με μια δήλωση που ήρθε να μας θυμίσει όχι και τόσο ξεχασμένες ιστορίες για το πώς όντως διαμορφώθηκε η ιδεολογία της Ελλάδας της «ανάπτυξης και του εκσυγχρονισμού».

Ο Πέτρος Κωστόπουλος και η «Ελλάδα της ανάπτυξης» | to10.gr

Δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο από ανθρώπους που ενώ έχουν κάνει τον κύκλο τους χωρίς αυτοκριτική και απολογισμό, απλώς επιμένουν να διεκδικούν μια παρουσία ενώ πολύ απλά η εποχή τους έχει περάσει.

Ο Πέτρος Κωστόπουλος είναι μια τέτοια περίπτωση. Όπως, συμβαίνει συχνά με τους ανθρώπους των ΜΜΕ  και δη εκείνους που κατορθώνουν να αναδείξουν νέες τάσεις υπήρξε ταυτόχρονα χαρισματικός και απελπιστικά εκνευριστικός. Δεν ήταν ο μόνος που συνδύαζε αυτά τα δύο χαρακτηριστικά. Συνάντησα και άλλους. Με ορισμένους συνεργάστηκα κιόλας, αλλά αυτές είναι ιστορίες που θα τις πούμε άλλη φορά.

Μη σας τρομάζει το χαρισματικός: κάποιος που κατορθώνει να φτιάξει έντυπα, να τα κάνει να αποκτήσουν κοινό, να καλύψουν κενά ή να δημιουργήσουν νέα είδη εντύπων, ένα ταλέντο είχε. Σε μια εποχή που τα πολιτικά περιοδικά έφταναν στα όριά τους, τα κλασικά ποικίλης ύλης δεν μπορούσαν να παίξουν τον παλιό τους ρόλο (δεν ήταν πια δυνατό π.χ. τον Ταχυδρόμο να τον διαβάζει όλη η οικογένεια) και περιοδικά που αναγνωρίζουν ως ακροατήριο τους 15-35 απλώς δεν υπήρχαν, και οι Κυριακάτικες εφημερίδες δεν είχαν ανακαλύψει τα ένθετα, αυτός μαζί με τον Τερζόπουλο έφτιαξαν το ΚΛΙΚ. Και έφτιαξαν μια κατηγορία, ανοίγοντας το δρόμο και για άλλα έντυπα.

Θυμηθείτε ότι είναι η εποχή πριν το διαδίκτυο. Εάν ήθελες να διαβάσεις, χρειαζόσουν έντυπο με εικόνα και κείμενο. Σε μια Ελλάδα που είχε βγει για τα καλά από τη μεταπολίτευση, υπήρχε ένα κοινό που ήθελε σε ένα περιοδικό να βρει συνεντεύξεις πολιτικών, αλλά όχι παραπολιτικά σχόλια, ήθελε να διαβάσει για σινεμά, μουσική, σεξ, κοινωνικά προβλήματα αλλά δεν ήθελε να διαβάσει συμβουλές κηπουρικής και οικοκυρικής, και κυρίως ήθελε να διαβάσει για το πώς θα ζήσει καλύτερα. Ένα μέρος αυτού του κοινού κρατούσε από πιο αριστερές αναφορές, άλλοι ήταν πασόκοι και κάποιοι έβλεπαν το νεοφιλελευθερισμό ως λύση. Με ένα δημοσιογραφικό τιμ ορεξάτο και με ιδέες το περιοδικό αυτό κέρδιζε σε μια χώρα που είχε βγάλει τα αμπέχωνα και – κακά τα ψέμματα…- έβλεπε την κατανάλωση ως αυτοπραγμάτωση και καταξίωση. Σε μια χώρα που κάποτε έκανε ουρά στο «υπόγειο του Κουν» και μετά αναζητούσε «άκρη» στους πορτιέρηδες των κλαμπ της μόδας.

Αυτό ήταν το lifestyle. Αλλά δεν το δημιούργησε το ΚΛΙΚ. Αυτό απλώς το αναπαρήγαγε. Το lifestyle το δημιούργησε μια πολιτική σκηνή που ήδη από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980 είχε αποφασίσει ότι δεν υπάρχουν και μεγάλες ιδεολογικές διαφορές (όπως φάνηκε το 1989), μια επιχειρηματικότητα που χίμηξε πάνω στα ευρωπαϊκά κονδύλια και τα μεγάλα έργα, μια δημοσιογραφία που ανακάλυπτε τη γοητεία του κυνισμού και μια πνευματική ζωή που όταν δεν κυνηγούσε επιχορηγήσεις του υπουργείου Πολιτισμού επεδίωξε να εκμεταλλευτεί τις νέες ευκαιρίες της ιδιωτικής τηλεόρασης. Και όλοι μαζί τη γοητεία του χρηματιστηρίου. Αυτή η Ελλάδα διάβαζε και το ΚΛΙΚ και αργότερα το ΝΙΤΡΟ.

Αυτή την Ελλάδα ο Κωστόπουλος την ήξερε. Ήταν οι χωμένοι στα κόλπα παλιοί σύντροφοι του από το ΠΑΣΟΣΚ που ανακάλυπταν  ότι άμα το βαζάκι με το μέλι είναι μεγάλο μπορείς να βάλεις το χέρι σου μέχρι τον αγκώνα μέσα, ήταν οι επιχειρηματίες που ανακάλυπταν τη Μύκονο και τις στημένες «φωτογραφίες» στα σκανδαλοθηρικά έντυπα ως τρόπο προβολής, ήταν μια δημοσιογραφία όπου έβλεπες πάλαι ποτέ μαρξιστές ινστρούκτορες που θα σου έκοβαν την καλημέρα γιατί δεν θυμόσουν μια φράση του Λένιν να γίνονται διαπρύσιοι οπαδοί της αγοράς και να γράφουν φλογερά άρθρα υπέρ του εκσυγχρονισμού και αναλύσεις για μετοχές.

Το ΚΛΙΚ δεν το διάβαζαν μόνο αυτοί. Το διάβαζαν και πιτσιρικάδες, το διάβασαν και πιο σκεπτόμενοι. Αλλά τον τόνο τον έδινε η Ελλάδα που δεν κατάλαβε τι προειδοποίηση ήταν η κατάρρευση του χρηματιστηρίου το 2000 και προτίμησε να πλέει ανέμελη μέχρι που το 2009 αποδείχτηκε πώς το ρήγμα ήταν υπαρκτό και το καράβι πήγαινε σε φούντο.

Η παρακμή του Κωστόπουλου, η μετάβαση από το ΚΛΙΚ στο ΝΙΤΡΟ και το Down Town, από την γκλαμουριά με σκέψη στη χυδαιότητα του νεοπλουτισμού ακολουθεί στην πραγματικότητα το πώς μια ολόκληρη κοινωνία, ή τουλάχιστον μεγάλο μέρος της, βυθίζονταν σε μια αυταπάτη διηνεκούς ευμάρειας που έκανε το «ό,τι φάμε και ό,τι πιούμε» εθνικό ύμνο.

Κάπου εκεί και ο ίδιος αρχίζει και χάνει την ικανότητά του να πιάνε το προς τα πού πάνε τα πράγματα. Το πρότυπο που πουλάει δεν περνάει πια σε νεότερες ηλικίες που έχουν τις δικές τους αγωνίες και ανησυχίες. Ούτως ή άλλως τα περιοδικά είναι σε παρακμή και οι κυκλοφορίες υποχωρούν. Ο ίδιος κάνει καταστροφικές επιχειρηματικές επιλογές, όχι μόνο για τα έντυπα και το ραδιοσταθμό αλλά και για τους εργαζόμενους σε αυτά και τους προμηθευτές, μοιράζοντας φέσια σε όλη την κοινωνία.

Η τηλεοπτική παρουσία του, για την ακρίβεια η προσπάθειά του να χτίσει καριέρα και ως τηλεπερσόνα δεν θα έχει ποτέ την επιτυχία που επιδίωκε. Ίσως γιατί η καλή τηλεόραση θέλει μια τριβή με την κοινωνία αρκετά μεγαλύτερη με αυτή που είχε πλέον αυτός.

Δεν είναι τυχαίο ότι καταλήγει τώρα, στα γεράματα, να κάνει τέτοιες δηλώσεις. Το κακό είναι ότι αυτά που λέει τα πιστεύει. Πιστεύει δηλαδή ότι συνέβαλε με τα έντυπά του στο να βγει η Ελλάδα από την καθυστέρηση και να γίνει Ευρώπη.

Μόνο –και εδώ είναι το χειρότερο…– ότι αυτό το πιστεύουν και πολλοί που έσπευσαν να τον χλευάσουν για όσα είπε. Γιατί η πικρή αλήθεια είναι ότι για πάρα πολλούς, είτε μιλάμε για την πολιτική είτε για τη δημοσιογραφία, το «ευρωπαϊκό όραμα» δεν είχε τίποτα το ηρωικό και αναλογούσε πολύ περισσότερο στο «να κάτσουμε και εμείς στο τραπέζι», να «λαδώσουμε και εμείς τ’ αντεράκι μας», να χαρούμε τις «μικρές χαρές της ζωής» που κάποτε μας φαίνονταν μακρινές. Αυτοί καλά θα κάνουν να κοιτάξουν τον Κωστόπουλο που βλέπουν στον καθρέφτη τους. Εξίσου γερασμένο και κενό.